21/6/26

Όλες οι γυναίκες το κάνουν.




«Όλες οι γυναίκες το κάνουν»: Η ερωτική κωμωδία του Τίντο Μπρας που έσπασε τα ταμπού του γάμου.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ο ανατρεπτικός Ιταλός σκηνοθέτης Τίντο Μπρας (Tinto Brass) παρουσίασε μια ταινία που έμελλε να επαναπροσδιορίσει τα όρια του ευρωπαϊκού ερωτικού κινηματογράφου. Το «Così fan tutte» (διεθνής τίτλος: "All Ladies Do It"/ελληνικός τίτλος: "Όλες οι γυναίκες το κάνουν"), που κυκλοφόρησε στις 21 Φεβρουαρίου 1992, δεν ήταν απλώς άλλη μια προκλητική παραγωγή, αλλά μια τολμηρή, γεμάτη ζωντάνια ματιά πάνω στη γυναικεία σεξουαλικότητα και τις "συμβάσεις" των ανθρώπινων σχέσεων.

Η πλοκή: Ένας αντισυμβατικός γάμος στη Βενετία.

Η ταινία είναι χαλαρά βασισμένη στην πασίγνωστη, ομώνυμη όπερα του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ του 1790. Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται η 24χρονη Ντιάνα (Κλαούντια Κολ), μια γυναίκα που ζει στη Βενετία και είναι παντρεμένη εδώ και πέντε χρόνια με τον Πάολο (Πάολο Λάντσα). Αν και αγαπά βαθιά τον σύζυγό της, η Ντιάνα νιώθει μια έντονη, ανικανοποίητη σεξουαλική περιέργεια και την ανάγκη να ζήσει νέες εμπειρίες. Το ιδιαίτερο στοιχείο της σχέσης τους είναι ότι η Ντιάνα δεν κρύβει τις απιστίες της. Αντίθετα, επιστρέφει στο σπίτι και εξομολογείται στον Πάολο κάθε λεπτομέρεια από τις ερωτικές της περιπέτειες με άλλους άνδρες και γυναίκες. Η ίδια πιστεύει ακράδαντα ότι η απόλυτη ειλικρίνεια και οι ξένες εμπειρίες ανανεώνουν το πάθος τους και σώζουν τον γάμο τους από τη ρουτίνα. Στην αρχή, ο Πάολο διεγείρεται από αυτές τις ιστορίες, συμμετέχοντας σε ένα ιδιότυπο παιχνίδι φαντασιώσεων. Η ισορροπία όμως ανατρέπεται όταν η Ντιάνα ξεκινά μια έντονη σχέση με έναν γοητευτικό και εκκεντρικό Γάλλο ποιητή, τον Αλφόνς (Φράνκο Μπραντσιαρόλι). Τότε, ο Πάολο κυριεύεται από νοσηρή ζήλια και ανασφάλεια, οδηγώντας το ζευγάρι σε έναν προσωρινό χωρισμό. Μετά την κρίση, ο Πάολο συνειδητοποιεί ότι δεν θέλει να τη χάσει και αποδέχεται τελικά την ελεύθερη φύση της συζύγου του, βρίσκοντας μια νέα, αντισυμβατική ισορροπία.

Συντελεστές.

Η ταινία αποτέλεσε το απόλυτο εφαλτήριο για την καριέρα της Κλαούντια Κολ, η οποία με την αφοπλιστική της γοητεία μετατράπηκε αμέσως σε σύμβολο του σεξ στην Ιταλία της δεκαετίας του '90. Το σενάριο συνυπογράφουν οι Τίντο Μπρας, Μπερναρντίνο Ζαπόνι, Φραντσέσκο Κόστα και Τεντ Ρούσοφ, ενώ το εξαιρετικό soundtrack της ταινίας ντύνει μουσικά ο σπουδαίος Ιταλός συνθέτης Πίνο Ντονάτζιο (Pino Donaggio).

Πίσω από το προκλητικό γυμνό.

Αν και η ταινία επικρίθηκε από μερίδα των συντηρητικών κριτικών για το τολμηρό της περιεχόμενο, μια πιο προσεκτική ματιά αποκαλύπτει ότι πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα κοινωνιολογική και ψυχολογική μελέτη:

Η Αποδόμηση της Μονογαμίας: Ο Τίντο Μπρας προτείνει ότι η μονογαμία είναι μια τεχνητή κοινωνική κατασκευή που συχνά καταπιέζει το πάθος. Η ζήλια δεν παρουσιάζεται ως δείγμα αγάπης, αλλά ως ανάγκη ιδιοκτησίας και ελέγχου που πρέπει να ξεπεραστεί για να επιτευχθεί η πραγματική ελευθερία.

Η Γυναικεία Σεξουαλικότητα στο Επίκεντρο: Σε αντίθεση με το κλασικό ανδρικό βλέμμα (male gaze) του εμπορικού κινηματογράφου, η Ντιάνα είναι το υποκείμενο και όχι το αντικείμενο του πόθου. Έχει τη δική της σεξουαλική ατζέντα και διεκδικεί το δικαίωμα στην ηδονή, καταρρίπτοντας το στερεότυπο της «ένοχης μοιχαλίδας».

Η Αισθητική του Ηδονοβλεψία (Voyeurism): Ο Μπρας χρησιμοποιεί την κάμερα ως έναν «επίσημο ηδονοβλεψία». Η χρήση καθρεφτών, ανοιχτών παραθύρων και η συνεχής παρακόλούθηση μέσα από αντικείμενα τονίζει την ιδέα ότι η σεξουαλικότητα είναι μια παράσταση. Ο θεατής γίνεται συμμέτοχος στο παιχνίδι του Πάολο, ο οποίος διεγείρεται ακούγοντας τις πράξεις της γυναίκας του.

Η Σύνδεση με τον Μότσαρτ: Ο Μπρας παίρνει το κυνικό συμπέρασμα της όπερας του 18ου αιώνα («έτσι κάνουν όλες οι γυναίκες, απατούν») και το μετατρέπει σε έναν αισιόδοξο, pop ύμνο: ναι, όλοι οι άνθρωποι έχουν φαντασιώσεις, και το να τις αποδεχόμαστε είναι πιο υγιές από το να τις κρύβουμε. Η αναφορά στον Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ είναι το «κλειδί» για να κατανοήσουμε τη φιλοσοφία πίσω από την ταινία του Τίντο Μπρας. Ο σκηνοθέτης δεν δανείστηκε τυχαία τον τίτλο της διάσημης όπερας του 1790. Υπάρχει μια βαθιά, αν και ειρωνική, σύνδεση ανάμεσα στα δύο έργα. Στην αυθεντική όπερα του Μότσαρτ, δύο αξιωματικοί βάζουν στοίχημα για την πίστη των αρραβωνιαστικών τους. Μεταμφιέζονται και φλερτάρουν ο ένας την κοπέλα του άλλου, για να αποδείξουν ότι «έτσι κάνουν όλες οι γυναίκες», δηλαδή ότι καμία γυναίκα δεν μπορεί να μείνει πιστή. Για την εποχή του, το έργο του Μότσαρτ θεωρήθηκε κυνικό και προκλητικό, καθώς άγγιζε το θέμα της γυναικείας απιστίας με ανάλαφρο, σχεδόν σατιρικό τρόπο. Ο Τίντο Μπρας παίρνει αυτή την κλασική ιδέα και της κάνει μια ριζική, σύγχρονη ανατροπή: εκεί που η εποχή του Μότσαρτ έβλεπε την απιστία ως «αδυναμία» του γυναικείου φύλου, ο Μπρας τη μετατρέπει σε δύναμη και δικαίωμα στην ηδονή. Στην όπερα, η μεταμφίεση και το παιχνίδι γίνονται κρυφά. Στην ταινία, η Ντιάνα και ο Πάολο παίζουν το παιχνίδι της ζήλιας και της φαντασίωσης ανοιχτά, μετατρέποντας το θεατρικό στοιχείο σε κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Το συμπέρασμα του Μότσαρτ («όλες το κάνουν») παύει να είναι μια κατηγορία. Γίνεται μια φυσική διαπίστωση: όλοι οι άνθρωποι έχουν φαντασιώσεις και επιθυμίες, και η αποδοχή τους είναι ο μόνος τρόπος για να είναι κανείς αληθινός με τον εαυτό του και τον σύντροφό του.

Η Πολιτιστική Κληρονομιά της ταινίας.

Με διάρκεια 1 ώρα και 33 λεπτά, γεμάτη έντονα χρώματα, προσεγμένα κοστούμια και το χαρακτηριστικό ανάλαφρο χιούμορ του σκηνοθέτη της, η ταινία «Όλες οι γυναίκες το κάνουν» θεωρείται σήμερα μια από τις πιο αντιπροσωπευτικές δημιουργίες του ερωτικού σινεμά. Κατάφερε να αποτυπώσει την ανάγκη για κατάρριψη των ταμπού της αστικής τάξης των early '90s, αποθεώνοντας την απελευθέρωση των επιθυμιών χωρίς ενοχές.

Δεν υπάρχουν σχόλια: