6/6/26

«Ο Ταΰγετος και η σιωπή.»




«Ο Ταΰγετος και η Σιωπή του γεννιούνται μες στην ειρήνη του οροπεδίου, ανάμεσα σε φυτά και πηγές...»

Το καλοκαίρι του 1948, δύο άνδρες ανηφορίζουν τις άγριες, επιβλητικές πλαγιές του Ταϋγέτου.

Ο ένας είναι ο Ροζέ Μιλλιέξ (Roger Milliex), ο σπουδαίος Γάλλος διανοούμενος, ελληνιστής και τότε υποδιευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών. Ο άλλος είναι ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο ποιητής που γεννήθηκε και γαλουχήθηκε στη σκιά αυτού του βουνού.

Από αυτή την κοινή ορειβατική εμπειρία γεννήθηκε ένα σύντομο, αλλά εξαιρετικά πυκνό λυρικό αφήγημα: «Ο Ταΰγετος και η σιωπή». 

Το κείμενο γράφτηκε αρχικά στα γαλλικά από τον Μιλλιέξ και μεταφράστηκε αμέσως στα ελληνικά από τον Βρεττάκο, ο οποίος του χάρισε τη δική του μοναδική ποιητική πνοή.

Εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1949 από τα "Πειραϊκά Χρονικά" με εξώφυλλο φιλοτεχνημένο από τη χαράτρια Βάσω Κατράκη και επανεκδόθηκε το 1998 από τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σπάρτης.

Μια Ριψοκίνδυνη Ανάβαση στην Καρδιά του Εμφυλίου.

Η απόφαση των δύο ανδρών να ανέβουν στο βουνό το καλοκαίρι του 1948 δεν ήταν μια απλή τουριστική εκδρομή, αλλά μια πράξη πνευματικής αντίστασης. Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη και ο Ταΰγετος, λόγω του ανάγλυφού του, αποτελούσε πεδίο σκληρών επιχειρήσεων και κρησφύγετο ανταρτών.

Η μετακίνησή τους έγινε δυνατή χάρη στην ιδιότυπη διπλωματική ασυλία που απολάμβανε ο Μιλλιέξ ως Γάλλος υπήκοος και στέλεχος του Γαλλικού Ινστιτούτου. Πολύτιμος αρωγός στάθηκε η καταγωγή του Βρεττάκου από την Πλουμίτσα Λακωνίας. Η βαθιά σχέση του με την περιοχή τούς εξασφάλισε την εμπιστοσύνη των ντόπιων χωρικών και βοσκών. Οι άνθρωποι της υπαίθρου λειτούργησαν ως οδηγοί, παρέχοντάς τους μουλάρια για τα λιγοστά εφόδια, προστασία και καταφύγιο στα ορεινά μαντριά.

Η πεζοπορία τους ακολούθησε την κλασική, ιστορική οδό ανάβασης από την ανατολική, λακωνική πλευρά του βουνού, ξεδιπλώνοντας έναν φυσικό και πνευματικό χάρτη. Ξεκίνησαν από τα ριζά του βουνού, περνώντας από τα Ανώγεια, την Παλαιοπαναγιά και τις πηγές του Μαγγανιάρη. Ανηφόρισαν μέσα από πυκνά δάση έλατου και μαύρης πεύκης. Καθώς άφηναν πίσω τους τη βλάστηση και πλησίαζαν στην αλπική ζώνη (κοντά στη θέση Βαρβάρα), το τοπίο έγινε απότομα γυμνό και πέτρινο. Κατόπιν πέρασαν την Κακία  Σκάλα Αντιμετώπισαν το πιο επικίνδυνο και στενό μονοπάτι της διαδρομής, βαδίζοντας με απόλυτη προσοχή πάνω από τον γκρεμό. Η διαδρομή ολοκληρώθηκε στα 2.405 μέτρα, στη φυσική λιθόκτιστη πυραμίδα της κορυφής με το  εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Από εκεί αντίκρισαν το απόλυτο πανόραμα ανάμεσα στον Λακωνικό Κάμπο και τον Μεσσηνιακό Κόλπο.

Η «Λακωνική Γεωμετρία» και το Δέος της Σιωπής.

Ο Ροζέ Μιλλιέξ στο κείμενό του δεν καταγράφει μια απλή ταξιδιωτική διαδρομή. Μετατρέπει το οδοιπορικό σε μια φιλοσοφική αναζήτηση. Για τον Γάλλο στοχαστή, ο Ταΰγετος είναι ένα «πανόραμα θαυμάτων» γεμάτο απότομες καθέτους, μια αρχιτεκτονική από πέτρα που επιβάλλει τον σεβασμό. Η σιωπή στον τίτλο του βιβλίου αποκτά διπλό νόημα. Από τη μία πλευρά, είναι η γεμάτη δέος σιωπή του ανθρώπου μπροστά στο αιώνιο μεγαλείο της φύσης, που του επιτρέπει να ακούσει τις «φωνές» των αρχαίων Σπαρτιατών που βάδιζαν στα ίδια μονοπάτια. Από την άλλη, είναι μια ηθελημένη, θεραπευτική απομόνωση από τον θόρυβο των όπλων, το μίσος και τον πολιτικό φανατισμό που κατέστρεφε τη χώρα εκείνη ακριβώς τη στιγμή.

Ένα Μνημείο Πνευματικής Φιλίας.

Μέσα στις σελίδες του έργου, ο Μιλλιέξ εντάσσει με αριστοτεχνικό τρόπο τη λαϊκή παράδοση, όπως τον θρύλο του Προφήτη Ηλία. Ο Άγιος-βοσκός, κυνηγημένος από την τρικυμία, καταφεύγει στην πιο ψηλή κορυφή, εκεί όπου η γη αγγίζει τον ουρανό, αναζητώντας τη λύτρωση.

Το «Ο Ταΰγετος και η σιωπή» αποτελεί ένα διαχρονικό μνημείο της ελληνογαλλικής πνευματικής φιλίας. Αποδεικνύει πώς ένας ξένος διανοούμενος, καθοδηγούμενος από την αγάπη του για την Ελλάδα και τη βαθιά φιλία του με τον Βρεττάκο, κατάφερε να αποκωδικοποιήσει το ελληνικό τοπίο με την ίδια μυσταγωγική ευλάβεια που συναντά κανείς στην ελληνική ποίηση. Είναι μια κραυγή για ειρήνη και εσωτερική ελευθερία, γραμμένη σε μια από τις πιο σκοτεινές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.




«Έτσι μου στάθηκε ο Ταΰγετος: 

όπως η κόρφος της μητέρας μου.

Με πότισε γαλάζιο, αψύ αίμα, 

ήλιο και πράσινο

ως να μου δέσει την ψυχή 

όπως την πέτρα του

ως να χαράξει στην καρδιά μου 

τις βαθιές χαράδρες του

να σχηματίσει μες στη ζωή μου 

δώδεκα κορφές

να βγαίνω απάνω με μοναδικό μου όνειρο 

τον ήλιο.»

Δεν υπάρχουν σχόλια: