5/9/26

Η παρτίδα που δεν τελειώνει...

 


Ίσως η ζωή να μοιάζει περισσότερο με μια παρτίδα σκακιού απ’ όσο θέλουμε να παραδεχτούμε.

Μπαίνουμε στη σκακιέρα χωρίς να γνωρίζουμε όλες τις κινήσεις που θα χρειαστεί να κάνουμε. Στην αρχή πιστεύουμε πως έχουμε χρόνο. Τα κομμάτια είναι στη θέση τους, οι δρόμοι ανοιχτοί, οι δυνατότητες σχεδόν απεριόριστες. Έχουμε έναν βασιλιά να προστατεύσουμε, μια βασίλισσα που κινείται παντού, πύργους που οριοθετούν τον κόσμο μας, άλογα που μπορούν να ξεφύγουν από την ευθεία και αξιωματικούς που βλέπουν μακριά, αλλά πάντοτε λοξά.

Και ύστερα αρχίζουν οι απώλειες.

Πρώτα φεύγουν εκείνα που θεωρούσαμε αυτονόητα. Άνθρωποι, έρωτες, φιλίες, βεβαιότητες. Κάποια στιγμή κοιτάζουμε τη σκακιέρα και αντιλαμβανόμαστε πως έχει αδειάσει. Δεν είναι πια η ίδια παρτίδα. Ούτε κι εμείς είμαστε ο ίδιος παίκτης.

Ο έρωτας είναι ίσως η μεγαλύτερη από αυτές τις απώλειες. Όταν αγαπάμε, ένας άνθρωπος γίνεται ολόκληρος ο κόσμος μας. Δεν είναι απλώς ένα κομμάτι στη σκακιέρα· γίνεται η ίδια η δυνατότητα να έχει νόημα το παιχνίδι. Κι όταν φύγει, δεν χάνουμε μόνο εκείνον. Χάνουμε και ένα μέρος του εαυτού μας που υπήρχε μόνο μέσα στη σχέση μαζί του.

Γι’ αυτό υπάρχουν άνθρωποι που, ακόμη κι όταν έχουν φύγει, εξακολουθούν να καταλαμβάνουν μια θέση μέσα μας.

Η μνήμη είναι η παράξενη σκακιέρα όπου οι απόντες συνεχίζουν να κινούνται. Δεν υπακούει στους κανόνες του χρόνου. Μπορεί να μας επιστρέψει μέσα σε ένα δευτερόλεπτο ένα βλέμμα που έχει περάσει δεκαετίες πριν, μια φωνή που δεν ακούμε πια, ένα άγγιγμα που το σώμα θυμάται καλύτερα από τη λογική.

Και τότε καταλαβαίνουμε πως δεν ξεχνάμε πραγματικά ό,τι αγαπήσαμε. Απλώς αλλάζει η θέση του μέσα μας.

Η ζωή, όμως, δεν κινείται πάντοτε ευθεία.

Υπάρχουν άνθρωποι που ξεκίνησαν για έναν προορισμό και βρέθηκαν αλλού. Υπάρχουν σχέδια που εγκαταλείφθηκαν, δρόμοι που έκλεισαν, αποφάσεις που πήραμε χωρίς να γνωρίζουμε το τίμημά τους. Κι όταν κοιτάξουμε πίσω, η διαδρομή μας μοιάζει παράξενη, σχεδόν λοξή.

Όμως ίσως αυτή να είναι η ίδια η ουσία της ανθρώπινης ζωής.

Δεν ζούμε σε ευθείες γραμμές. Ζούμε σε παρεκκλίσεις.

Κάθε λάθος, κάθε απώλεια, κάθε τυχαία συνάντηση μετακινεί ένα κομμάτι και αλλάζει ολόκληρη τη θέση. Αυτό που θεωρούσαμε ήττα μπορεί να υπήρξε η απαραίτητη κίνηση για να φτάσουμε κάπου αλλού. Κι αυτό που κάποτε θεωρήσαμε νίκη μπορεί, χρόνια αργότερα, να αποδειχθεί η αρχή της μεγαλύτερης απώλειάς μας.

Ίσως γι’ αυτό η ζωή δεν μπορεί να κριθεί από μία μόνο κίνηση.

Χρειάζεται να δούμε ολόκληρη την παρτίδα.

Και κάποια στιγμή έρχεται η στιγμή που δεν ξέρουμε πια πώς να κινηθούμε. Όχι επειδή δεν υπάρχουν κινήσεις, αλλά επειδή έχουμε χάσει την παλιά μας βεβαιότητα πως γνωρίζουμε τους κανόνες. Τα πράγματα που κάποτε φαίνονταν αυτονόητα γίνονται ξένα. Οι άνθρωποι αλλάζουν, οι επιθυμίες μετακινούνται, ο χρόνος μεταφέρει αθόρυβα τα όρια του κόσμου μας.

Κι όμως, η παρτίδα συνεχίζεται.

Ίσως αυτό να είναι το πιο ανθρώπινο στοιχείο της ύπαρξης: ότι συνεχίζουμε ακόμη κι όταν δεν ξέρουμε πια ακριβώς πώς.

Με λιγότερα κομμάτια.

Με περισσότερες ουλές.

Με λιγότερες βεβαιότητες.

Με περισσότερες μνήμες.

Και ίσως τότε καταλάβουμε πως η ζωή δεν ήταν ποτέ μια παρτίδα που έπρεπε να κερδίσουμε.

Κανείς δεν κερδίζει απέναντι στον χρόνο. Κανείς δεν κρατά για πάντα τα πρόσωπα που αγάπησε, τις στιγμές που έζησε, τον κόσμο που κάποτε θεωρούσε δικό του. Κάποια στιγμή η σκακιέρα αδειάζει. Ένα ένα τα κομμάτια χάνονται, οι θέσεις μένουν κενές και ο άνθρωπος βρίσκεται μόνος απέναντι σε μια σιωπή που δεν απαντά.

Κι όμως, δεν σηκώνεται.

Μένει εκεί.

Ίσως γιατί η τελευταία κίνηση δεν ανήκει ποτέ ολοκληρωτικά σε εμάς. Ίσως γιατί υπάρχουν απουσίες που δεν αποδέχονται το τέλος και εξακολουθούν να καταλαμβάνουν χώρο μέσα μας. Μια άδεια θέση απέναντί μας μπορεί να γίνει πιο πραγματική από οποιαδήποτε παρουσία.

Τελικά, δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει αντίπαλος για να συνεχιστεί μια παρτίδα.

Αρκεί ένας άνθρωπος που περιμένει.

Ένας άνθρωπος που εξακολουθεί να μιλά σε κάποιον που δεν απαντά, να επιστρέφει νοερά σε δρόμους που δεν οδηγούν πια πουθενά, να αναμετριέται κάθε μέρα με όσα δεν μπόρεσε να αλλάξει.

Και τότε η σκακιέρα δεν είναι πια χώρος παιχνιδιού.

Είναι ο ίδιος ο χρόνος.

Κάθε τετράγωνό της κι ένας χρόνος που πέρασε. Κάθε χαμένο κομμάτι κι ένα κομμάτι του εαυτού μας που δεν επιστρέφει. Και στο τέλος μένει ο παίκτης, σχεδόν γυμνός από βεβαιότητες, μπροστά στην τελευταία του κίνηση.

Ξέρει πως δεν υπάρχει νίκη.

Ξέρει πως κάποτε θα πρέπει να αφήσει τη σκακιέρα.

Κι όμως, σηκώνει το χέρι.

Όχι για να κερδίσει.

Αλλά για να κάνει ακόμη μία κίνηση.

Γιατί ίσως αυτό να είναι τελικά η ζωή:

όχι η προσδοκία της νίκης,

αλλά η αδυναμία να πεις «τέλος»

ενώ απέναντί σου υπάρχει ακόμη μια άδεια θέση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: