Το κρασί στο φαγητό είναι διάλογος, ενώ το νερό στο κρασί είναι μετάφραση.
Το κρασί, όταν μπαίνει στο φαγητό, δεν έρχεται να κρύψει· έρχεται να αποκαλύψει.
Δίνει βάθος στη σάλτσα, μαλακώνει τις ίνες, κουβαλά οξύτητα, φρούτο, ξύλο, ήλιο και χρόνο.
Είναι σαν να προσθέτεις μια μικρή ιστορία μέσα στην κατσαρόλα. Το αλκοόλ εξατμίζεται, αλλά αφήνει πίσω του τον χαρακτήρα — όπως κάποιοι άνθρωποι που φεύγουν από τη ζωή μας και μένει μόνο το άρωμά τους.
Το νερό στο κρασί κάνει το αντίθετο.
Αραιώνει τη μνήμη του σταφυλιού.
Σπάει τη συνοχή του, σαν να διακόπτεις έναν μουσικό την ώρα που βρίσκει τον ρυθμό του.
Οι αρχαίοι βέβαια έβαζαν νερό στο κρασί. Όχι από ασέβεια· από σοφία.
Το κρασί τότε ήταν πυκνό, δυνατό, σχεδόν τελετουργικό. Το αραίωναν για να μπορούν να συζητούν χωρίς να παραδίδονται αμέσως στη μέθη. Ήξεραν πως ο έρωτας του κρασιού θέλει διάρκεια, όχι κατάκτηση.
Κι όμως, στην κουζίνα, το κρασί γίνεται πιο γενναιόδωρο από ποτέ.
Δέχεται να χαθεί μέσα σε κρεμμύδια, ντομάτες και μυρωδικά μόνο και μόνο για να αναδείξει κάτι άλλο.
Είναι ίσως η πιο ώριμη μορφή έρωτα:
να μπαίνεις μέσα σε κάτι χωρίς να ζητάς να φανείς εσύ περισσότερο.
Γι’ αυτό βάζουμε κρασί στο φαΐ.
Επειδή η τέχνη είναι να προσθέτεις ψυχή χωρίς να αραιώνεις την ουσία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου