Splendor: Η cult ρομαντική κομεντί των ’90s που αποθεώνει το ερωτικό τρίγωνο.
Όταν ακούμε το όνομα του Gregg Araki, το μυαλό μας πηγαίνει αυτόματα σε σκοτεινές, προκλητικές και ενίοτε βίαιες ταινίες που καθόρισαν το ανεξάρτητο σινεμά των ’90s (όπως τα "The Doom Generation" και "Nowhere"). Το 1999, ωστόσο, ο ανατρεπτικός σκηνοθέτης έκανε μια τεράστια στροφή στην καριέρα του. Με το "Splendor", παρέδωσε μια φωτεινή, πολύχρωμη και απρόσμενα αισιόδοξη αισθηματική κωμωδία, η οποία έμελλε να γίνει μια από τις πιο ιδιαίτερες cult ταινίες της εποχής της. Αν και στην Ελλάδα δεν προβλήθηκε ποτέ στις μεγάλες οθόνες, το "Splendor" παραμένει μέχρι σήμερα ένα κρυμμένο διαμάντι. Η λέξη "Splendor" έχει βαθιές ρίζες που ξεκινούν από την αρχαία ινδοευρωπαϊκή γλώσσα και τη ρίζα (s)plend- (λάμπω, φέγγω). Μέσω αυτής, πέρασε στα λατινικά ως ρήμα splendere (είμαι λαμπερός, ακτινοβολώ) και στη συνέχεια ως ουσιαστικό splendor, σημαίνοντας τη φωτεινότητα, τη λάμψη και το κάλλος. Κατά τον 15ο αιώνα, υιοθετήθηκε από τα γαλλικά (esplendor) και τελικά εισήλθε στα αγγλικά για να δηλώσει τη μεγαλοπρέπεια, την αίγλη και την εκθαμβωτική ομορφιά. Στην ταινία, ο τίτλος χρησιμοποιείται μεταφορικά για τη «λαμπερή» και ιδανική ζωή που προσπαθούν να χτίσουν οι ήρωες, μακριά από τους κοινωνικούς κανόνες.
Το "Splendor" ξεκινά με μια σχεδόν αιρετική ιδέα για ρομαντική κομεντί: τι συμβαίνει όταν μια γυναίκα ερωτεύεται δύο άντρες και αρνείται να μετατρέψει τον έρωτά της σε διαγωνισμό αποκλειστικότητας;
📽 Η υπόθεση: όταν το ερωτικό τρίγωνο γίνεται «οικογένεια».
Η ιστορία διαδραματίζεται στο Λος Άντζελες και ακολουθεί τη Veronica (Kathleen Robertson), μια 22χρονη κοπέλα που βλέπει την ερωτική της ζωή να περιπλέκεται με τον πιο αναπάντεχο τρόπο. Μέσα στην ίδια νύχτα, γνωρίζει και ερωτεύεται δύο εντελώς διαφορετικούς άντρες: Τον Abel (Johnathon Schaech), έναν ευαίσθητο, ρομαντικό και διανοούμενο συγγραφέα, και τον Zed (Matt Keeslar), έναν απίστευτα ελκυστικό, αυθόρμητο και «φευγάτο» ντράμερ σε punk συγκρότημα. Ο Abel εκπροσωπεί την ευαισθησία, τη σκέψη και τον ρομαντισμό. Ο Zed ενσαρκώνει το ένστικτο, τη σωματική έλξη και την απρόβλεπτη ενέργεια. Ο ένας δεν ακυρώνει τον άλλον. Και αυτό είναι το πρώτο σκάνδαλο της ιστορίας: η καρδιά δεν λειτουργεί πάντοτε με τη λογική της ιδιοκτησίας.
Αδυνατώντας να επιλέξει ανάμεσα στους δύο, η Veronica παίρνει μια τολμηρή απόφαση: τους προτείνει να συγκατοικήσουν και οι τρεις μαζί. Παρά τις αρχικές αμηχανίες και τις σκηνές ζήλιας, το πείραμα πετυχαίνει. Οι δύο άντρες αναπτύσσουν μια δυνατή φιλία και οι τρεις τους δημιουργούν μια ευτυχισμένη, εναλλακτική οικογένεια, όπου ο καθένας συμπληρώνει τον άλλον. Η ταινία δεν αντιμετωπίζει το ερωτικό τρίγωνο ως μια προσωρινή εκτροπή που πρέπει να διορθωθεί, ούτε ως ένα παιχνίδι στο οποίο κάποιος υποχρεωτικά θα χάσει. Αντίθετα, δοκιμάζει την ιδέα ότι η αγάπη δεν είναι αναγκαστικά μια πίτα που, όσο περισσότερα κομμάτια μοιράζεις, τόσο λιγότερο μένει για τον καθένα. Κι εκεί που περιμένεις να εμφανιστεί η ζήλια ως ο φυσικός τιμωρός κάθε απόκλισης, οι τρεις ήρωες ανακαλύπτουν κάτι απλούστερο και δυσκολότερο: ότι η συνύπαρξη απαιτεί ειλικρίνεια, συμφωνίες και την αποδοχή πως ο άλλος δεν είναι ιδιοκτησία σου.
📽 Η ανατροπή και το ανατρεπτικό φινάλε.
Η απόλυτη ισορροπία ανατρέπεται όταν η Veronica ανακαλύπτει ότι είναι έγκυος, χωρίς να ξέρει ποιος από τους δύο είναι ο πατέρας. Παρόλο που ο Abel και ο Zed δηλώνουν έτοιμοι να μεγαλώσουν το παιδί μαζί, η Veronica πανικοβάλλεται κάτω από το βάρος των κοινωνικών συμβάσεων.
Σε αυτή τη στιγμή κρίσης, μπαίνει στη ζωή της ο Ernest (Eric Mabius), ένας πλούσιος και επιτυχημένος σκηνοθέτης που της προσφέρει μια «φυσιολογική» ζωή με οικονομική ασφάλεια. Η Veronica αποφασίζει να αφήσει τους δύο αγαπημένους της και να παντρευτεί τον Ernest.
Όμως, η καρδιά δεν υπακούει σε κανόνες. Την ημέρα του γάμου, ο Abel και ο Zed κάνουν μια θεαματική εισβολή στην εκκλησία, εξομολογούμενοι ότι δεν μπορούν να ζήσουν ούτε χωρίς εκείνη, αλλά ούτε και ο ένας χωρίς τον άλλον. Η Veronica εγκαταλείπει τον Ernest στα σκαλιά της εκκλησίας. Η ταινία κλείνει μερικά χρόνια μετά, δείχνοντας την πολυερωτική τριάδα να μεγαλώνει ευτυχισμένη το παιδί της, μακριά από τα στερεότυπα.
📽 Κριτικές και αποδοχή: ένα φιλμ μπροστά από την εποχή του.
Όταν το Splendor έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Sundance το 1999, οι κριτικές ήταν μικτές. Οι παραδοσιακοί κριτικοί κατηγόρησαν την ταινία για έλλειψη σεναριακού βάθους, ενώ οι σκληροπυρηνικοί fans του Araki απογοητεύτηκαν που ο σκηνοθέτης άφησε το σκοτεινό του στυλ για χάρη μιας rom-com.
Με το πέρασμα των χρόνων, ωστόσο, η ταινία επανεκτιμήθηκε. Σήμερα θεωρείται πρωτοποριακή, καθώς ήταν από τις πρώτες ταινίες του mainstream/ indie κινηματογράφου που παρουσίασε την πολυερωτικότητα (polyamory) με τόσο θετικό, ανάλαφρο και καθόλου επικριτικό τρόπο.
Η ταινία είναι γεμάτη με έντονα, φωτεινά χρώματα, προσεγμένα 90s κοστούμια και μια ατμόσφαιρα που θυμίζει ζωντανό κόμικ. Όπως σε κάθε ταινία του Araki, η μουσική είναι ξεχωριστός χαρακτήρας. Από dream pop μέχρι indie rock, το soundtrack (με μπάντες όπως οι Blur και Suede) «ντύνει» τέλεια την εποχή. Η Kathleen Robertson κλέβει την παράσταση με τη ζωντάνια της, ενώ οι Schaech και Keeslar δημιουργούν ένα από τα πιο γοητευτικά δίδυμα της δεκαετίας.
Το Splendor μπορεί να μην έγινε η εισπρακτική επιτυχία του 1999, αλλά παραμένει μια γλυκιά, επαναστατική και άκρως ψυχαγωγική ταινία για το τι σημαίνει αγάπη έξω από τα συνηθισμένα πλαίσια. Πίσω από την ανάλαφρη διάθεση, όμως, κρύβεται μια ερώτηση που ξεπερνά τα όρια της ερωτικής κωμωδίας: αγαπάμε έναν άνθρωπο γι’ αυτό που είναι ή γι’ αυτό που απαιτούμε να είναι για εμάς;
Η κοινωνία έχει έτοιμη την απάντηση. Ένας άντρας, μία γυναίκα, ένας γάμος, ένα σπίτι, μια οικογένεια. Όλα τακτοποιημένα, σαν έπιπλα σε κατάλογο. Οτιδήποτε περισσεύει από το σχέδιο θεωρείται πρόβλημα που χρειάζεται επίλυση. Μόνο που η ζωή δεν είναι κατάλογος επίπλων. Και ο έρωτας δεν είναι συμβόλαιο ιδιοκτησίας.
Το πραγματικά ανατρεπτικό στοιχείο του Splendor δεν είναι ότι προτείνει μια διαφορετική ερωτική διάταξη. Είναι ότι τολμά να φανταστεί μια ευτυχία η οποία δεν ζητά την έγκριση της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Γιατί, τελικά, το αντίθετο της συμβατικότητας δεν είναι υποχρεωτικά η ελευθερία, όπως και το αντίθετο της μονογαμίας δεν είναι αυτομάτως η απελευθέρωση. Καμία μορφή σχέσης δεν γίνεται ανθρώπινη μόνο και μόνο επειδή είναι παραδοσιακή ή αντισυμβατική. Το κριτήριο βρίσκεται αλλού: στην ελευθερία, στη συναίνεση, στην ευθύνη και στον σεβασμό των ανθρώπων που συμμετέχουν σε αυτήν.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η διαχρονικότητα αυτής της παράξενης, πολύχρωμης, λαμπερής ταινίας: όχι στην ιδέα ότι ο έρωτας χρειάζεται περισσότερους ανθρώπους, αλλά στην αμφισβήτηση της απαίτησης να αγαπάμε όλοι με τον ίδιο τρόπο. Ο έρωτας δεν έχει ανάγκη από περισσότερους κανόνες. Έχει ανάγκη από λιγότερους ιδιοκτήτες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου