15/8/26

Ο Εύηνος, ο Φίδαρης, ο Λυκόρμας...


Υπάρχουν ποτάμια που έχουν ένα όνομα. Και υπάρχουν ποτάμια που έχουν μνήμη. Ο Εύηνος ανήκει στα δεύτερα. Εύηνος, Φίδαρης, Λυκόρμας. Τρία ονόματα για τον ίδιο ποταμό, τρεις διαφορετικές φωνές της ίδιας γης, τρεις όχθες του χρόνου. Στην πραγματικότητα, καμία από τις τρεις ονομασίες δεν πέθανε ολοκληρωτικά. Συνυπήρχαν και συνεχίζουν να συνυπάρχουν, αποδεικνύοντας πως η γλώσσα δεν είναι ένας δρόμος που σβήνει πίσω μας, αλλά ένα ποτάμι που μεταφέρει τη μνήμη από γενιά σε γενιά.

Ο Λυκόρμας είναι το αρχαιότερο όνομα. Έρχεται από τα βάθη της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, τότε που οι ποταμοί δεν ήταν απλώς γεωγραφικά στοιχεία αλλά ζωντανές δυνάμεις της φύσης, ποτάμιοι θεοί με δική τους υπόσταση και μοίρα. Η ονομασία αυτή πιθανότατα προήλθε από τις λέξεις "λύκος" και "ορμή", εξαιτίας των ορμητικών και άγριων νερών του.

Ήδη από τους Ομηρικούς χρόνους το ποτάμι μετονομάστηκε σε Εύηνος από τον μυθικό βασιλιά της Αιτωλίας Εύηνο. Ο Εύηνος, γιος του θεού του πολέμου Άρη, ήταν βασιλιάς της Αιτωλίας. Είχε μια κόρη, τη Μαρπήσσα, η οποία ήταν τόσο όμορφη που την διεκδικούσαν οι σπουδαιότεροι ήρωες της εποχής. Ο Εύηνος, όμως, δεν ήθελε να την αποχωριστεί. Έτσι, έθεσε έναν θανάσιμο όρο: όποιος ήθελε να παντρευτεί τη Μαρπήσσα, έπρεπε να τον αντιμετωπίσει σε αρματοδρομία. Αν ο μνηστήρας έχανε (κάτι που συνέβαινε πάντα, αφού ο Εύηνος είχε ανίκητα άλογα από τον Άρη), ο βασιλιάς του έκοβε το κεφάλι και το κάρφωνε στους τοίχους του παλατιού του. Τότε εμφανίστηκε ο Ίδας, ένας παράτολμος ήρωας από τη Μεσσηνία (ένας από τους Αργοναύτες). Ο Ίδας ερωτεύτηκε παράφορα τη Μαρπήσσα και ζήτησε τη βοήθεια του θεού Ποσειδώνα. Ο θεός του χάρισε ένα φτερωτό, χρυσό άρμα με άλογα που έτρεχαν πιο γρήγορα από τον άνεμο. Ο Ίδας έφτασε στην Αιτωλία, άρπαξε τη Μαρπήσσα και έφυγε σαν αστραπή. Ο Εύηνος, εξοργισμένος, ανέβηκε στο δικό του άρμα και άρχισε μια τρελή καταδίωξη. Η καταδίωξη σταμάτησε απότομα στις όχθες του ορμητικού ποταμού Λυκόρμα. Βλέποντας το φτερωτό άρμα του Ίδα να πετάει πάνω από το ποτάμι και να χάνεται στον ορίζοντα, ο Εύηνος συνειδητοποίησε την ήττα του. Από την απόγνωση και τη βαθιά ντροπή του, έσφαξε τα δικά του άλογα. Έπεσε μέσα στα άγρια νερά του ποταμού και πνίγηκε. Έκτοτε, ο Λυκόρμας μετονομάστηκε σε Εύηνο. Ο Ίδας πίστεψε ότι νίκησε, αλλά η περιπέτειά του δεν είχε τελειώσει. Τη Μαρπήσσα είχε ερωτευτεί και ο θεός Απόλλωνας. Ο Απόλλωνας εμφανίστηκε μπροστά στο ζευγάρι και απαίτησε να πάρει την κοπέλα. Ο Ίδας, αντί να φοβηθεί και να υποχωρήσει μπροστά σε έναν αθάνατο θεό, τράβηξε το τόξο του. Οι δυο τους άρχισαν μια άγρια μονομαχία για τα μάτια της Μαρπήσσας. Η μάχη ήταν τόσο σκληρή που χρειάστηκε να παρέμβει ο ίδιος ο Δίας. Ο βασιλιάς των θεών έριξε έναν κεραυνό ανάμεσά τους για να τους χωρίσει και αποφάσισε να δώσει τη λύση με έναν πρωτότυπο τρόπο: να επιλέξει η ίδια η Μαρπήσσα ποιον άντρα θέλει για σύζυγό της. Ο Απόλλωνας της υποσχέθηκε αθανασία, αιώνια νιότη και τη θεϊκή του δόξα. Ο Ίδας της πρόσφερε την επίγεια, θνητή αγάπη του. Η Μαρπήσσα έκανε μια σοφή και πολύ ανθρώπινη σκέψη: φοβήθηκε ότι αν επέλεγε τον Απόλλωνα, εκείνος θα την εγκατέλειπε όταν εκείνη θα γερνούσε και θα έχανε την ομορφιά της, ενώ ο ίδιος θα παρέμενε για πάντα νέος. Έτσι, επέλεξε τον θνητό Ίδα, προτιμώντας να γεράσει και να πεθάνει μαζί του. Ο Απόλλωνας σεβάστηκε την απόφαση (αν και πληγωμένος), και το ζευγάρι έζησε μαζί, έχοντας γράψει μια από τις πιο ρομαντικές και ταυτόχρονα άγριες σελίδες της μυθολογίας. Έτσι ο Λυκόρμας έγινε Εύηνος και ο ποταμός απέκτησε μέσα στη μυθολογία ανθρώπινη μνήμη, πάθος και τραγωδία. Που έγινε ακόμη βαθύτερη με τον επόμενο δεύτερο και πιο διάσημο μύθο που εκτυλίχθηκε στα νερά του. Αυτόν της Δηιάνειρας, του Ηρακλή και του Νέσσου.


Η Δηιάνειρα (ή σωστότερα Δηϊάνειρα) είναι μία από τις πιο τραγικές και πολυδιάστατες γυναικείες μορφές της ελληνικής μυθολογίας. Το όνομά της είναι σύνθετο από τις λέξεις δήιος (εχθρός, καταστροφέας) και ανήρ (άνδρας). Σημαίνει, δηλαδή, «αυτή που καταστρέφει τον άνδρα της», ένα όνομα-προφητεία, αφού έμελλε να γίνει η αιτία για τον θάνατο του ισχυρότερου άνδρα του κόσμου, του Ηρακλή. Η ζωή της Δηιάνειρας συνδέεται άρρηκτα με το υδάτινο στοιχείο της Αιτωλοακαρνανίας, καθώς η μοίρα της σφραγίστηκε από τις δραματικές αναμετρήσεις της στα δύο μεγαλύτερα ποτάμια της, τον Αχελώο και τον Εύηνο.

Η ιστορία ξεκινά στο παλάτι της Καλυδώνας (αρχαία πόλη της Αιτωλίας κοντά στον Εύηνο). Η πανέμορφη πριγκίπισσα Δηιάνειρα, κόρη του βασιλιά Οινέα, διεκδικείται από τον τρομερό θεό του διπλανού ποταμού, τον Αχελώο. Ο Αχελώος, που έχει την ικανότητα να αλλάζει μορφές, προσπαθεί να αρπάξει την πανέμορφη Δηιάνειρα. Τότε εμφανίζεται ο Ηρακλής, ο οποίος έχει έρθει από τον Κάτω Κόσμο κι έχοντας δώσει υπόσχεση στη σκιά του πεθαμένου αδελφού της Δηιάνειρας, του Μελεάγρου, ότι θα την προστατεύσει και θα την παντρευτεί.  Για να την κερδίσει, ο Ηρακλής παλεύει σώμα με σώμα με τον Αχελώο. Ο ποταμός-θεός μεταμορφώνεται σε φίδι και μετά σε μαινόμενο ταύρο, αλλά ο ημίθεος ήρωας τον υποτάσσει, του σπάει το ένα κέρατο (από το οποίο γεννιέται το Κέρας της Αμάλθειας) και παίρνει τη Δηιάνειρα ως σύζυγό του. Μετά τον γάμο τους, το ζευγάρι αποφασίζει να φύγει από την Καλυδώνα για να εγκατασταθεί στην Τραχίνα. Στο ταξίδι τους βρίσκουν μπροστά τους τον δεύτερο μεγάλο ποταμό της περιοχής, τον ορμητικό και πλημμυρισμένο Εύηνο. Εκεί βρισκόταν ο Κένταυρος Νέσσος, ο οποίος εκτελούσε χρέη περαματάρη (πορθμέα), μεταφέροντας τους ταξιδιώτες στην απέναντι όχθη στην πλάτη του έναντι αμοιβής. Ο Ηρακλής, όντας ημίθεος, μπορούσε εύκολα να κολυμπήσει και να περάσει μόνος του τα άγρια νερά. Πλήρωσε λοιπόν τον Νέσσο για να περάσει με ασφάλεια τη Δηιάνειρα. Καθώς ο Νέσσος διέσχιζε το ποτάμι κουβαλώντας τη Δηιάνειρα, θαμπώθηκε από την ομορφιά της και, στη μέση της διαδρομής, επιχείρησε να τη βιάσει. Η Δηιάνειρα άρχισε να καλεί έντρομη σε βοήθεια. Ο Ηρακλής, που είχε ήδη φτάσει στην απέναντι όχθη, άκουσε τις κραυγές, γύρισε και είδε τι συνέβαινε. Χωρίς να χάσει χρόνο, έβγαλε ένα από τα φονικά του βέλη -ποτισμένο με το ανίατο δηλητήριο της Λερναίας Ύδρας- και τόξευσε τον Νέσσο στην καρδιά. Καθώς ο Κένταυρος ξεψυχούσε αιμόφυρτος στη λάσπη του Ευήνου, αποφάσισε να εκδικηθεί τον Ηρακλή χρησιμοποιώντας την αφέλεια της Δηιάνειρας. Ψιθύρισε στην κοπέλα: «Αν θέλεις ο Ηρακλής να μην πάψει ποτέ να σε αγαπά και να μην κοιτάξει καμία άλλη γυναίκα, μάζεψε το αίμα από την πληγή μου. Είναι ένα ισχυρό ερωτικό φίλτρο». Η Δηιάνειρα, φοβούμενη ότι κάποια μέρα θα έχανε τον άνδρα της, πίστεψε τα λόγια του, μάζεψε κρυφά το ματωμένο υγρό και το φύλαξε. Μετά από χρόνια, ο Ηρακλής κυρίευσε την Οιχαλία και πήρε μαζί του ως αιχμάλωτη μια πανέμορφη νέα κοπέλα, την Ιόλη. Η Δηιάνειρα, τυφλωμένη από τη ζήλια και πιστεύοντας ότι ο Ηρακλής την αντικατέστησε, θυμήθηκε το «φίλτρο» του Νέσσου. Βούτηξε έναν γιορτινό χιτώνα στο ματωμένο υγρό και τον έστειλε στον Ηρακλή για να τον φορέσει κατά τη διάρκεια μιας θυσίας. Μόλις ο ήρωας φόρεσε τον χιτώνα, η ζέστη της φωτιάς ενεργοποίησε το δηλητήριο της Λερναίας Ύδρας που βρισκόταν στο αίμα του Κενταύρου. Ο χιτώνας κόλλησε στις σάρκες του και άρχισε να τον καίει ζωντανό με φρικτούς πόνους. Μην αντέχοντας το μαρτύριο, ο Ηρακλής ανέβηκε στο βουνό Οίτη, έχτισε μια μεγάλη πυρά και κάηκε ζωντανός (για να ανέβει έτσι στον Όλυμπο ως αθάνατος θεός). Η Δηιάνειρα, συνειδητοποιώντας το φρικτό λάθος που έκανε άθελά της, αυτοκτόνησε από τις τύψεις.

Έτσι η ορμητικότητα των νερών του Λυκόρμα συνδέθηκε εκπληκτικά με την ορμητικότητα των ανθρώπινων παθών, χάρη στην μυθολογία. Ο Λυκόρμας έγινε Εύηνος. Όμως το αρχαίο όνομα δεν εξαφανίστηκε.

Έμεινε ζωντανό στη λόγια παράδοση, στη λογοτεχνία και στη μνήμη της αρχαιότητας. Και ακόμη σήμερα το όνομα Λυκόρμας χρησιμοποιείται ποιητικά και συμβολικά για να ανακαλέσει την άγρια και ορμητική φύση του ποταμού, ιδιαίτερα όταν τα νερά του φουσκώνουν τον χειμώνα και κατεβαίνουν από τα βουνά με δύναμη.

Ο Εύηνος είναι το όνομα που συνδέει τον ποταμό με την επίσημη ιστορική και γεωγραφική παράδοση. Το συναντάμε στην αρχαία γραμματεία, στη μυθολογία, στους χάρτες και στη λόγια παιδεία. Δεν χρειάστηκε πραγματικά να «επιστρέψει» από το παρελθόν. Παρέμεινε στη γραπτή μνήμη και πέρασε στη σύγχρονη γεωγραφία και διοίκηση.

Και ύστερα υπάρχει ο Φίδαρης.

Το όνομα της καθημερινότητας. Το όνομα που έζησε στις φωνές των ανθρώπων της Αιτωλοακαρνανίας και ιδιαίτερα στις ορεινές περιοχές της Ναυπακτίας και του Θέρμου. Το όνομα που δεν χρειάστηκε βιβλία για να επιβιώσει. Πέρασε από στόμα σε στόμα, από πατέρα σε παιδί, από γενιά σε γενιά. Μπήκε στα δημοτικά τραγούδια, στις τοπικές αφηγήσεις, στις ιστορίες των χωριών και στη ζωντανή γεωγραφία του τόπου.

Ο Φίδαρης είναι το όνομα της λαϊκής μνήμης.

Κι έτσι τα τρία ονόματα δεν διαδέχθηκαν απλώς το ένα το άλλο. Συνυπήρξαν.

Ο Λυκόρμας της μυθολογίας.

Ο Εύηνος της ιστορίας και της λόγιας παράδοσης.

Ο Φίδαρης της καθημερινής ζωής.

Τρεις λέξεις που δείχνουν πως η ελληνική γλώσσα δεν είναι ένα μουσείο παλιών ονομάτων. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός που μεταμορφώνεται, αλλά κρατά μέσα του τα ίχνη των προηγούμενων εποχών.

Και ο ίδιος ο ποταμός είναι ένας γεωγραφικός δρόμος μέσα στον χρόνο.

Γεννιέται στον ορεινό χώρο της Ρούμελης, στις πλαγιές των Βαρδουσίων, και κατεβαίνει μέσα από ένα τοπίο άγριο και βαθύ. Περνά από βουνά, χαράδρες, δάση και πέτρινες όχθες, δέχεται μικρότερα ρέματα και χειμάρρους και διαμορφώνει έναν από τους σημαντικούς υδάτινους άξονες της περιοχής.

Είναι ποτάμι των βουνών.

Και είναι ποτάμι των περασμάτων.

Οι άνθρωποι από παλιά χρειάστηκε να τον διασχίσουν. Να ακολουθήσουν τις όχθες του. Να αναζητήσουν περάσματα και να χτίσουν γέφυρες. Οι γέφυρες πάνω από τον Εύηνο δεν είναι μόνο έργα τεχνικά. Είναι σημάδια της ανθρώπινης προσπάθειας να ενώσει δύο όχθες που η φύση κράτησε χωρισμένες.

Πάνω από τη γέφυρα περνά ο άνθρωπος.

Κάτω από τη γέφυρα περνά ο χρόνος.

Κι ο ποταμός συνεχίζει.

Για αιώνες τα νερά του ακολουθούσαν τη φυσική τους πορεία προς τον Πατραϊκό Κόλπο. Στη σύγχρονη εποχή, όμως, ο άνθρωπος επενέβη δραστικά στη ροή του. Με το φράγμα του Ευήνου και τα έργα υδροδότησης, σημαντικό μέρος των νερών του μεταφέρεται προς την Αττική και εντάσσεται στο σύστημα ύδρευσης της Αθήνας.

Έτσι, ένας ποταμός που ξεκινά από τα βουνά της Αιτωλοακαρνανίας έγινε ένας από τους σημαντικούς υδάτινους πόρους μιας ολόκληρης μητροπολιτικής περιοχής.

Παρά τις προσπάθειες των ανθρώπων να αλλάξουν την πορεία του, όμως, ο ποταμός εξακολουθεί να αναζητά τη θάλασσα. Κάποτε χυνόταν στον Πατραϊκό. Σήμερα, μέσα από τις ανθρώπινες παρεμβάσεις και τη μεταφορά των νερών του, ένα μέρος της υδάτινης πορείας του καταλήγει έμμεσα στον Σαρωνικό.



Σαν να μην έχει σημασία πόσες φορές ο άνθρωπος αλλάζει τη διαδρομή του νερού. Το νερό συνεχίζει να βρίσκει τον δρόμο του. Προς την θάλασσα.

Αλλά ένας ποταμός δεν είναι μόνο η κοίτη του.

Είναι ολόκληρος ο κόσμος που δημιουργείται γύρω του.

Είναι τα πλατάνια, οι ιτιές, τα σκλήθρα και οι παρόχθιες λεύκες, τα δάση που κατεβαίνουν ως τις όχθες, τα ψάρια και τα αμφίβια, τα πουλιά, οι βίδρες, τα έντομα, οι μικροοργανισμοί, οι πηγές και τα ρέματα που τροφοδοτούν τη ζωή του. Είναι το οικοσύστημα που εξαρτάται από τη φυσική παρουσία και τη ροή του νερού.

Γι' αυτό η προστασία του Ευήνου δεν μπορεί να σημαίνει μόνο προστασία από τη ρύπανση. Σημαίνει σεβασμό στη φυσική λειτουργία του ποταμού.

Ο σύγχρονος άνθρωπος συχνά βλέπει τα ποτάμια ως αποθέματα νερού. Τα μετρά σε κυβικά μέτρα, σε φράγματα, σε αγωγούς, σε δίκτυα ύδρευσης. Όμως η φύση δεν μετρά έτσι.

Για τη φύση, το νερό που παραμένει στην κοίτη έχει την ίδια σημασία με το νερό που φεύγει από αυτήν.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ευθύνη μας: να χρησιμοποιούμε το νερό χωρίς να εξαντλούμε τον ποταμό που το γεννά και το φιλοξενεί.

Ο Εύηνος μάς θυμίζει πως ο άνθρωπος και η φύση δεν είναι δύο ξεχωριστοί κόσμοι. Ο άνθρωπος χρειάζεται τον ποταμό, αλλά ο ποταμός δεν χρειάζεται τον άνθρωπο για να υπάρχει. Υπήρχε πριν από εμάς και, αν τον προστατεύσουμε, μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει μετά από εμάς.

Ίσως γι' αυτό ο Εύηνος είναι κάτι περισσότερο από ένας ποταμός της Αιτωλοακαρνανίας.

Είναι γεωγραφία και μυθολογία μαζί.

Είναι ο Λυκόρμας των αρχαίων.

Ο Εύηνος της ιστορίας.

Ο Φίδαρης των ανθρώπων.

Είναι το νερό που κατεβαίνει από τα βουνά, η γέφυρα που ενώνει τις όχθες, το δάσος που καθρεφτίζεται στην επιφάνειά του και η μνήμη που ταξιδεύει μαζί με το ρεύμα του.

Και ίσως, τελικά, τα τρία ονόματά του να μην είναι τρία διαφορετικά ονόματα.

Να είναι τρεις ηλικίες της ίδιας ψυχής.

Ο Λυκόρμας μάς μιλά για τη βαθιά αρχαιότητα.

Ο Εύηνος για την ιστορία και τον πολιτισμό.

Ο Φίδαρης για τη ζωντανή μνήμη του τόπου.

Κι ανάμεσά τους κυλά ο ίδιος ποταμός.

Αδιάκοπος.

Επίμονος.

Ζωντανός.

Γιατί το νερό μπορεί να εκτραπεί, να φραχτεί, να μεταφερθεί.

Δεν μπορεί όμως να ξεχάσει πως είναι ποτάμι.

Και όσο ο Εύηνος - ο Φίδαρης, ο Λυκόρμας-  συνεχίζει να κυλά, μαζί του συνεχίζει να κυλά και ένα κομμάτι της ελληνικής γης, της γλώσσας, της μυθολογίας και της μνήμης.

Τρία ονόματα. Μία κοίτη. Ένας ποταμός μέσα στον χρόνο.




Δεν υπάρχουν σχόλια: