Οι νυχτερινοί δρόμοι του χωριού… δεν οδηγούν πουθενά. Επιστρέφουν.
Σέρνουν πάνω τους τη μέρα σαν ξεχασμένο σακάκι,
και την αφήνουν στις πέτρες, εκεί που κρυώνει αργά η μνήμη.
Τα φώτα των σπιτιών δεν φωτίζουν· θυμίζουν.
Ένα τραπέζι που μάζεψε, μια φωνή που δεν είπε όσα ήθελε,
ένα γέλιο που έμεινε μισό στο κατώφλι.
Ο αέρας μυρίζει ξύλο και παλιό ψωμί,
και κάπου ένας σκύλος φυλάει όχι το σπίτι,
αλλά την απουσία του χρόνου.
Κι ο δρόμος, στενός σαν ανάσα που κρατήθηκε πολύ,
δεν σε πηγαίνει μακριά-
σε γυρίζει πίσω,
εκεί που κάποτε νόμιζες πως όλα θα κρατήσουν για πάντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου