Στη σύγχρονη δημόσια συζήτηση για την "πράσινη" μετάβαση, συχνά γινόμαστε μάρτυρες μιας σοβαρής εννοιολογικής και γλωσσικής σύγχυσης. Παρουσιάζεται, σχεδόν ρομαντικά, η ανεμογεννήτρια ως η φυσική εξέλιξη του ανεμόμυλου και το υδροηλεκτρικό φράγμα ως ο διάδοχος του παραδοσιακού νερόμυλου. Πρόκειται για μια αυθαίρετη εξίσωση. Η ομοιότητά τους εξαντλείται αποκλειστικά στην κοινή πρωτογενή πηγή ενέργειας. Η κλίμακα, ο σκοπός και το αποτύπωμά τους ανήκουν σε δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους.
Ο παραδοσιακός ανεμόμυλος και ο νερόμυλος δεν κατασκευάστηκαν για να δαμάσουν ή να αποθηκεύσουν τη φύση, αλλά για να συνεργαστούν μαζί της. Ακολουθώντας πιστά τη ροή του ποταμού ή την ένταση του ανέμου, κάλυπταν άμεσες, ζωτικές ανάγκες της τοπικής κοινότητας: το άλεσμα του σιταριού, την άντληση νερού. Ήταν έργα ήπιας μηχανικής, οργανικά ενταγμένα στο περιβάλλον, που υπηρέτησαν τον άνθρωπο χωρίς να αλλοιώσουν τη γεωγραφία, το μικροκλίμα ή την αισθητική του τοπίου.
Αντίθετα, η ανεμογεννήτρια και το υδροηλεκτρικό φράγμα αποτελούν βαριά βιομηχανικά εργαλεία με εντελώς διαφορετική αποστολή. Δεν παράγουν έργο επί τόπου· μετατρέπουν τις φυσικές δυνάμεις σε ηλεκτρική ενέργεια, προκειμένου να τροφοδοτήσουν ένα απρόσωπο, υπερτοπικό κεντρικό δίκτυο. Για να επιτευχθεί αυτό, η παρέμβαση είναι επιθετική. Το φράγμα δεν ακολουθεί το ποτάμι· το ανακόπτει και το φυλακίζει. Οι ανεμογεννήτριες δεν ενσωματώνονται στο ανάγλυφο· απαιτούν ισοπεδώσεις βουνοκορφών, διανοίξεις δρόμων και μόνιμες υποδομές από σκυρόδεμα.
Η σύγχυση των λέξεων οδηγεί αναπόφευκτα και σε σύγχυση των εννοιών. Η χρήση της ίδιας φυσικής δύναμης δεν καθιστά δύο τεχνολογίες ταυτόσημες.
Η διαφορά μεταξύ του μύλου και της σύγχρονης ενεργειακής μονάδας δεν είναι απλώς τεχνική· είναι βαθιά πολιτισμική, κοινωνική και περιβαλλοντική. Η ωραιοποίηση της βιομηχανικής κλίμακας μέσω ιστορικών αναλογιών αποτελεί επικοινωνιακό τέχνασμα, που μας εμποδίζει να δούμε το πραγματικό τίμημα των επιλογών μας στο φυσικό περιβάλλον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου