10/1/10

Βαρδούσια!


Υψηλό Χωριό.


Μεγάλη Λομποτινά.


Στον δρόμο για τον Πλάτανο...


Πουγκάκια.


Θέα απο την Κυρα-Βγένα!

Η θάλασσα της Αιτωλίας , ... η Τριχωνίδα!

Στους Δρόμους της Σαράνταινας!


Πυραμίδα Βαρδουσίων!


Η οργή του Αμερικάνου...

Χιλιόχρονος, περήφανος υψώνεται στην άκρη του δρόμου, μπροστά στο μεγάλο ξενοδοχείο, που χτίστηκε για τους ξένους, ο γέρο πλάτανος. Πότε γεννήθηκε; Πώς ξέπεσε στο μεγάλο δρόμο με ταψηλά σπίτια; Σα να τον πνίγη ο βρώμικος αγέρας του δρόμου υψώνει τα κλαδιά του ολόϊσα, πάνω από τις αψηλές στέγες, διψώντας ναγναντέψει την κορφή του βουνού, που του κρυφογελάει από μακριά, κάτι να κρυφοψιθυρίση στα σύννεφα. Βουίζει ο δρόμος, σέρνεται στα πόδια του η αγορά λερωμένη, κι αυτός σα να μη θέλη τίποτες να δη, τίποτες νακούση, ξένος, αδιάφορος, σαν από άλλον κόσμο φερμένος, αργοκουνάει την κορφή του πάνω από τα κόκκινα κεραμίδια του ξενοδοχείου σα να θέλη να ξεφύγη, να τρέξη πέρα στα πλατειά, στα βαθυπράσινα ρουμάνια που του γνέφουνε από μακρυά, λαχταρώντας να σμήξουνε με τον ξενητεμένο αδερφό τους. Να τους θυμάται τάχα μέσα στην πολιτεία;
Δίπλα του, στην αράδα, καμπόσες ακακίες, φυτεμένες για ομορφιά, φαντάζουνε σα μικρά παιδάκια μπρος στο γίγαντα. Με τα μάτια πάντα γυρισμένα στο βαθυπράσινο ρουμάνι, ούτε το συλλογιέται να σκύψη να ρίξη μια ματιά στις ταπεινές του γειτονοπούλες. Τα σπίτια που χτίζονται γύρο τονέ ζώσανε σιγά - σιγά κι άξαφνα βρέθηκε φυλακισμένος σε μιαν ασφυχτικιά φυλακή. Στα πόδια του σύρριζα αργοκυλάει ένα μικρό ρυάκι που βγαίνει θολό από την αυλή κάποιου σπιτιού.
Μα ο σπιτονοικοκύρης με τα χρυσά δόντια, που γύρισε φορτωμένος χρυσάφι από την Αμερική, δεν το θέλει με κανένα τρόπο το μεγάλο δέντρο μπρος στο ξενοδοχείο του. Κ' έχει δίκιο. Του κόβει τον ήλιο, του χαλάει τη φάτσα κι ο καθένας έτσι δυσκολεύεται να ζητήση κάμαρα. Αυτός ξόδεψε χιλιάδες. Τα λεφτά έχουνε τόκο. Πού θα τις βγάλη τόσες χιλιάδες; Επειτα πού ακούστηκε τέτοια θεόρατα δέντρα μέσα στην πόλη; Στην Αμερική φυτεύουνε δεντράκια και τα κλείνουνε σε κάγκελα σιδερένια.
Ετρεξε, φώναξε. Ο Δήμαρχος που τούχε κιόλας βαφτίσει το πρώτο παιδί, σύμφωνος κι αυτός να κοπή το δέντρο. Σύφωνη κι όλη η Πόλη. Τα μεγάλα δέντρα ασκημίζουνε. Κανείς δε βρέθηκε να διαφεντέψη το δέντρο. Κανείς δεν τόνοιωσε. Τι γύρευε μέσα στην πόλη; Η θέσις του αυτουνού είτανε στο δάσος, να φωλιάζουνε στα κλαδιά του τα όρνια. Να. Ο αντικρυνός ο καφετζής τούμπηκε ένα καρφί και κρέμασε ένα στενό, τοσοδά κλουβάκι μ' ένα φλώρο μέσα που κλαίει μερόνυχτα τη μοίρα του.
- Μου κόβει τη φάτσα του σπιτιού μου, μου χαλάει τα κεραμίδια. Εγώ ξόδεψα λίρες με τη χούφτα, γι' αυτό το σπίτι και σπίτι δεν έχω, φώναζε ο Αμερικάνος όπου στεκότανε, με τα πλατειά παπούτσια και τη χρυσή αλυσσίδα.
Ενα πρωί τέσσεροι ξυλοκόποι ακουμπήσανε τα τσεκούρια και τα πριόνια τους στη ρίζα του δέντρου μαζί με τις κάπες τους. Τι μελαγχολικιά μέρα! Ο ουρανός συννεφιασμένος, βαρύς!
- Αϊ, αϊ, θα το κόψουνε, αλαλάξανε δυό-τρία μαθηταρούδια με τα βιβλία στις αμασκάλες, που πηγαίνανε κείνη την ώρα στο σκολειό να μάθουνε γράμματα.
Μόνο ο πλάτανος δεν ένοιωσε τίποτες. Σαν από άλλον κόσμο φερμένος, απόμεινε πάντα ξένος μέσα στον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Περήφανος, απλοϊκός σαν αληθινά μεγάλος, δεν ένοιωσε την οργή του Αμερικάνου. Σαν είδε τους ξυλοκόπους νόμισε πώς γύρανε να ξαποστάσουνε. Από το βουνό έρχουνται βέβαια, στο βουνό ξαναγυρίζουνε. Αν τους παράγγελνε να πούνε χαιρετίσματα σταδέλφια του που τον καρτερούνε! Καλοί ανθρώποι μοιάζουνε!
Σαν είδε να σηκόνουνε τα τσικούρια τους καταπάνω του, ξεμανικωμένοι, ξεστήθιαστοι, ξιπάστηκε. Βρε, μην ονειρεύεται; Η κρύα λεπίδα έλαμψε για μια στιγμή στα μάτια του κόκκινη σα βουτηγμένη στο αίμα του.
Η πρώτη τσικουριά έπεσε αλύπητα και το κρύο σίδερο χώθηκε βαθειά στο κρέας του που ο Μακεδόνας τρόμαξε να το ξεκολλήση.
- Τρελλάθηκε τούτος ο άνθρωπος; ψιθύρισε και τίναξε με τρόμο τα κλαδιά του.
Καμπόσα πουλιά, φωλιασμένα βαθειά, φτερουγίσανε τρομαγμένα. Το πλήθος τώρα είχε μαζωχτή γύρο περίεργο. Τα μαθημαρούδια ξεχάσανε το σκολειό και τη βίτσα του δάσκαλου που τα καρτερούσε. Από τα παραθύρια τους γυναίκες παρακολουθούσανε το θέαμα κ' οι μαγαζάτορες αφήσανε τη δουλειά τους και βγήκανε στις πόρτες να ιδούνε. Ο αστυνόμος που μελετούσε τη φημερίδα μ' ένα φλυτζάνι βαρυγλυκό μπροστά του, πάνω στο στρογγυλό τραπεζάκι του αντικρυνού καφενέ, κατέβασε πολλές φορές τη φημερίδα στα γόνατά του, περίεργος, αφήνοντας στη μέση το κύριο άρθρο.
Γκουπ, γκουπ.
Ο ίδρωτας άρχιζε να κατεβαίνη στα πρόσωπα των Μακεδόνωνε, ξεροψημμένα από τον ήλιο.
- Μα τι πάθανε τούτοι οι άνθρωποι; Τι έχουνε μαζί μου; Τι τους έφταιξα τάχα; ρωτιέται ο πλάτανος και δαγκώνεται από τον πόνο που τονέ σφάζει.
Οι ξυλοκόποι δουλεύουνε ακούραστοι. Μια στιγμή ένας σταμάτησε για νακονίση το τσικούρι κι ο πλάτανος ακούσε με φρίκη τον κρύο αχό της λεπίδας. Φοβισμένος, ανήσυχος έγερνε χαμηλά το κεφάλι του σα νάθελε να βεβαιωθή καλύτερα. Δεν έκανε λάθος. Μα γιατί δε βρίσκεται ως τόσο ένας ναρπάξη από τα χέρια αυτών των σκληρώνε ανθρώπων τα τσικούρια και ναν τα πετάξη μακρυά; Πώς μπορούνε να κάνουνε όλοι χάζι στο σκληρό θέαμα; Γιατί δε γελιέται. Ολοι χάζι κάνουνε, γελούνε, χαζεύουνε. Τους βλέπει μα η περηφάνεια του δεν τον αφήνει να παρακαλέση. Αυτός που δεν καταδέχτηκε μια φορά να χαμηλώσει την κορφή του να δη τι γίνεται κάτω στο δρόμο, ποιος περνάει, ποιος μπαίνει, ποιος βγαίνει στα μαγαζειά, πώς να γύρη τώρα το κεφάλι σε παρακάλια;
Ωρες δουλεύουνε κ' η δουλειά είναι ακόμα στη μέση. Ως τόσο τα μαθηταρούδια ξεχάσανε ολότελα σήμερα το δάσκαλο και τη βέργα του. Κανένα δεν κουνιέται να φύγη. O κύκλος μεγαλώνει κι οι μάγκες της αγοράς βρήκανε γλέντι.
Τώρα σκάψανε ένα λάκκο γύρο στη ρίζα, που χάσκει σαν τάφος. Ο πλάτανος έκλεισε τα μάτια του για να μη βλέπη το πλήθος που κάνει χάζι. Μόνο το χτύπο των τσικουριών ακούει κι ο φρικτός αχός αντηχάει πένθιμα μέσα στην καρδιά του. Δεν τονέ μέλλει που θα πεθάνει, αυτός που είδε με καταφρόνια τους αιώνες να περνούνε από πάνω του ανέγγιχτα. Ας ήξερε μόνο για ποιόνε λόγο του φέρνουνται έτσι αλύπητα... Μα να πεθάνη έτσι στα καλά καθούμενα, αυτός που δεν έφταιξε σε κανένανε! Μην τους αρνήθηκε ποτέ τον ήσκιο του, μη δε βρή­κανε πάντα, τα πουλιά στέγη φιλόξενη στα κλαδιά του! Τι άλλο ζητάνε; Πώς αυτός δεν παραπονέθηκε, που τονέ πνίξανε με τα σπίτια που χτίσανε γύρο του;... Ολα τάνοιωσε ο πλάτανος, μόνο την οργή του Αμερικάνου δεν ένοιωσε!
Ενας άνθρωπος σκαρφάλωσε αψηλά, πολύ αψηλά για να δέση κάποιο χοντρό σκοινί σ' ένα κλαδί. Τρεις ανθρώποι πιάσανε το σκοινί που σούρθηκε χάμω, ανοιχτήκανε μακρυά κι' αρχίσανε να τραβάνε με όλα τα μπορετά τους. Μα το δέντρο ριζωμένο βαθειά κρατούσε...
- Εχει ψυχή ακόμα, μουρμούρισε ο ένας Μακεδόνας και κατέβασε το τσικούρι του μ' ένα δυνατό αγκομαχητό, σκουπίζοντας τον ιδρώτα του.
- Εφτάψυχος, είπε άλλος κοιτάζοντας με θαυμασμό τόμορφο δέντρο.
Αλήθεια, ο πλάτανος δεν είχε καμμιάν όρεξη να πεθάνη.
Ενοιωθε ακόμα τον εαυτό του τόσο γερό, τόσο διψούσε ακόμα για τη ζωή, που δεν μπορούσε ναν το πιστέψη πως ήρθε η ώρα του να πεθάνη. Γιατί να πεθάνη αυτός που νοιώθει τη δύναμη να ζήση άλλη μιά τόση ζωή! To μεγάλο το ρώτημα του πλακόνει την ψυχή σα σύννεφο. Περήφανος, απλοϊκός ρωτάει τον εαυτό του αν έφταιξε, και μόνο την οργή του Αμερικάνου δεν ένοιωσε.
Ξαναπιάνουνε το σκοινί, ανοίγουνται, στηλώνουνε χάμω τα πόδια τους, τραβάνε άγρια, μα ο πλάτανος δε θέλει ναφήση τα ύψη του. Βλέπει τη ρίζα του σακατεμένη, νοιώθει πως δε στέκει στέρια στα πόδια του, κλονίζεται... Μα να πεθάνη... Γιατί;...
- Εδώ δεξιά χρειάζεται μερικές τσικουριές, λέει ο ένας. Για μια στιγμή τινάχτηκε κ' έρριξε τα μάτια του θολά σα νάθελε ναποχαιρετήση για τελευταία φορά το βουνό που τον αντίκρυζε, το βαθυπράσινο ρουμάνι εκεί κάτω μακρυά... Δε νοιώθει καλά τον εαυτό του... Λιγοθυμάει... Μετρημένες οι στιγμές του...
Ολοι κρατούνε την ανάσα τους. Τα γέλια πάψανε. Κανείς δε μιλάει. Κάτι μεγάλο, κάτι επίσημο κρύβει η στιγμή αυτή, η μοναδική... Ενα μυστήριο απλόνεται στον ήσυχον αγέρα. Ενας ήρωας ψυχομαχάει, χαροπαλεύει, πάνω στα ψηλά Αλώνια.
- Τραβάτε, ακούγεται μια φωνή.
Κάτι τρίζει. Τι κρύο τρίξιμο! Ποιος ξερριζόνει την καρδιά του ήρωα;.. Τα φύλλα αναφρικιάζουνε... Τραβάνε το σκοινί... Οχι. Δε θέλω να πεθάνω, λέει το δέντρο, κ' ενώ παλεύει να κρατηθή στα πόδια του όρθιο, εκείνοι καρφωμένοι στη γις τραβάνε το σκοινί αλύπητα...
- Το νου σας τις ακακίες, φωνάζει κάποιος.
Τρίζει το δέντρο στη ρίζα, ένας κρύος ήχος σκίζει τον αγέρα, κάτι σαν υστερνό παράπονο ακούγεται και το δέντρο γέρνει, γέρνει, ξαπλόνεται χάμω, ξανασηκόνεται, ξαναπέφτει μ' ένα βαρύ αγκομαχητό, αναίστητο. Ξεψύχησε.....
- Να πάρη ο διάλος! Πάνε οι ακακίες! Κι είτανε μια ομορφιά, φωνάζει ο Αμερικάνος βλέποντας τα φτωχά δεντράκια που τάλυωσε στην τραγικιά πτώση του ο πλάτανος.
Αλαλάζουνε τα παιδιά, ορμούνε να κυλιστούνε χαρούμενα, μέσα στα πυκνά κλαδιά που μέσα από τις τρυπίτσες των φύλλων λες κείνη τη στιγμή πως βγαίνει αγάλια - αγάλια η υστερνή ανάσα του δέντρου... Ανασαίνει ο Αμερικάνος σα να τούφυγε ένα μολύβι από το στήθος.
- Φάνηκε το σπίτι μου, βρε αδελφέ! λέει ικανοποιημένος.
- Θεόρατο δέντρο, ψιθυρίζει άλλος, ενώ τα παιδιά κυλιούνται ανάσκελα στα κλαδιά, κόβουνε κλάρες και κυνηγιούνται με γέλια.
Τώρα αρχίζει το λιάνισμα, ενώ ένας χωροφύλακας δοκιμάζει να διώξη τα παιδιά που ζουρλαθήκανε.
Να κι ο τρελλός! Με τα μακρυά, ξανθιά μαλλιά του, αχτένιστος, κοιτάζει, γελάει ηλίθια. Τα πανταλόνια του φαγωμένα, λασπωμένα σούρνουνται στις λάσπες, και το λιγδιάρικο πουκάμισό του ανοιχτό αφήνει να φαίνεται όλη η κοιλιά του. Βλέπει τα παιδιά, αναγαλλιάζει, σκάζει τα γέλια και τρέχοντας ξαπλόνεται κι αυτός μέσα στα κλαδιά.
- Α ααα! φωνάζουνε όλοι.
Σηκόνεται ο τρελλός τρομαγμένος, κοιτάζει τριγύρο του φοβισμένα κι άξαφνα το βάζει στα πόδια. Τα παιδιά απολυούνται πίσω του σαν τα σκυλιά...
- Βαράτε του μωρέ., φωνάξει ο Αμερικάνος κατουρημένος στα γέλια.
Επειτα ήρθε ένα κάρρο να πάρη τα κούτσουρα, ενώ οι φτωχογυναικούλες σκυμμένες μαζεύουνε λαίμαργα τα πελεκούδια για τη φωτιά...
Τώρα δεν απομένει τίποτες που να θυμίζει το δέντρο. Η βροχή έπλυνε το δρόμο και μόνο ο λάκκος χάσκει πάντα γιομάτος από ένα υγρό κόκκινο σα νάναι το αίμα πούτρεξε από το δέντρο. Το δέντρο που κανείς δεν τόνοιωσε, πούζησε πάντα ξένο, με τα ματιά γυρισμένα στον ουρανό, κοντεύει να ξεχαστή... Ο δρόμος ανάσανε, αλήθεια... Οι ακακίες καλόβολες, καταδεχτικές τρέμουνε στις αδύναμες ριζούλες τους, σαν τις φοβερίζει από αψηλά ο βορηάς...

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ

8/1/10

Στην "άβατη" Σαράνταινα!

Υπάρχει μια «μαγική» Ελλάδα ελάχιστα γνωστή ακόμη και σ' εμένα. Την αποκαλώ μαγική επειδή είναι σαν να την έχουν «καταραστεί» να μην έχει πρόσβαση και να είναι σε αφάνεια, κρυμμένη μέσα σε αγκαλιές βουνών και δασών. Τα χωριά, αρκετές φορές έρημα ή με ελάχιστους κατοίκους - παλικάρια που τώρα γέρασαν και δεν μπορούν πια να παλέψουν με μάγους και δράκους. Αυτό, μάλιστα, που πραγματικά δεν έχει πειραχτεί είναι η ομορφιά των τόπων, το μόνο αγαθό που αυτή η μη γνωστή Ελλάδα έχει σε αφθονία. Και βέβαια, για να γνωρίσετε αυτά τα μέρη, πρέπει να έχετε αυτό το ιδιαίτερο μαγικό μέσο που κοινώς ονομάζουμε 4x4!
Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή.

ΗΜΕΡΑ ΠΡΩΤΗ.
Ξεκινήσαμε οι τρεις μας (εγώ, η καλή μου και το τζιπ) Σάββατο, κατά τις εννέα το πρωί, με πρόγραμμα χαλαρό και με αζιμούθιο προς την Ευρυτανία. Το προηγούμενο βράδυ, έπειτα από ενδελεχή επισκόπηση του χάρτη, είχαμε «χαράξει» περίπου την πορεία μας: Ρίο-Αντίρριο-Ναύπακτος-Τριχωνίδα-Προυσός-Καρπενήσι και από εκεί είτε για ορεινή Καρδίτσα είτε για Βαρδούσια. Ετσι, όπως λέει και ο ποιητής, «καμαρωτά ξεκίνησε κι ωραία»! Με το που φτάσαμε στη Ναύπακτο, ο καιρός άρχισε να μας τα χαλάει, με μπόρες ανά διαστήματα. Στη γέφυρα Μπανιά, στον Εύηνο, θαυμάσαμε από ψηλά το τοπίο και από κοντά τα έργα του ελληνικού στρατού, και πιο συγκεκριμένα του Μηχανικού, και την αείμνηστη ΜΟΜΑ - βλέπετε, αυτή η σιδερένια γέφυρα στέκει ακόμα κραταιά από τη δεκαετία του '50! Επειτα από αρκετές στροφές και χιλιόμετρα, από Ναύπακτο, φτάσαμε στο Πετροχώρι, στην άκρη της λίμνης Τριχωνίδας, της μεγαλύτερης και της λιγότερο τουριστικής λίμνης της χώρας. Γυρίσαμε λίγο μέσα στο χωριό, ψάχνοντας επί ματαίω να βρούμε μέρος να φάμε. Απογοητευμένοι πήραμε το δρόμο για το Θέρμο, όπου στην κεντρική τους πλατεία μπορέσαμε να βάλουμε κάτι στο στόμα μας. Γρήγορα-γρήγορα, για να μη μας πιάσει η νύχτα, ξεκινήσαμε για τον Προυσό. Στον Ταξιάρχη αφήσαμε τον καλό δρόμο και στρίψαμε δεξιά προς Δρυμώνα. Το τοπίο είχε αρχίσει να είναι πιο δασωμένο και πιο τραχύ. Ο δρόμος συνέχισε άσφαλτος ή σχεδόν μέχρι λίγο μετά τον Δρυμώνα που, παρεμπιπτόντως, είναι ένα πανέμορφο χωριό με ένα επίσης καινούργιο και πανέμορφο ξενοδοχείο στη μέση του πουθενά. Το πουθενά, βέβαια, ήταν η μαμά Φύση!
Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, στην τοποθεσία Ανω Δρυμώνας, ο καιρός και ο δρόμος άρχισαν να δείχνουν τα δόντια τους. Οι μικρές μπόρες πύκνωναν, ρυάκια διέσχιζαν το δρόμο κάθετα και ολοένα και πιο συχνά βλέπαμε μικρές κατολισθήσεις. Το τοπίο είχε αρχίσει να γίνεται πολύ πιο άγριο, με κάθετες πέτρινες πλαγιές στα δεξιά και γκρεμούς στα αριστερά. Παρότι τα κινητά μας ήταν εκτός δικτύου, δεν κιοτέψαμε. Συνεχίσαμε, με το δρόμο να δυσκολεύει περισσότερο και το φως να λιγοστεύει, όταν ξαφνικά είδαμε από μακριά τον Νεροσύρτη.
Με το που αντικρίσαμε τον μικρό οικισμό, μας ήρθε στο μυαλό ο «Αρχοντας των Δαχτυλιδιών». Αισθανθήκαμε την παρουσία των ξωτικών και των χόμπιτ! Φανταστείτε μια αγκαλιά ενός άγριου βουνού, μαύρη πέτρα, μπόλικη βλάστηση και τέσσερα σπιτάκια, εκ των οποίων η καμινάδα του ενός κάπνιζε. Σκηνικό από γνήσιο παραμυθοχώρι: αν ήμουν πλούσιος, θα το αγόραζα αυτό το χωριό που, απ' ό,τι κατάλαβα, κατοικείται από μια κυρά και το σκύλο της!
Μετά τον Νεροσύρτη, ο δρόμος γινόταν προοδευτικά χειρότερος και οι γκρεμοί πολύ πιο απότομοι. Παρά την αίσθηση άνεσης και ασφάλειας που μας έδινε το αυτοκίνητο, καταλάβαινα την κυρά μου πως «σφιγγόταν». Λίγο πριν σκοτεινιάσει τελείως, βγήκαμε στην άσφαλτο, λίγα χιλιόμετρα πριν από τον Προυσό. Και όσο πιο γρήγορα μπορούσα, πήρα το δρόμο για το Καρπενήσι και τον ξενώνα όπου είχαμε κλείσει δωμάτιο.
ΗΜΕΡΑ ΔΕΥΤΕΡΗ & EXTREME JEEPING.
Ολο το βράδυ έβρεχε καταρρακτωδώς. Το ίδιο και το πρωί που ξυπνήσαμε. Ο ξενοδόχος μας, «εντουράς» και ερωτευμένος με τη νέα του μηχανή, μας έδωσε ιδέες: «Γιατί δεν πάτε Πουγκάκια και από εκεί Γραμμένη Οξιά»; Το είδαμε στο χάρτη. «Γιατί όχι;» είπαμε και ξεκινήσαμε.
Οι οδηγίες που μας έδωσε ήταν σαφείς, αλλά λίγες. Πριν από τη σήραγγα Τυμφρηστού, στρίβουμε δεξιά για Κρίκελλο και στον πρώτο χωματόδρομο κάνουμε αριστερά. Ετσι, λοιπόν, άρχισε η μεγάλη λασποπεριπέτεια!
Τουριστικός νομός η Ευρυτανία, αλλά, αν φύγετε από τους κεντρικούς δρόμους, η σήμανση είναι ανύπαρκτη. Και όταν λέμε σήμανση, εννοούμε μια απλή πινακίδα που να γράφει πού οδηγεί ο δρόμος. Μέχρι να φτάσω στον πρώτο μας σταθμό, τα Πουγκάκια, είχα μπει τρεις φορές σε δασικούς δρόμους-αδιέξοδα. Στον πρώτο και στον δεύτερο, έκανα όπισθεν, μέσα στη λάσπη, γύρω στα 50 μέτρα, μέχρι να βρω μέρος για να κάνω μεταβολή. Στον τελευταίο, όμως, κατέβηκα σε μια ρεματιά, από ένα μονοπάτι στην ουσία, κι όταν φτάσαμε επιτέλους κάτω, βρεθήκαμε μπροστά σε κάτι βαθύ και αδιάβατο, με κανένα σημάδι συνέχειας δρόμου. Εκεί με έπιασε και μια μαύρη απελπισία, γιατί δεν υπήρχε πλάτωμα για να στρίψω πουθενά. Κάναμε 700 μέτρα ανηφορικά και κακοτράχαλα με την όπισθεν - και με τη σύντροφό μου έξω με νιτσεράδα και ομπρέλα, για να μου λέει τα δύσκολα σημεία. Κοντολογίς, «είπαμε τον δεσπότη Παναγιώτη»! Εκεί όμως παραδέχτηκα και το αυτοκίνητο που είχαμε. Με όλη τη λάσπη, τον «μη δρόμο» και τα ακατάλληλα λάστιχα (δεν είχα τρακτερωτά), το 4x4 συμπεριφέρθηκε άψογα. Σημειωτέον πως δεν χρειάστηκε ούτε να αλλάξω τη σχέση του διαφορικού.
Επειτα από αρκετό δρόμο, πάντα υπό καταρρακτώδη βροχή, φτάσαμε στη θέση «Βλάχικος», με πανοραμική μέσα στη βροχή θέα στα Πουγκάκια, που παρεμπιπτόντως είναι ένα πολύ όμορφο χωριουδάκι με περίπου 100 κατοίκους και ένα φιλόξενο καφενείο-εστιατόριο στην άκρη της πλατείας. Καθίσαμε στο καφενείο για ένα τσίπουρο, για να συνέλθουμε! Οι άνθρωποι ήθελαν να μας φιλέψουν από το φαγητό τους, αλλά εμείς είχαμε ακόμα πολύ δρόμο και αρνηθήκαμε ευγενικά.
Ο δρόμος από Πουγκάκια μέχρι Γαρδίκι είναι άσφαλτος και μετά, τα 28 χλμ. μέχρι τη Γραμμένη Οξιά είναι μισός άσφαλτος και μισός καλά πατημένος χωματόδρομος. Η Γραμμένη Οξιά είναι χτισμένη στα 1.200 υψόμετρο στο βουνό Οξιά, η βλάστηση του οποίου αποτελείται -από τι άλλο;- μόνο από οξιές. Βέβαια, τώρα το χειμώνα ο αριθμός των κατοίκων είναι μονοψήφιος. Στο μεταξύ, έχουμε μπει πάλι στο νομό Αιτωλοακαρνανίας και φαίνεται πως η νομαρχία εδώ διάκειται φιλικά προς τον τουρίστα, καθώς είδαμε επιτέλους πινακίδες.
Από την άλλη, στη Γραμμένη Οξιά βρήκαμε τα πάντα κλειστά και έτσι συνεχίσαμε προς Λεύκα ή Μικρή Παλούκοβα όπως είναι το παλιό όνομα αυτού του πολύ όμορφου χωριού που ανήκει στην ορεινή Ναυπακτία (Δήμος Αποδοτίας). Εχει υψόμετρο 1.100 περίπου 100 κατοίκους και ένα πολύ ωραίο συγκρότημα ενοικιαζόμενων μικρών σαλέ, αλλά δυστυχώς πάλι τα βρήκαμε κλειστά και συνεχίσαμε το δρόμο μας. Είχαμε αποφασίσει να πάμε από Λεύκα για Μανδρινή - Αμπλιανη, να βρούμε άσφαλτο και από εκεί για Κρίκελλο και πίσω στο ξενοδοχείο μας έξω από το Καρπενήσι. Λογαριάζαμε όμως χωρίς το Καψαλόρεμα!
Συγκεκριμένα, περάσαμε από τη Μανδρινή και συνεχίσαμε το δρόμο που κατέβαινε στη ρεματιά. Η βροχή συνεχής και δυνατή και ολοένα πιο συχνά περνούσαμε μικρά ποταμάκια που διέσχιζαν το δρόμο. Οι κατολισθήσεις επίσης συχνές.
Δύο φορές κατέβηκα για να βγάλω τα κοτρόνια που έφραζαν το δρόμο... Και ξαφνικά, μετά από μια στροφή, ένα ποτάμι. Ή, μάλλον, μια υπερχείλιση ποταμού. Στάση να δούμε πόσο βαθύ ήταν και μετά περάσαμε απέναντι. Λίγο πιο κάτω ένας μικρός καταρράκτης έπεφτε στο δρόμο. Και από εκεί περάσαμε! Ομως, κάνα χιλιόμετρο πιο κάτω το ορμητικό ποτάμι έκοβε κάθετα το δρόμο και το βάθος ήταν πάνω από μέτρο. Σε εκείνο ακριβώς το σημείο κάναμε μεταβολή. Οπως λέει η αρχαία παροιμία, «ανάγκα και θεοί πείθονται».
Στη Μανδρινή συναντήσαμε έναν τσοπάνο χωρίς το ποίμνιό του και τον ρωτήσαμε για το καφενείο του χωριού:«Τώρα δα έφυγε. Βλέπεις έχει 5 - 6 μαναράκια και πήγε να τα ταΐσει».«Και άφησε ατάιστους εμάς», μουρμούρισε η Σύντροφός μου.
Ευχαριστήσαμε τον άνθρωπο και πήραμε των ομματιών μας, που είχαν αρχίσει να αλληθωρίζουν από την πείνα, γιατί η ώρα είχε πάει 5 και ο ήλιος έπεφτε γοργά.
Δεν είχα καμιά διάθεση να επιστρέψω μέσα στη νύχτα από τον ίδιο δρόμο κι έτσι αποφασίσαμε να επιστρέψουμε από άσφαλτο, μολονότι ήταν πιο μακριά. Πήρα, λοιπόν, το δρόμο για Γαρδίκι - Κανάλια - Λευκάδα - Τυμφρηστό και από εκεί Καρπενήσι. Η διαδρομή θα ήταν αφόρητα πληκτική αν δεν πεταγόταν εκείνος ο τεράστιος ασβός, έξω από τα Κανάλια. Εκείνα τα 100 μέτρα που τον είχαμε να τρέχει φουντωτός και τρομαγμένος μπροστά μας, ήταν αποζημίωση για όλη την ταλαιπωρία!
ΗΜΕΡΑ ΤΡΙΤΗ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ.
Πήραμε πρωινό χαζεύοντας το χάρτη. Ο καιρός εξακολουθούσε να έχει τα ίδια χάλια. Ετσι είπαμε να κάνουμε μια προσεκτική απόπειρα εξερεύνησης των Βαρδουσίων, για να μην πάθουμε την ίδια πανωλεθρία.
Κάναμε μέχρι τη Γραμμένη Οξιά την ίδια διαδρομή με τη χθεσινή. Η κατάσταση του δρόμου ήταν πολύ χειρότερη, αλλά η διαδρομή, τώρα που την ήξερα, μου φάνηκε ακόμα πιο όμορφη και πιο εύκολη. Από Γραμμένη Οξιά ο δρόμος που πάει Αρτοτίνα είναι όλο στροφές, αλλά είναι άσφαλτος. Μόλις δε είχαμε περάσει Γραμμένη Οξιά, όταν με την άκρη του ματιού είδα κάτι που με χαροποίησε αφάνταστα. Σταμάτησα το αυτοκίνητο και κατέβηκα να κόψω 2 γιγάντια μανιτάρια Boletus edulis. Και τα δύο ζύγιζαν 5,5 κιλά!
Με αναπτερωμένο το ηθικό περάσαμε τη γέφυρα του Εύηνου, το μοναστήρι του Αη Γιάννη, όπου μόνασε ο Αθανάσιος Διάκος, και φτάσαμε στην όμορφη Αρτοτίνα. Θέλαμε να κάνουμε το δρόμο που διασχίζει την κοιλάδα του Καρυώτικου Ρέματος και πάει στον Αθανάσιο Διάκο και στη Μουσουνίτσα. Ομως, αυτήν τη φορά σταματήσαμε στην πλατεία της Αρτοτίνας και αρχίσαμε να ρωτάμε για την κατάσταση του δρόμου. Ολοι ήταν κατηγορηματικοί. Ενας, μάλιστα, είπε πως ούτε τανκ δεν περνάει έτσι όπως φούσκωσαν τα ποτάμια...
Αποφασίσαμε, λοιπόν, κι εμείς να απολαύσουμε ένα γεύμα στην πλατεία του χωριού και να πάρουμε το δρόμο της επιστροφής μέσω λίμνης Μόρνου - Λιδορικίου - Ιτέας. Ετσι απόλαυσα μια επιστροφή άνευ άγχους και επέστρεψα το αυτοκίνητο στην ώρα μου, αφού ευχαρίστησα την καλή εταιρεία για την εξαίρετη οδηγική εμπειρία με το 4x4 των 2.400 κυβικών. Αν ποτέ μού κάνουν μια γενναία αύξηση, θα το αγοράσω. Αρεσε και στη Σύντροφό μου!.
ΠΩΣ ΝΑ ΠΑΤΕ.
Aποκλειστικά με το αυτοκίνητό σας. H καλύτερη διαδρομή είναι μέσω Λαμίας - Pάχης Tυμφρηστού και θερμώς θα σας συνιστούσα να επιστρέψετε από τον ίδιο δρόμο, που είναι μόνο 290 χλμ. από την Αθήνα. Οπωσδήποτε μια στάση στη Mακρακώμη για μπουγάτσα!
ΠΟΥ ΝΑ ΦΑΤΕ.
Σε ένα τουριστικό μέρος όπως η Ευρυτανία θα σας εντυπωσιάσει η γαστρονομική πενία... Λίγα πράγματα θα βρείτε. Σας συνιστώ τα απανταχού σουβλάκια, που στο κάτω-κάτω, λόγω της ευτελούς φύσης τους, μπορούν να είναι τίμια. Επίσης, σημειώστε το «Xάνι» στο Γάβρο, όπου η κυρία Mαρίκα κάνει κάποια καλά μαγειρευτά.
ΤΙ ΝΑ ΨΩΝΙΣΕΤΕ.
Κατ' αρχάς, είναι μέρος τουριστικό (το είπαμε και παραπάνω αυτό) και υπάρχουν κάποιοι πονηροί. Από την άλλη μεριά, μπορείτε να βρείτε πολλά καλούδια. Οπωσδήποτε στον Προυσό, στην αλλαντοποιία Xρ. Στρεμμένου, για προσούτο dolcio, σαλάμι αέρος, λούζα και λουκάνικα. Στο Mεγάλο Xωριό, στο Kεντρικό της κυρίας Mαρίας Xάσκου θα βρείτε καλά πράγματα: φασόλια, κάστανα, βατόμουρα, κυδώνια και ελατίσιο μέλι. Ακόμα, τσάι βουνού, ρίγανη, τίλιο, λεβάντα και μαρμελάδες σπιτικές.

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΝΤΙΝΟΣ ΚΙΟΥΣΗΣ
εφημερίδα "Καθημερινή".