Στις 8 Δεκεμβρίου 1974, λίγους μόλις μήνες μετά την πτώση της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, ο ελληνικός λαός κλήθηκε να αποφασίσει για ένα ζήτημα που είχε σημαδέψει βαθιά τη νεότερη ιστορία της χώρας: τη μορφή του πολιτεύματος.
Το δημοψήφισμα για το Πολιτειακό δεν ήταν μια απλή επιλογή ανάμεσα στη μοναρχία και τη δημοκρατία. Ήταν η τελευταία πράξη ενός μεγάλου ιστορικού κύκλου, που είχε αρχίσει στις αρχές του 20ού αιώνα και είχε συνδέσει τη μοναρχία με τις μεγαλύτερες πολιτικές κρίσεις της Ελλάδας.
Οι ρίζες του ζητήματος βρίσκονταν στον Εθνικό Διχασμό του 1915-1917, όταν η Ελλάδα χωρίστηκε βαθιά ανάμεσα στους υποστηρικτές του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και εκείνους του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄. Η διαφωνία για τη στάση της χώρας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μετατράπηκε σε μια ευρύτερη σύγκρουση για τον ρόλο του στέμματος και των πολιτικών θεσμών. Η επέμβαση του βασιλιά στις κυβερνητικές αποφάσεις και η σύγκρουση με την εκλεγμένη κυβέρνηση Βενιζέλου δημιούργησαν ένα ρήγμα που δεν έκλεισε εύκολα.
Από τότε, το λεγόμενο Πολιτειακό Ζήτημα παρέμεινε ανοιχτή πληγή. Η εναλλαγή μοναρχίας και αβασίλευτης δημοκρατίας, οι επεμβάσεις του στρατού στην πολιτική ζωή και η στενή σχέση τμήματος του παλατιού με συντηρητικούς μηχανισμούς εξουσίας διαμόρφωσαν ένα ασταθές πολιτικό περιβάλλον.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο Πόλεμο (1946-1949), η μοναρχία συνδέθηκε στη συνείδηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας με την πλευρά των νικητών του εμφυλίου και με την αντικομμουνιστική πολιτική της εποχής. Παράλληλα, η περίοδος του μετεμφυλιακού κράτους χαρακτηρίστηκε από έντονη πόλωση, περιορισμούς πολιτικών δικαιωμάτων και ισχυρή επιρροή των ανακτόρων στις πολιτικές εξελίξεις.
Η πιο χαρακτηριστική κρίση ήρθε το 1965, με την περίφημη «Αποστασία». Η σύγκρουση του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου με τον βασιλιά Κωνσταντίνο Β΄ σχετικά με τον έλεγχο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας οδήγησε στην πτώση της εκλεγμένης κυβέρνησης και σε μια περίοδο πολιτικής αστάθειας. Οι συνεχείς κυβερνητικές μεταβολές που ακολούθησαν αποδυνάμωσαν το κοινοβουλευτικό σύστημα και δημιούργησαν το έδαφος για την Χούντα.
Η δικτατορία των Συνταγματαρχών, που επιβλήθηκε στις 21 Απριλίου 1967, αποτέλεσε το τραγικότερο αποτέλεσμα αυτής της κρίσης των θεσμών. Η θετική αρχική στάση του βασιλιά Κωνσταντίνου Β΄ απέναντι στο πραξικόπημα και η μετέπειτα αποτυχημένη προσπάθεια ανατροπής της χούντας τον Δεκέμβριο του 1967 είχαν ως αποτέλεσμα την οριστική ρήξη του με το καθεστώς και την εγκατάστασή του στο εξωτερικό. Το 1973 η δικτατορία προχώρησε σε ένα νόθο δημοψήφισμα για την κατάργηση της μοναρχίας και την εγκαθίδρυση προεδρικής δημοκρατίας υπό τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο. Το αποτέλεσμα εκείνης της διαδικασίας δεν αναγνωρίστηκε ως έκφραση της λαϊκής βούλησης.
Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας τον Ιούλιο του 1974, η κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή δεσμεύτηκε για ένα πραγματικό, ελεύθερο και αδιάβλητο δημοψήφισμα. Η ώρα της τελικής απόφασης είχε φτάσει.
Στις 8 Δεκεμβρίου 1974, η κάλπη έδωσε καθαρή απάντηση:
- Αβασίλευτη Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία: 69,18% (3.245.111 ψήφοι)
- Βασιλευομένη Δημοκρατία: 30,82% (1.445.875 ψήφοι)
Το αποτέλεσμα δεν ήταν απλώς μια πολιτειακή αλλαγή. Ήταν η επιλογή μιας κοινωνίας που, ύστερα από δεκαετίες συγκρούσεων, εμφυλίων παθών, πολιτικών παρεμβάσεων και θεσμικών κρίσεων, αποφάσιζε να θεμελιώσει τη δημοκρατική της πορεία πάνω στην αρχή ότι η εξουσία πηγάζει από τον λαό και ασκείται μέσω των δημοκρατικών θεσμών.
Η 8η Δεκεμβρίου 1974 αποτέλεσε το τέλος του «Πολιτειακού Ζητήματος». Όπως δήλωσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, «ένα καρκίνωμα χρόνων αποκόπηκε σήμερα από το σώμα του έθνους». Λίγους μήνες αργότερα, το Σύνταγμα του 1975 κατοχύρωσε θεσμικά τη νέα εποχή: την Ελληνική Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, το πολίτευμα που ισχύει μέχρι σήμερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου