Υπάρχουν λέξεις που ξεκίνησαν από τη γη και κατέληξαν να κατοικούν μέσα στη γλώσσα. Λέξεις που γεννήθηκαν στον κήπο, πέρασαν από την κουζίνα, κάθισαν στο τραπέζι και ύστερα έγιναν μεταφορές για τον άνθρωπο και τη συμπεριφορά του. Το κολοκύθι είναι μία από αυτές. Πώς βρέθηκε ένα τόσο ταπεινό λαχανικό να συμβολίζει την ανοησία, τις υπερβολές, τις ασυναρτησίες και τα λόγια χωρίς ουσία; Η απάντηση βρίσκεται σε ένα πλέγμα παρατηρήσεων για τη φύση του φυτού, την παλιά διατροφική εμπειρία και τις αρχαίες αντιλήψεις για τις ιδιότητες των τροφών.
Το κολοκύθι είναι, πρώτα απ’ όλα, ένα φυτό που απλώνεται. Η κολοκυθιά καταλαμβάνει χώρο, οι βλαστοί της προχωρούν χαμηλά στη γη και τα μεγάλα φύλλα της απλώνονται προς κάθε κατεύθυνση. Όταν βρει νερό, ήλιο και γόνιμο χώμα, μεγαλώνει γρήγορα και γεμίζει τον κήπο. Κάπως έτσι μοιάζει και η ακατάσχετη φλυαρία. Μια κουβέντα αρχίζει από ένα σημείο και ύστερα απλώνεται. Η μία εξήγηση φέρνει την άλλη, η μία δικαιολογία γεννά την επόμενη, μέχρι που η ουσία χάνεται κάτω από τα φύλλα των λέξεων. Υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν όπως μεγαλώνει η κολοκυθιά: παντού και προς όλες τις κατευθύνσεις.
Ύστερα είναι ο ίδιος ο καρπός. Το κολοκύθι είναι τρυφερό, υδαρές και ελαφρύ. Αποτελείται σε πολύ μεγάλο ποσοστό από νερό. Έχει όγκο, αλλά όχι ανάλογο βάρος. Κι αυτή η αντίθεση προσφέρεται θαυμάσια ως μεταφορά για τα «κούφια λόγια»: λόγια πολλά, λόγια που φαίνονται σημαντικά, αλλά όταν τα ψάξεις βαθύτερα δεν βρίσκεις μέσα τους ανάλογο περιεχόμενο. Το στόμα μπορεί να γεμίσει έναν ολόκληρο χώρο και ο λόγος να παραμένει άδειος.
Το κολοκύθι είχε επίσης τη δική του θέση στην παλιά ελληνική κουζίνα. Ήταν ένα απλό, άφθονο και καθημερινό λαχανικό, χωρίς την πολυτέλεια άλλων τροφών. Το σκέτο βραστό κολοκύθι είχε ήπια γεύση και συχνά χρειαζόταν λάδι, λεμόνι ή μυρωδικά για να αποκτήσει ένταση. Έτσι, μέσα στη λαϊκή αντίληψη, μπορούσε εύκολα να γίνει εικόνα για κάτι άνοστο, άνευρο και χωρίς ιδιαίτερο περιεχόμενο. Και από την κουζίνα περνάμε κατευθείαν στη γλώσσα: «Κολοκύθια με τη ρίγανη.» Μια έκφραση που χρησιμοποιείται ειρωνικά για να απορρίψει κανείς έναν ισχυρισμό, μια ιστορία ή μια κουβέντα που δεν πείθει. Σαν να λέει: «Μου σερβίρεις κάτι που φαίνεται φαγητό, αλλά δεν χορταίνει. Μου δίνεις λόγια, αλλά δεν μου δίνεις ουσία.»
Υπάρχει όμως και μια πολύ παλαιότερη διάσταση, που αξίζει να θυμόμαστε όταν μιλάμε για το πώς η φύση πέρασε στη γλώσσα.
Οι αρχαίοι Έλληνες γιατροί (όπως ο Γαληνός) και συγγραφείς της ιατρικής παράδοσης, μέσα στο πλαίσιο της θεωρίας των χυμών, αντιλαμβάνονταν την τροφή όχι μόνο ως κάτι που τρώγεται, αλλά ως κάτι που επηρεάζει την ισορροπία του σώματος. Οι τροφές ταξινομούνταν με βάση ιδιότητες όπως το θερμό και το ψυχρό, το ξηρό και το υγρό.
Τα "κολοκύνθια" των αρχαίων, λόγω της υδαρότητας και της φύσης τους, συνδέθηκαν με την κατηγορία των «ψυχρών και υγρών» τροφών. Στο παλαιό αυτό σύστημα σκέψης, η υπερβολή τέτοιων ιδιοτήτων μπορούσε να συνδεθεί με νωθρότητα, αδράνεια και εξασθένηση της πνευματικής ζωτικότητας. Έτσι, η λέξη "κολοκύνθη" άρχισε να χρησιμοποιείται για να περιγράψει έναν άνθρωπο ανόητο, βραδύνουν ή με «σβηστό» μυαλό (κάτι αντίστοιχο με το σημερινό «τούβλο» ή «πεπόνι»).
Έτσι, μέσα στους αιώνες, η εικόνα του κολοκυθιού μπορούσε να συναντήσει και την εικόνα του ανθρώπου. Η λέξη "κολοκύνθη" και οι συγγενείς λαϊκές χρήσεις της απέκτησαν σε διαφορετικά συμφραζόμενα και μειωτικές σημασίες, όπως συμβαίνει συχνά με ονόματα φυτών και καρπών που μεταφέρονται μεταφορικά στον άνθρωπο.
Δεν είναι όμως σωστό να πούμε ότι η σημερινή φράση «κολοκύθια» προέρχεται αποδεδειγμένα και αποκλειστικά από αυτή την αρχαία ιατρική αντίληψη. Η γλώσσα δεν δημιουργείται με τόσο απλό τρόπο. Οι εκφράσεις της σχηματίζονται από τη συσσώρευση εμπειριών, παρατηρήσεων, αστεϊσμών και μεταφορών που περνούν από γενιά σε γενιά. Και ίσως εκεί βρίσκεται η πραγματική ομορφιά της.
Η φύση γίνεται καθρέφτης του ανθρώπου.
Η κολοκυθιά απλώνεται· όπως απλώνεται η φλυαρία.
Ο καρπός είναι γεμάτος νερό· όπως μπορεί να είναι ένας λόγος γεμάτος λέξεις αλλά άδειος από ουσία.
Το κολοκύθι είναι απλό και ήπιο στη γεύση· όπως μπορεί να είναι μια κουβέντα που δεν έχει τίποτε να προσφέρει.
Και οι παλιές αντιλήψεις για την «ψυχρή» και «υγρή» φύση του έδωσαν επιπλέον υλικό στη φαντασία και στη μεταφορική σκέψη.
Έτσι το κολοκύθι βγήκε από τον κήπο και μπήκε στη γλώσσα.
Σήμερα, όταν λέμε «κολοκύθια», δεν βλέπουμε απαραίτητα το λαχανικό. Βλέπουμε τα πολλά λόγια, τις υπερβολές, τις δικαιολογίες, τις ανοησίες. Βλέπουμε εκείνη την κουβέντα που μεγαλώνει σαν κολοκυθιά και απλώνεται παντού, μέχρι να σκεπάσει την αλήθεια.
Και τότε η φράση αποκτά μια βαθύτερη σημασία: «Άσε τα κολοκύθια και πες μου την αλήθεια.»
Άσε τα φύλλα.
Άσε τους βλαστούς.
Άσε τις δικαιολογίες.
Άσε τη ρίγανη.
Πήγαινε στον καρπό.
Πήγαινε στην ουσία.
Γιατί η αλήθεια δεν χρειάζεται πολλά στολίδια. Δεν χρειάζεται να απλωθεί για να επιβληθεί. Δεν χρειάζεται να γεμίσει τον χώρο με λέξεις.
Μπορεί να είναι μια μόνο πρόταση.
Μπορεί να είναι ένα «δεν ξέρω».
Μπορεί να είναι ένα «έκανα λάθος».
Μπορεί ακόμη να είναι μια σιωπή.
Κι έτσι, μέσα από ένα απλό λαχανικό του κήπου, η ελληνική γλώσσα μας θυμίζει κάτι πολύ σημαντικό: Τα λόγια μπορεί να έχουν όγκο χωρίς να έχουν βάρος. Η αλήθεια μπορεί να είναι μικρή, αλλά έχει βάρος. Γι’ αυτό: Άσε τα κολοκύθια και πες μου την αλήθεια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου