Στην αυλή ενός παλιού σπιτιού έμεινε ξεχασμένος ένας ξεραμένος ήλιος. Έτσι αποκαλούσαν οι γέροντες το ηλιοτρόπιο που είχε χάσει τα πέταλά του, αλλά όχι την ανάμνηση του καλοκαιριού. Γιατί έλεγαν πως κάποια λουλούδια, όταν μαραίνονται, δεν πεθαίνουν· απλώς μετακομίζουν σε έναν άλλο χρόνο.
Κάθε πρωί, ο ξεραμένος ήλιος γύριζε ακόμη το πρόσωπό του προς την ανατολή, σαν να περίμενε έναν παλιό επισκέπτη που είχε αργήσει έναν αιώνα. Οι σπόροι του κρατούσαν μέσα τους μικρές κίτρινες εποχές, βροχές που δεν έπεσαν ποτέ και φωνές ανθρώπων που είχαν φύγει, αλλά συνέχιζαν να μιλούν μέσα από το θρόισμα του ανέμου.
Οι κάτοικοι έλεγαν πως το λουλούδι είχε γεράσει από την πολλή αγάπη για το φως. Και ίσως αυτό να ήταν η αλήθεια: πως υπάρχουν πλάσματα που δεν μαραίνονται από την έλλειψη ζωής, αλλά από την υπερβολική τους λαχτάρα να αγγίξουν τον ουρανό. Κι έτσι ο ξεραμένος ήλιος έμεινε εκεί, ένα μικρό θαύμα της λήθης, περιμένοντας την άνοιξη που όλοι οι άλλοι εκτός από τον ίδιο, γνώριζαν πως είχε ήδη αρχίσει μέσα στους σπόρους του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου