13/9/26

Χνάρια Αναμενόμενης Επιστροφής.


Ποιος αφήνει χνάρια  πίσω του;

Ίσως εκείνος που ξέρει πως ο δρόμος δεν είναι πάντα για να φύγεις. Μερικές φορές είναι για να μπορέσεις να γυρίσεις. Ένα σημάδι σε μια χαρτοπετσέτα, μια πόρτα μισάνοιχτη, ένα φως που δεν έσβησε. Κι ύστερα η δύση, αυτό το παράξενο χρώμα που μένει λίγο ακόμη στον ουρανό, σαν να αρνείται η μέρα να τελειώσει πριν προλάβει να τη δει εκείνος που περιμένει.

Να βλέπεις. Να μη σκοντάφτεις στο σκοτάδι. Ίσως γι’ αυτό κάποιος κρατά λίγο φως για κάποιον άλλον, ακόμη κι όταν ο ίδιος έχει συνηθίσει πια τη νύχτα.

Κι έτσι περνούν οι μέρες. Κάποιος νικάει μόνος του τις πίκρες για να μη φτάσουν απέναντι. Τις κρατά μέσα του, όπως κρατάς στην παλάμη κάτι που καίει χωρίς να το αφήνεις να πέσει. Υπάρχουν πράγματα που δεν λέγονται όχι επειδή δεν έχουν σημασία, αλλά επειδή έχουν περισσότερη απ’ όση αντέχουν οι λέξεις.

Οι νύχτες το ξέρουν καλύτερα. Εκεί ο χρόνος δεν μετριέται με ώρες αλλά με ανάσες. Μία ακόμη. Κι άλλη μία. Μέχρι να μικρύνει η απόσταση. Κι ύστερα τα βουνά- όχι μόνο εκείνα που βρίσκονται στον χάρτη, αλλά κι εκείνα που υψώνονται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους όταν θέλουν να πλησιάσουν.

Τα βουνά περνιούνται.

Η απόσταση όμως έχει άλλους νόμους.

Ίσως γι’ αυτό δυο ξένοι, όταν ανταμώνουν, να μη συναντούν απλώς ο ένας τον άλλον. Συναντούν δύο κόσμους που μέχρι εκείνη τη στιγμή ταξίδευαν χωριστά. Ένας άγνωστος τόπος ανοίγει μπροστά σου και μπαίνεις χωρίς χάρτη. Κάποτε τα σύνορα θολώνουν. Το «εγώ» αφήνει χώρο στο «εσύ» και η ζωή, χωρίς να το καταλάβεις, αποκτά περισσότερο χώρο.

Από εκεί αρχίζει η υπερβολή.

Ένα βλέμμα γίνεται αναμονή, η αναμονή γίνεται ταξίδι, το ταξίδι γίνεται νύχτα, η νύχτα γίνεται βουνό και το βουνό δρόμος. Όλα μεγαλώνουν υπερβολικά όταν υπάρχει κάποιος για τον οποίο αξίζει να διασχίσεις αυτό που πριν έμοιαζε αδιάβατο.

Κι ύστερα έρχεται η στιγμή που κοιτάζεις πίσω και βλέπεις όσα έκανες χωρίς να χρειάζεται. Όσα έδωσες χωρίς να ξέρεις αν θα επιστραφούν. Όσα ο λογικός άνθρωπος θα είχε αποφύγει.

Και χαμογελάς.

Χαλάλι.

Γιατί κάποια πράγματα δεν μπαίνουν σε λογαριασμό. Δεν έχουν απόδειξη, ούτε ισοζύγιο. Μένουν σαν δρόμοι που διασχίστηκαν χωρίς να ρωτήσει κανείς πόσο κόστισαν.

Ίσως γι’ αυτό δεν μετανιώνουμε για τις υπερβολές μας. Δεν ήταν υπερβολές εκείνη τη στιγμή. Ήταν απλώς η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που νιώθαμε και σε αυτό που μπορούσαμε να κάνουμε.

Και στο τέλος, όταν έχουν χαθεί τα χρώματα, οι νύχτες, τα βουνά και οι δρόμοι, μπορεί να έχει μείνει μόνο ένα χνάρι.

Όχι για να θυμάσαι από πού ήρθες.

Αλλά για να ξέρεις προς τα πού μπορείς ακόμη να γυρίσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: