25/6/26

«Το Παράθυρο που Κοιτούσε Πίσω. »




Το πρωί δεν μπήκε. Πέρασε από το παράθυρο σαν να είχε κλέψει τα κλειδιά του κόσμου.

Το τζάμι έτριζε από φιλοσοφία και ψίχουλα φωτός. Κάποιος -ή το σύμπαν σε κακή διάθεση- είχε αφήσει πάνω του ένα αποτύπωμα υγρασίας, σαν να δοκίμαζε η νύχτα να γράψει ποίηση αλλά να μην θυμόταν το αλφάβητο.

Η Γυναίκα στο δωμάτιο είχε ξυπνήσει με τη σοβαρότητα ενός τοστ που καίγεται και προσποιείται ότι αυτό ήταν η πρόθεσή του από την αρχή. Πλησίασε το παράθυρο σαν να πλησιάζεις μια ιδέα που μπορεί να σε προσβάλει ή να σε ελευθερώσει, ανάλογα με τη γωνία του ήλιου.

Έξω, η πόλη έκανε γιόγκα χωρίς σώμα: τεντωνόταν σε φώτα, έσπαγε σε κορναρίσματα, ξαναμαζευόταν σε καπνό καφέ. Κανείς δεν είχε υπογράψει το συμβόλαιο της πραγματικότητας, κι όμως όλοι το τηρούσαν με αξιοθαύμαστη απροθυμία.

Το παράθυρο δεν ήταν άνοιγμα. Ήταν συμφωνία. Ένα είδος διαπραγμάτευσης ανάμεσα στο “μέσα” και στο “έξω”, όπου κανείς δεν κερδίζει αλλά όλοι επιμένουν να χειροκροτούν.

Για μια στιγμή, το γυαλί έγινε υγρό. Όχι από φυσική, αλλά από ανυπομονησία. Και μέσα του ο άνθρωπος είδε όχι αυτό που υπάρχει, αλλά αυτό που θα μπορούσε να είχε συμβεί αν η πρωινή του εκδοχή είχε πάρει άλλη διαδρομή, ίσως πιο τολμηρή, ίσως πιο γελοία, ίσως πιο αληθινή.

Ένα πουλί πέρασε και του έκλεισε το μάτι. Ή ίσως απλώς το φως έκανε ειρωνεία.

Κι Εκείνη σκέφτηκε ότι το παράθυρο είναι η μόνη εφεύρεση που επιτρέπει στον άνθρωπο να κοιτάζει τον κόσμο χωρίς να ζητάει άδεια- και να πιστεύει ταυτόχρονα ότι δεν εισβάλλει.

Και κάπου ανάμεσα σε έναν αναστεναγμό και μια ακτίνα ήλιου που δεν είχε αποφασίσει αν είναι ευλογία ή φάρσα, το πρωί συνέχισε να συμβαίνει, αδιάφορο και μεγαλοπρεπές, σαν θεός που ξέχασε το όνομά του αλλά όχι το χιούμορ του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: