"Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε;" Η επανάσταση του να παραμένεις Άνθρωπος.
Υπάρχουν κάποια βιβλία που τα διαβάζεις για να περάσει η ώρα και άλλα που σε γδέρνουν, σε ταρακουνούν και, τελικά, αναδιατάσσουν τα κομμάτια της ψυχής σου. Το «Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε;» του Χρόνη Μίσσιου, που κυκλοφόρησε το 1988, ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.
Δεν πρόκειται απλώς για ένα λογοτεχνικό έργο. Είναι ένα μανιφέστο ελευθερίας, μια κραυγή ενάντια στον παραλογισμό της σύγχρονης ύπαρξης και, πάνω από όλα, ένα μάθημα ζωής από έναν άνθρωπο που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της νεότητάς του σε φυλακές, εξορίες και απομονώσεις.
Η πολιτική της καθημερινότητας και η «κωλοεφεύρεση» του ρολογιού.
Ο Μίσσιος δεν κάνει θεωρητική πολιτική ανάλυση. Μέσα από μια γλώσσα απόλυτα προφορική, ζωντανή, γεμάτη λαϊκή σοφία και τρυφερότητα, στρέφει τα βέλη του στην καθημερινή μας σκλαβιά. Κατηγορεί τον σύγχρονο άνθρωπο που εγκλωβίστηκε στο κυνήγι της επιβίωσης, της κατανάλωσης και της κοινωνικής αποδοχής, ξεχνώντας να ζήσει.
Η κριτική του για τον χρόνο και το ρολόι παραμένει σοκαριστικά επίκαιρη:
«Έτσι, μ' αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος... γιατί έτσι που καταντήσαμε τη ζωή μας, να είναι μια αγγαρεία, ένα κυνηγητό του μεροκάματου...»
Σε έναν κόσμο που σήμερα τρέχει με τους εξαντλητικούς ρυθμούς των "social media" και του "burnout", τα λόγια του Μίσσιου λειτουργούν σαν ένα απότομο, αναζωογονητικό φρένο.
Από το «Εγώ» στο «Εμείς».
Το «Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε;» δεν είναι ένα βιβλίο γραμμένο από έναν άνθρωπο που ξέχασε τον πόνο, αλλά από έναν άνθρωπο που πέρασε μέσα από αυτόν και αρνήθηκε να αφήσει αυτόν τον πόνο να τον κάνει απάνθρωπο.
Το μεγαλείο του Μίσσιου βρίσκεται στη σιωπηλή του νίκη απέναντι στην πικρία. Παρότι γνώρισε φυλακές, διώξεις και απογοητεύσεις, δεν επέλεξε τη γλώσσα του μίσους. Στις σελίδες του δεν υπάρχει εκδίκηση· υπάρχει η αγωνία για τον άνθρωπο, η ανάγκη για επικοινωνία, η λαχτάρα για μια ζωή με αλήθεια και αξιοπρέπεια.
Το χαμόγελο του τίτλου δεν είναι ένα εύκολο χαμόγελο. Είναι ένα χαμόγελο που γεννήθηκε μέσα στις δυσκολίες. Είναι η άρνηση να αφήσεις τον φόβο, την απογοήτευση ή τις ιδεολογικές διαψεύσεις να σου πάρουν την ψυχή. Είναι μια μικρή, καθημερινή επανάσταση: να παραμένεις άνθρωπος.
Ο Μίσσιος απογοητεύτηκε από τις αγκυλώσεις και τη γραφειοκρατία μιας αριστεράς που κάποτε υπηρέτησε, αλλά δεν έχασε ποτέ την πίστη του στον Άνθρωπο. Γιατί για εκείνον η μεγαλύτερη ιδεολογία ήταν η αλληλεγγύη, η φιλία, ο έρωτας, η συντροφικότητα.
Σήμερα, σε μια εποχή όπου ο χρόνος χάνεται μέσα σε υποχρεώσεις και οι άνθρωποι συχνά απομακρύνονται πίσω από οθόνες και φόβους, το μήνυμα του βιβλίου ακούγεται πιο δυνατό: η ζωή δεν είναι κάτι που πρέπει απλώς να αντέξεις. Είναι κάτι που πρέπει να ζήσεις. Να κρατήσεις τον χρόνο σου. Να αγαπήσεις χωρίς φόβο. Να μη χαρίσεις την ψυχή σου σε κανέναν.
Γιατί στο τέλος, ίσως η μεγαλύτερη αντίσταση δεν είναι η κραυγή. Είναι το χαμόγελο εκείνου που, παρά όλα όσα πέρασε, εξακολουθεί να πιστεύει πως ο άνθρωπος αξίζει μια καλύτερη ζωή:
«Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται. Άπαξ, που λένε. Σαν μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον, μ'αυτήν την αυτόνομη μορφή της, δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και μεις τί την κάνουμε, ρε; Αντί να τη ζήσουμε; Τί την κάνουμε; Την σέρνουμε από δω και από κει δολοφονώντας την...
Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις.
Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις;
Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος.
Πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα;
Έτσι, μ' αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας, σα να είναι βάρος. Και μάς είναι βάρος. Γιατί δε ζούμε... κατάλαβες;
Όλο κοιτάμε το ρολόι! Να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ'την αρχή.
Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν "αξίες", σαν "ανάγκες", σαν "ηθική", σαν "πολιτισμό".
Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών.
Αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και το διπλανό μας...
Όλα, όλα Σαλονικιέ, τ' αφήσαμε, γι' αυτό το αύριο, που δεν θα 'ρθει ποτέ...»


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου