Η «Μαλένα» (Malèna) είναι μια εμβληματική ιταλική ρομαντική δραματική ταινία του 2000, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Τζουζέπε Τορνατόρε, με πρωταγωνιστές την Μόνικα Μπελλούτσι στον ρόλο της Μαλένα και τον Τζουσέπε Σουλφάρο στον ρόλο του νεαρού Ρενάτο. Το αριστουργηματικό σάουντρακ υπογράφει ο κορυφαίος συνθέτης Ένιο Μορικόνε. Η ιστορία διαδραματίζεται στη Σικελία το 1940, κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Παρακολουθούμε τη ζωή μέσα από τα μάτια του 13χρονου Ρενάτο, ο οποίος είναι βαθιά ερωτευμένος και προσηλωμένος με τη Μαλένα, την πιο όμορφη και ποθητή γυναίκα της μικρής επαρχιακής πόλης. Όταν ο σύζυγος της Μαλένα θεωρείται νεκρός στο μέτωπο, η ίδια μετατρέπεται γρήγορα σε αντικείμενο της λαγνείας των ανδρών και του έντονου φθόνου των γυναικών της τοπικής κοινωνίας. Η ταινία αποτελεί μια σκληρή αλλά ατμοσφαιρική μελέτη πάνω στην κοινωνική υποκρισία, τη συκοφαντία, το κουτσομπολιό και τη βία που μπορεί να γεννήσει η τυφλή ζήλια.
Η ταινία, αν και εκ πρώτης όψεως μοιάζει με μια ιστορία ενηλικίωσης (coming-of-age) ενός 13χρονου αγοριού, στην πραγματικότητα χρησιμοποιεί το βλέμμα του νεαρού Ρενάτο για να ξεγυμνώσει την κοινωνική υποκρισία, τον μισογυνισμό και τη βία του πλήθους στη φασιστική Ιταλία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η Μαλένα δεν παρουσιάζεται ποτέ ως αυτόνομη προσωπικότητα με δική της φωνή στο πρώτο μισό της ταινίας. Τη βλέπουμε αποκλειστικά μέσα από τα μάτια του Ρενάτο που την κατασκοπεύει. Ο θεατής εξαναγκάζεται να γίνει συνένοχος στο «βλέμμα» του αγοριού, μετατρέποντας τη Μαλένα σε ένα βωβό αντικείμενο πόθου. Η ευφυΐα του Τορνατόρε έγκειται στο ότι χρησιμοποιεί αυτή τη σεξουαλικοποίηση για να την αποδομήσει, δείχνοντας τις τραγικές συνέπειες που έχει η αντικειμενοποίηση στη ζωή μιας πραγματικής γυναίκας. Η ταινία αναδεικνύει πώς μια κλειστή κοινωνία μπορεί να καταστρέψει οτιδήποτε ξεχωρίζει ή απειλεί την κανονικότητά της. Η εκθαμβωτική ομορφιά της Μαλένα προκαλεί την ανασφάλεια και το μίσος των γυναικών της πόλης, οι οποίες τη χαρακτηρίζουν αυθαίρετα ως «πόρνη». Οι άνδρες δεν τη βλέπουν ως άνθρωπο, αλλά ως ένα τρόπαιο προς κατάκτηση, αρνούμενοι να της προσφέρουν εργασία ή βοήθεια χωρίς σεξουαλικά ανταλλάγματα. Η σκηνή της δημόσιας διαπόμπευσης και του ξυλοδαρμού της Μαλένα από τις γυναίκες του χωριού μετά την απελευθέρωση αποτελεί μια σοκαριστική απεικόνιση της συλλογικής βίας και του αποδιοπομπαίου τράγου. Ο Τορνατόρε παίζει αριστοτεχνικά με τις αντιθέσεις. Από τη μία πλευρά, η φωτογραφία του Λάγιος Κολτάι και η μουσική του Ένιο Μορικόνε ντύνουν την ταινία με ένα ζεστό, νοσταλγικό, σχεδόν παραμυθένιο φως. Από την άλλη, το σενάριο ξεδιπλώνει μια ωμή, ρεαλιστική και ψυχοφθόρα ιστορία επιβίωσης, όπου η ηρωίδα αναγκάζεται να πουλήσει το σώμα της στους Γερμανούς κατακτητές για ένα κομμάτι ψωμί.
Όταν κυκλοφόρησε η ταινία το 2000, δίχασε τους κριτικούς. Κάποιοι τη θεώρησαν μια ελαφρώς ρηχή δραματική ταινία εποχής που βασίστηκε υπερβολικά στην εξωτερική εμφάνιση της Μπελούτσι. Άλλοι εκθείασαν το έργο ως μια συγκινητική ιστορία για την ανθρώπινη ανθεκτικότητα και τη συγχώρεση. Σήμερα, η ταινία θεωρείται κλασική και πιο επίκαιρη από ποτέ, καθώς προμηνύει φαινόμενα σύγχρονου κοινωνικού εκφοβισμού (bullying) και slut-shaming.
Slut-shaming (διαπόμπευση εμφάνισης).
Το slut-shaming (διαπόμπευση λόγω σεξουαλικής συμπεριφοράς) είναι η πράξη της επίκρισης, της ταπείνωσης ή της κοινωνικής περιθωριοποίησης ενός ατόμου -συνήθως γυναίκας- με το πρόσχημα ότι οι ενδυματολογικές του επιλογές, η εμφάνιση ή η σεξουαλική του συμπεριφορά παραβιάζουν τα παραδοσιακά κοινωνικά ήθιμα. Στην ταινία, το φαινόμενο αυτό αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα της πλοκής και παρουσιάζεται με απόλυτη, σκληρή ακρίβεια μέσα από συγκεκριμένα στάδια. Η Μαλένα δεν προκαλεί κανέναν. Ωστόσο, η πόλη τη χαρακτηρίζει ως «εύκολη» ή «πόρνη» απλώς και μόνο επειδή περπατά μόνη της, είναι όμορφη και οι άνδρες την κοιτάζουν. Το θύμα ενοχοποιείται για τις αντιδράσεις των γύρω του. Λόγω των κουτσομπολιών, οι γυναίκες της πόλης πιέζουν τους συζύγους τους να μην της δώσουν δουλειά. Ο δικηγόρος και ο δικαστής την εκμεταλλεύονται σεξουαλικά με αντάλλαγμα τη νομική προστασία. Το slut-shaming την οδηγεί στην απόλυτη φτώχεια. Μην έχοντας άλλη επιλογή για να επιβιώσει (καθώς κανείς δεν της πουλάει ούτε φαγητό), η Μαλένα αναγκάζεται τελικά να γίνει αυτό για το οποίο την κατηγορούσαν: εκδίδεται στους Γερμανούς αξιωματικούς. Η περίφημη σκηνή όπου οι γυναίκες τη σέρνουν στην πλατεία, την ξυλοκοπούν και της κόβουν τα μαλλιά είναι η απόλυτη έκφραση του slut-shaming. Η τιμωρία της «παρεκκλίνουσας» γυναίκας γίνεται δημόσιο θέαμα για τον εξαγνισμό της κοινότητας. Αν και η ταινία διαδραματίζεται το 1940, ο μηχανισμός του slut-shaming παραμένει ίδιος σήμερα, έχοντας απλώς μεταφερθεί στον ψηφιακό κόσμο (cyberbullying):
-Η διαδικτυακή διαπόμπευση με σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Instagram, TikTok) που κρίνουν τις φωτογραφίες, τα ρούχα ή την προσωπική ζωή μιας γυναίκας.
-Το "Revenge Porn" (Εκδικητική πορνογραφία), η διαρροή προσωπικών φωτογραφιών ή βίντεο χωρίς συγκατάθεση, με σκοπό την καταστροφή της φήμης του θύματος.
-Δύο μέτρα και δύο σταθμά (Double Standards): η ίδια σεξουαλική συμπεριφορά που χαρίζει σε έναν άνδρα τον τίτλο του «κατακτητή», σε μια γυναίκα αποφέρει τον τίτλο της «ξεπεσμένης» και της «πόρνης».
Το πιο συγκλονιστικό στοιχείο της ταινίας είναι η επιστροφή της Μαλένα στο χωριό στο τέλος του έργου, γερασμένης, ντυμένης απλά και συνοδευόμενης από τον σύζυγό της που επέζησε. Όταν οι ίδιες γυναίκες που την κατέστρεψαν τη χαιρετούν στο παζάρι με σεβασμό («Buongiorno, Signora Manon»), ο Τορνατόρε δείχνει τη μέγιστη υποκρισία: η κοινωνία τη «συγχωρεί» και σταματά το slut-shaming μόνο όταν η ομορφιά της έχει χαθεί και η ίδια έχει υποταχθεί ξανά στους παραδοσιακούς ρόλους (της παντρεμένης γυναίκας).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου