«Αντάρτης στον Ταΰγετο»: Το χρονικό της Αντίστασης στην Νότια Πελοπόννησο μέσα από τις σελίδες ενός σπάνιου βιβλίου.
Η ιστορία της Εθνικής Αντίστασης στην Πελοπόννησο κρύβει σελίδες γεμάτες ηρωισμό, θυσία αλλά και σκληρές αλήθειες. Ένα από τα πιο αυθεντικά κείμενα που αποτυπώνουν αυτή την περίοδο είναι το βιβλίο του Λευτέρη Ι. Καπελλάκου, «Αντάρτης στον Ταΰγετο».
Μέσα από 400 σελίδες γεμάτες ντοκουμέντα, φωτογραφίες και μαρτυρίες, το βιβλίο προσφέρει μια συγκλονιστική ματιά στη δράση του θρυλικού 8ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ στη Λακωνία.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, οι βουνοκορφές του Ταΰγετου δεν ήταν απλώς ένα γεωγραφικό ορόσημο. Ήταν το καταφύγιο και το ορμητήριο των ελεύθερων ανθρώπων. Τον Ταΰγετο είχαν ως κοινή έδρα και πεδίο δράσης τόσο το 8ο Σύνταγμα Λακωνίας όσο και το 9ο Σύνταγμα Μεσσηνίας, καθώς το βουνό αποτελεί το φυσικό σύνορο μεταξύ των δύο νομών. Ωστόσο, η περιοχή ήταν μοιρασμένη σε συγκεκριμένους τομείς ευθύνης για την κάθε μονάδα. Η δυτική πλευρά του βουνού (που βλέπει προς την Καλαμάτα και τη μεσσηνιακή Μάνη) βρισκόταν υπό την ευθύνη του 9ου Σύνταγματος. Το 2ο Τάγμα του 9ου ΕΛΑΣ χρησιμοποιούσε τις χαράδρες και τα δάση του Δυτικού Ταϋγέτου για να προστατεύεται από τις γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και να οργανώνει επιθέσεις προς την πεδιάδα της Καλαμάτας. Ένας από τους πιο εμβληματικούς και γνωστούς διοικητές του 2ου Τάγματος (του 9ου Συντάγματος) υπήρξε ο Ηλίας Νοσέας (ή Νουσέας), γνωστός με το αντάρτικο ψευδώνυμο «Καπετάν Κωστούρος». Ήταν γηγενής Μεσσήνιος και ηγήθηκε του τάγματος σε πολλές από τις κρίσιμες μάχες της περιοχής. Η ανατολική πλευρά του βουνού (που βλέπει προς τη Σπάρτη και το Γύθειο) και η λακωνική Μάνη ελέγχονταν πλήρως από το 8ο Σύνταγμα. Το 2ο Τάγμα του 8ου ΕΛΑΣ, είχε ως αποκλειστική έδρα και ορμητήριο τον Νότιο Ταΰγετο. Διοικητής του ήταν ο φημισμένος Γιώργος Αρετάκης (γνωστός ως «Σφακιανός»).
Η ιστορία του 8ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την Εθνική Αντίσταση στη Λακωνία, καθώς αποτέλεσε τη βασική ένοπλη δύναμη του ΕΑΜ που κυριάρχησε στα βουνά του Πάρνωνα και του Ταϋγέτου κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Πριν από την επίσημη συγκρότησή του, στην ορεινή Λακωνία δρούσαν διάσπαρτες αντάρτικες ομάδες. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1943, με διάταγμα του Γενικού Αρχηγείου του ΕΛΑΣ, οι δυνάμεις αυτές ενοποιήθηκαν και ονομάστηκαν επίσημα 8ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Εντάχθηκε στην ΙΧ (9η) Ταξιαρχία της ΙΙΙ Μεραρχίας Πελοποννήσου. Καπετάνιος ήταν ο Παρασκευάς Λεβεντάκης, πολιτικός καθοδηγητής ο Νίκος Λάτσης και τελευταίος στρατιωτικός διοικητής (από τον Αύγουστο του 1944) ο αντισυνταγματάρχης Σωτήρης Ρουμπέας. Χωρίστηκε σε τρία τάγματα. Το 1ο Τάγμα είχε σαν έδρα τον Βόρειο Πάρνωνα, υπό την διοίκηση του Καπετάν Βοριάς. Το 2ο Τάγμα στον Ανατολικό και Νότιο Ταΰγετο με διοικητή τον Γιώργο Αρετάκη. Και το 3ο Τάγμα με έδρα τον Νότιο Πάρνωνα και με στρατιωτικό διοικητή τον Παντελή Σταθάκη. Το 8ο Σύνταγμα έφτασε να αριθμεί περίπου 1.800 μόνιμους αντάρτες (τακτικός στρατός) και περισσότερους από 3.000 έφεδρους μαχητές (οργανωμένους στον Εφεδρικό ΕΛΑΣ των χωριών). Διέθετε περίπου 2.000 ατομικά όπλα, πολλά πολυβόλα, καθώς και 4 μικρά κανόνια που είχαν περιέλθει στα χέρια του ως λάφυρα από τον κατακτητή. Το Σύνταγμα έγραψε πολλές λαμπρές στιγμές δόξας στις σελίδες του βιβλίου της Αντίστασης εναντίον των δυνάμεων Κατοχής στην Νότιο Πελοπόννησο. Το 1944 ήταν η πιο αιματηρή αλλά και η πιο ένδοξη περίοδος του Συντάγματος. Οι Γερμανοί, βλέποντας ότι χάνουν τον έλεγχο της επαρχίας, εξαπέλυσαν σφοδρές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις (όπως οι επιχειρήσεις στον νότιο Ταΰγετο). Το 8ο Σύνταγμα απάντησε με στρατηγικό κλεφτοπόλεμο και μεγάλες ενέδρες. Τον Απρίλιο του 1944 οργανώθηκε η ιστορική ενέδρα των Μολάων και η εξόντωση του Γερμανού υποστράτηγου Κρεχ. Η ενέδρα στήθηκε από τον ΕΛΑΣ στη θέση «Γκαγκανιά», περίπου 5 χιλιόμετρα βόρεια των Μολάων Λακωνίας. Επικεφαλής της επιχείρησης-ενέδρας ήταν ο ανθυπολοχαγός του ελληνικού στρατού και στέλεχος του 8ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, Μανώλης Σταθάκης. Οι αντάρτες χτύπησαν αιφνιδιαστικά την αυτοκινητοπομπή. Ο υποστράτηγος Κρεχ έπεσε νεκρός ακαριαία από τα πυρά των όπλων, ενώ μαζί του σκοτώθηκαν άλλοι τρεις Γερμανοί αξιωματικοί και στρατιώτες της συνοδείας του. Μετά τον θάνατό του, ο Αδόλφος Χίτλερ τον προήγαγε τιμητικά στον βαθμό του αντιστράτηγου. Ο θάνατος ενός ανώτατου Γερμανού αξιωματικού προκάλεσε την οργή της γερμανικής διοίκησης, η οποία εφάρμοσε το δόγμα της «συλλογικής ευθύνης» με ακραία σκληρότητα. Οι Γερμανοί επέλεξαν 200 Έλληνες πολιτικούς κρατούμενους (στην πλειονότητά τους κομμουνιστές που κρατούνταν από την εποχή της δικτατορίας Μεταξά και είχαν παραδοθεί στους κατακτητές) από το Στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Μεταξύ αυτών ήταν και ο εμβληματικός διερμηνέας Ναπολέων Σουκατζίδης. Εκτελέστηκαν ομαδικά στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής ανήμερα την Πρωτομαγιά. Παράλληλα, ο επικεφαλής των Ταγμάτων Ασφαλείας Πελοποννήσου, Διονύσιος Παπαδόγγονας (ο οποίος διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Κρεχ), διέταξε την εκτέλεση επιπλέον 100 ατόμων στην ίδια την Πελοπόννησο. Εξαιτίας αυτής της ενέργειας, οι Γερμανοί κήρυξαν επίσημα την Πελοπόννησο ως «εμπόλεμη ζώνη επιχειρήσεων», ξεκινώντας μαζικές εκκαθαρίσεις και καψίματα χωριών. Αλλά παρά τις σφαγές δεν κατάφεραν να κάμψουν την δύναμη των ανταρτών και το φρόνημα του λαού. Το καλοκαίρι 1944 με τις μεγάλες μάχες στη Σελλασία και τον Πάρνωνα, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ περιόρισαν τους Γερμανούς και τα Τάγματα Ασφαλείας αποκλειστικά μέσα στα μεγάλα αστικά κέντρα (Σπάρτη, Γύθειο). Στις 5 Σεπτεμβρίου οι Γερμανοί φεύγουν από την Καλαμάτα. Στην πόλη παρέμεινε μια ισχυρή δύναμη των συνεργαζόμενων Ταγμάτων Ασφαλείας και της Χωροφυλακής, που οχυρώθηκε στο κέντρο της. Τα ξημερώματα της 9ης Σεπτεμβρίου 1944, δυνάμεις του 9ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ (Μεσσηνίας), ενισχυμένες σημαντικά από δύο τάγματα του 8ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ (Λακωνίας) υπό την αρχηγία του αντισυνταγματάρχη Σωτήρη Ρουμπέα, διεισδύσαν στην πόλη. Οι αντάρτες επιτέθηκαν στα οχυρωμένα κτίρια των ταγματασφαλιτών (στους στρατώνες, το Διοικητήριο και τις φυλακές). Μετά από σκληρή, πολύωρη μάχη σώμα με σώμα, οι αμυνόμενοι κάμφθηκαν. Η Καλαμάτα απελευθερώθηκε, όμως η ένταση ήταν τεράστια. Πολλοί από τους εναπομείναντες ταγματασφαλίτες καταδιώχθηκαν, ενώ ακολούθησαν βίαια σκηνικά αντεκδίκησης από το εξαγριωμένο πλήθος. Οι επιζώντες συνεργάτες των Γερμανών υποχώρησαν προς τον Μελιγαλά. Περίπου 1.000 έως 1.200 άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας και της Χωροφυλακής από ολόκληρη τη Μεσσηνία συμπτύχθηκαν και οχυρώθηκαν στην κωμόπολη του Μελιγαλά. Επικεφαλής των ταγματασφαλιτών ήταν ο ταγματάρχης Παναγιώτης Στούπας. Παρά τις εκκλήσεις του ΕΛΑΣ και κυβερνητικών αντιπροσώπων για παράδοση με εγγύηση της ζωής τους, οι οχυρωμένοι αρνήθηκαν, καθώς περίμεναν ενισχύσεις από την Σπάρτη και τη μεσολάβηση των Βρετανών. Περιμετρικά της πολης του Μελιγαλά, στους ανοιχτούς αγρούς, οι ταγματασφαλίτες τοποθέτησαν πυκνά πλέγματα από συρματόπλεγμα και είχαν σκάψει πρόχειρα χαρακώματα για να εμποδίσουν το πεζικό του ΕΛΑΣ να πλησιάσει αθόρυβα. Στον λόφο του Προφήτη Ηλία που δεσπόζει στην πόλη εγκαταστάθηκαν τα πιο βαριά όπλα. Από εκεί, οι Ταγματασφαλίτες είχαν πλήρη ορατότητα και μπορούσαν να βάλουν εναντίον οποιασδήποτε κίνησης στα γύρω χωριά (Ανθούσα, Μερόπη). Μέσα στην πόλη, οι αμυνόμενοι μετέτρεψαν τα πέτρινα σπίτια, τα δημόσια κτίρια και το καμπαναριό της κεντρικής εκκλησίας σε φωλιές πολυβόλων. Είχαν ανοίξει πολεμίστρες στους τοίχους και είχαν ενισχύσει τις πόρτες με σακιά άμμου. Ιδιαίτερα οχυρωμένος ήταν ο Σιδηροδρομικός Σταθμός. Η στρατηγική οχύρωση υποστηριζόταν από έναν πλούσιο και βαρύ γερμανικό οπλισμό. Οι ταγματασφαλίτες διέθεταν δεκάδες γερμανικά πολυβόλα (MG 42), τα οποία είχαν τεράστια ταχυβολία και εγκλώβιζαν τους αντάρτες στα ανοιχτά χωράφια. Είχαν όλμους με τη δυνατότητα να βάλλουν με ακρίβεια έξω από την περίμετρο της πόλης, καθηλώνοντας τις γραμμές επίθεσης του ΕΛΑΣ. Ο ΕΛΑΣ συγκέντρωσε μια δύναμη περίπου 2.500–3.000 ανταρτών για να εκπορθήσει το οχυρό του Μελιγαλά. Το 1ο Τάγμα του 8ου Συντάγματος (Λακωνίας), υπό την ηγεσία έμπειρων καπετάνιων, μετακινήθηκε εσπευσμένα στη Μεσσηνία και ανέλαβε να χτυπήσει ένα από τα πιο σκληρά και καλά οχυρωμένα σημεία της άμυνας του Μελιγαλά. Η επίθεση ξεκίνησε τα ξημερώματα της 13ης Σεπτεμβρίου. Οι ταγματασφαλίτες είχαν στήσει πολυβολεία σε σπίτια, στον σιδηροδρομικό σταθμό και στα γύρω υψώματα, προκαλώντας αρχικά μεγάλες απώλειες στους αντάρτες. Μετά από τρεις ημέρες άγριων μαχών σώμα με σώμα, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ κατάφεραν να διασπάσουν την άμυνα χρησιμοποιώντας όλμους και δυναμίτες. Στις 15 Σεπτεμβρίου ο Μελιγαλάς έπεσε με δύο καθοριστικές ενέργειες: α) την κατάληψη του Προφήτη Ηλία από τμήματα του ΕΛΑΣ που κατάφεραν με νυχτερινή έφοδο να κυριεύσουν τον λόφο, στρέφοντας τα βαρέα όπλα εναντίον της πόλης, και β) χάρη σε ειδικές ομάδες ανταρτών (Δυναμιτιστές: κυρίως από το έμπειρο 1ο Τάγμα του 8ου Συντάγματος Λακωνίας), προελαύνοντας πίσω από αυτοσχέδιες θωρακίσεις ή χρησιμοποιώντας το σκοτάδι, πλησίασαν τα πέτρινα πολυβολεία και τα ανατίναξαν με δυναμίτες, σπάζοντας οριστικά την εσωτερική γραμμή άμυνας των ταγματασφαλιτών. Ο Μελιγαλάς καταλήφθηκε πλήρως. Ο διοικητής των Ταγμάτων, Παναγιώτης Στούπας, αυτοκτόνησε για να μην πιαστεί αιχμάλωτος. Οι εναπομείναντες ταγματασφαλίτες δικάστηκαν άμεσα από λαϊκό δικαστήριο στην κεντρική πλατεία της κωμόπολης αμέσως μετά τη λήξη των μαχών. Η συντριπτική πλειονότητα των κατηγορουμένων κρινόταν ένοχη «με την ποινή του θανάτου» λόγω «προδοσίας της πατρίδας», «συνεργασίας με τον κατακτητή» και «εγκλημάτων κατά του λαού». Οι καταδικασμένοι δένονταν με σύρματα ανά δύο ή τρεις και οδηγούνταν πεζή στην κοντινή Πηγάδα, όπου εκτελούνταν με ριπές όπλων. Την ίδια μοίρα θα είχαν ένα μήνα αργότερα και οι εναπομείναντες ταγματασφαλίτες της Λακωνίας.
Μετά την απώλεια της Καλαμάτας και των παραθαλάσσιων φρουριών τους στο Γύθειο και την Σκάλα, οι Γερμανοί της Σπάρτης κατάλαβαν ότι κινδύνευαν με πλήρη αποκοπή. Άρχισαν να συμπτύσσουν τις δυνάμεις τους προς την Τρίπολη. Οι κατοχικές δυνάμεις μαζί με τμήματα των ντόπιων Ταγμάτων Ασφαλείας εγκατέλειψαν τη Σπάρτη. Το 8ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ μπήκε θριαμβευτικά στην πόλη μέσα σε κλίμα γενικού ενθουσιασμού των κατοίκων. Αν και η Σπάρτη εκκενώθηκε νωρίτερα, η πλήρης εκκαθάριση της περιοχής επισφραγίστηκε λίγες εβδομάδες μετά, στις 11 Οκτωβρίου 1944, όταν έπεσε και το οχυρό του κάστρου του Μυστρά, όπου είχαν ταμπουρωθεί οι τελευταίοι ένοπλοι συνεργάτες των Ναζί. Οι ταγματασφαλίτες, προκειμένου να αποφύγουν την παράδοση ή την αιχμαλωσία από τον ΕΛΑΣ, αποσύρθηκαν από την πόλη της Σπάρτης και οχυρώθηκαν στο στρατηγικό και φυσικά προστατευμένο Κάστρο του Μυστρά, μετατρέποντας τη βυζαντινή καστροπολιτεία σε οχυρό άμυνας. Η πολιορκία και η επίθεση οργανώθηκαν από τις δυνάμεις του 8ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ (Λακωνίας). Οι αμυνόμενοι διέθεταν πλεονέκτημα λόγω της γεωγραφικής θέσης του κάστρου, το οποίο δεσπόζει πάνω από την πεδιάδα της Σπάρτης. Ο ΕΛΑΣ ξεκίνησε συντονισμένη επίθεση για την κατάληψη του Μυστρά. Οι μάχες υπήρξαν σφοδρές και διεξήχθησαν τόσο στα ανηφορικά μονοπάτια όσο και γύρω από τα τείχη του κάστρου. Μετά από σκληρή διήμερη αναμέτρηση, οι γραμμές των Ταγμάτων Ασφαλείας κάμφθηκαν. Στις 11 Οκτωβρίου 1944, ο ΕΛΑΣ κατέλαβε πλήρως τον Μυστρά. Οι Λάκωνες Ταγματασφαλίτες που παραδόθηκαν ή πιάστηκαν αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν ενώπιον των ανταρτών. Οι κατηγορίες επικεντρώθηκαν στα σκληρά αντίποινα που είχαν κάνει οι ντόπιοι δοσίλογοι στη Λακωνία σε συνεργασία με τον Γερμανό Στρατηγό Κρεχ (όπως οι εκτελέσεις στο Μονοδένδρι). Οι καταδίκες σε θάνατο εκτελέστηκαν άμεσα στην περιοχή του Μυστρά και της Σπάρτης.
Λίγο πριν την πτώση του Μυστρά, και πριν ακόμη ολόκληρη η Λακωνία περάσει υπό τον έλεγχο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, τμήματα του 8ου Συντάγματος κινήθηκαν άμεσα εκτός Λακωνίας για να ενισχύσουν τις άλλες μονάδες του ΕΛΑΣ που πολιορκούσαν την Τρίπολη. Οι τελευταίοι Γερμανοί στρατιώτες εγκατέλειψαν οριστικά την Τρίπολη στις 27 Σεπτεμβρίου του 44. Κατά την αποχώρησή τους, ανατίναξαν αποθήκες πυρομαχικών, τις εγκαταστάσεις του σιδηροδρομικού σταθμού και δίαφορα δημόσια κτίρια. Μετά την φυγή των Γερμανών, η Τρίπολη παρέμεινε υπό τον έλεγχο του Β' Λόχου των Ταγμάτων Ασφαλείας (περίπου 4.000 άνδρες) υπό την διοίκηση του συνταγματάρχη Διονυσίου Παπαδόγγονα. Ο ΕΛΑΣ (με δυνάμεις της ΙΙΙ Μεραρχίας, περιλαμβάνοντας το 11ο Σύνταγμα Αρκαδίας και τμήματα από τη Λακωνία και Μεσσηνία) περικύκλωσε στενά την πόλη. Για να αποφευχθεί η αιματοχυσία που είχε προηγηθεί σε άλλες πόλεις (όπως στον Μελιγαλά), ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με τη μεσολάβηση κυβερνητικών αντιπροσώπων της εξόριστης κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου (όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος). Η συμφωνία προέβλεπε την παράδοση των όπλων των ταγματασφαλιτών με εγγύηση για τη ζωή τους, ώστε να δικαστούν αργότερα από νόμιμα δικαστήρια. Στις 1 Οκτωβρίου 1944 οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ εισέρχονται επίσημα στην ελεύθερη Τρίπολη μέσα σε κλίμα γενικού ενθουσιασμού από τους κατοίκους. Αντίθετα με άλλες περιοχές, στην Τρίπολη η συμφωνία τηρήθηκε σε μεγάλο βαθμό τις πρώτες ημέρες. Οι αιχμάλωτοι ταγματασφαλίστες περιορίστηκαν σε στρατώνες (στο συνοικισμό Κολοκοτρώνη) για τη δική τους προστασία από την οργή του πλήθους. Ο Παπαδόγγονας, μετά την παράδοση της Τρίπολης, μεταφέρθηκε υπό φρούρηση στην Αθήνα, μαζί με άλλους αξιωματικούς των Τραγμάτων Ασφαλείας, και κλείστηκε στις φυλακές Συγγρού υπό την επιτήρηση των Βρετανών και της νέας κυβέρνησης. Όταν ξέσπασαν οι ένοπλες συγκρούσεις των Δεκεμβριανών στην Αθήνα, οι φυλακές και οι χώροι κράτησης των ταγματασφαλιτών έγιναν στόχος του ΕΛΑΣ. Δυνάμεις του επιτέθηκαν στις φυλακές Συγγρού για να εξουδετερώσουν τους κρατούμενους συνεργάτες των Γερμανών, τους οποίους θεωρούσαν εν δυνάμει εφεδρεία των Βρετανών και της κυβέρνησης. Κατά τη διάρκεια των μαχών αυτών ο Παπαδόγγονας έπεσε νεκρός. Οι ακριβείς συνθήκες παραμένουν αντικείμενο ιστορικής αντιπαράθεσης: άλλες πηγές αναφέρουν ότι εκτελέστηκε από τον ΕΛΑΣ πριν εκκενωθεί το κτίριο, και άλλες ότι σκοτώθηκε από αδέσποτα πυρά κατά τη διάρκεια της μάχης για την κατάληψη των φυλακών. Το ιστορικά αποδεδειγμένο όμως είναι πως παρά τον ρόλο του ως επικεφαλής των Τραγμάτων Ασφαλείας Πελοποννήσου (τα οποία είχαν ορκιστεί επίσημα πίστη στον Χίτλερ), η επίσημη ελληνική πολιτεία μεταπολεμικά επανεξέτασε την περίπτωσή του στο πλαίσιο του αντικομμουνιστικού κλίματος: το 1945, η υπηρεσιακή κυβέρνηση Πέτρου Βούλγαρη εξέδωσε διάταγμα με το οποίο ο Παπαδόγγονας προήχθη μεταθανάτια στο βαθμό του Υποστρατήγου, αναγνωρίζοντας τη δράση του ως «εθνική». Η απόφαση αυτή προκάλεσε έντονες πολιτικές αντιδράσεις και θεωρείται μία από τις πιο αμφιλεγόμενες πράξεις της περιόδου που οδήγησε στον Εμφύλιο.
Μετά την εκπλήρωση των επιχειρησιακών στόχων στην κεντρική Πελοπόννησο, το 8ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ επέστρεψε στη Λακωνία για να οργανώσει και εδραιώσει την πολιτική διοίκηση του νομού από το ΕΑΜ, καθώς δεν υπήρχαν πλέον εχθρικές δυνάμεις στην περιοχή.
Κατά τη διάρκεια του Νοεμβρίου του 1944, καθώς η πολιτική κρίση στην Αθήνα ανάμεσα στο ΕΑΜ, την κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας και τους Βρετανούς κλιμακωνόταν, η ΙΙΙ Μεραρχία του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου έθεσε τις δυνάμεις της σε επιφυλακή. Το 8ο Σύνταγμα έλαβε διαταγή να μετακινηθεί βόρεια και να αναπτυχθεί στην ευρύτερη περιοχή της Κορινθίας και του Ισθμού. Στόχος της μετακίνησης ήταν να αποτελέσει ανάχωμα σε ενδεχόμενη βρετανική απόβαση ή προέλαση προς την Πελοπόννησο και την Αττική. Με το ξέσπασμα των μαχών στην Αθήνα, το 8ο Σύνταγμα βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των συγκρούσεων στην Κορινθία. Ήρθε σε σύγκρουση με βρετανικές δυνάμεις (κυρίως τμήματα τεθωρακισμένων και αλεξιπτωτιστών) που προσπαθούσαν να ελέγξουν τη διώρυγα και να αποκόψουν τις ανταρτικές δυνάμεις. Παρά τις σφοδρές συγκρούσεις, η υπεροχή των Βρετανών σε βαρύ οπλισμό και αεροπορική υποστήριξη εμπόδισε το 8ο Σύνταγμα από το να περάσει μαζικά στην Αττική για να ενισχύσει τα εκεί τμήματα του ΕΛΑΣ. Μετά την ήττα του ΕΛΑΣ στην Αθήνα και την υπογραφή της ανακωχής στις αρχές Ιανουαρίου 1945, το Σύνταγμα συμπτύχθηκε συντεταγμένα πίσω στην εσωτερική Πελοπόννησο. Τον Φεβρουάριο του 1945, με τη Συμφωνία της Βάρκιζας, οι άνδρες του 8ου Συντάγματος παρέδωσαν τον οπλισμό τους σε προκαθορισμένα σημεία στη Λακωνία και το Σύνταγμα διαλύθηκε οριστικά. Μετά τον αφοπλισμό του 8ου Συντάγματος τον Φεβρουάριο του 1945, η μοίρα των απλών ανταρτών ήταν δραματική. Η Λακωνία μετατράπηκε σε ένα από τα σκληρότερα προπύργια της "Λευκής Τρομοκρατίας", οδηγώντας τους περισσότερους στην καταδίωξη, τη φυλακή ή ξανά στο βουνό: αμέσως μετά την παράδοση των όπλων, οι αντάρτες επέστρεψαν στα χωριά τους χωρίς καμία ουσιαστική προστασία, καθώς η συμφωνία αμνηστίας παραβιάστηκε στην πράξη. Στη Λακωνία έδρασαν σκληρές δεξιές παρακρατικές ομάδες με κυριότερη την οργάνωση του Πάνου Κατσαρέα, οι οποίες σε συνεργασία με τη Χωροφυλακή, εξαπέλυσαν ανθρωποκυνηγητό με ξυλοδαρμούς, λεηλασίες, βιασμούς και δολοφονίες πρώην ανταρτών και των οικογενειών τους. Πολλοί πρώην αντάρτες οδηγήθηκαν στις δικαστικές φυλακές της Σπάρτης, του Γυθείου ή των Αθηνών με ανυπόστατες κατηγορίες για «εγκλήματα κατά του κοινού ποινικού δικαίου». Εκατοντάδες άλλοι εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Μακρόνησο, στη Γυάρο, στον Άη Στράτη και σε άλλα νησιά. Αρκετοί από αυτούς εκτελέστηκαν αργότερα με αποφάσεις Εκτάκτων Στρατοδικείων. Για να γλυτώσουν τη σύλληψη ή τον θάνατο από τις συμμορίες, πολλοί πρώην αντάρτες του 8ου Συντάγματος αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν ξανά τα σπίτια τους. Αρχικά σχημάτισαν ομάδες αυτοάμυνας στον Ταΰγετο και τον Πάρνωνα. Με την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου (1946–1949), οι έμπειροι αυτοί μαχητές αποτέλεσαν τον κύριο πυρήνα των τμημάτων του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας στην Πελοπόννησο (υπό τη Διεύθυνση του Αρχηγείου Πελοποννήσου). Η συντριβή του ΔΣΕ στην Πελοπόννησο στις αρχές του 1949 σήμανε το οριστικό τέλος για τους περισσότερους από αυτούς καθώς λόγω της φύσης της Πελοποννήσου ήταν δύσκολο να διαφύγουν. Η πλειονότητα των ανταρτών που ξαναπήραν τα όπλα σκοτώθηκαν στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Κυβερνητικού Στρατού. Ελάχιστοι κατάφεραν να διαφύγουν με πλοιάρια προς τις Χώρες του Ανατολικού Μπλοκ (π.χ. Τασκένδη, Πολωνία), ζώντας στην πολιτική προσφυγιά για δεκαετίες, μέχρι τον επαναπατρισμό τους μετά το 1974 ή το 1982.
Ο Λευτέρης Καπελλάκος στο βιβλίο καταγράφει με λεπτομέρεια την οργάνωση του ένοπλου αγώνα ενάντια στους Γερμανούς και Ιταλούς κατακτητές. Τις σκληρές μάχες στα βουνά και στα χωριά της Μάνης και της Λακεδαίμονος. Τα αντίποινα των κατακτητών, όπως η τραγική καταστροφή του ανταρτοχωρίου Καρβελάς στο Γύθειο τον Ιανουάριο του 1944. Σε αντίθεση με τις γενικές ιστορικές αναλύσεις, το «Αντάρτης στον Ταΰγετο» δίνει φωνή στους ίδιους τους πρωταγωνιστές. Ο συγγραφέας δεν ωραιοποιεί καταστάσεις. Μεταφέρει την πείνα, το κρύο, τον διαρκή φόβο της προδοσίας, αλλά και την ακλόνητη πίστη για τη λευτεριά. Το πλούσιο φωτογραφικό υλικό και τα αυθεντικά έγγραφα της εποχής που περιλαμβάνει, το καθιστούν ένα πολύτιμο ιστορικό αρχείο. Η μνήμη των ανθρώπων που περπάτησαν ξυπόλητοι στα χιόνια του Ταΰγετου για να μείνει αυτός ο τόπος ελεύθερος, αξίζει να παραμείνει ζωντανή. Και βιβλία σαν αυτό, είναι ο καλύτερος τρόπος για να μην ξεχάσουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου