11/5/26

Infans Romanus: το Τέκνο της Ρώμης.



Τον Μάρτιο του 1498 ένα μωρό γεννιέται στην Ρώμη. Θα χριστεί επίσημα ως το «Τέκνο της Ρώμης» από τον Πάπα Αλέξανδρο τον ΣΤ'. Ο τίτλος «Infans Romanus» (Τέκνο της Ρώμης) δεν προϋπήρχε ως καθιερωμένος εκκλησιαστικός ή ευγενικός τίτλος. Ήταν μια δημιουργική νομική επινόηση του τότε Πάπα, ειδικά για την περίπτωση του Ιωάννη-Τζιοβάνι Βοργία- όπως ήταν το πραγματικό όνομα του μωρού. Ήταν ένα παιδί με δύο πατέρες και μητέρα μια πόλη: την Αιώνια Πόλη- την Ρώμη. 

Ποιος ήταν όμως στην πραγματικότητα ο Τζιοβάνι Βοργίας και γιατί ένα βρέφος χρίσθηκε με έναν τέτοιο μεγαλειώδη και ευφάνταστο τίτλο; Το «Τέκνο της Ρώμης» (Infans Romanus) είναι ο τίτλος που δόθηκε στον Τζιοβάνι Βοργία για να νομιμοποιηθεί η παρουσία του στο Βατικανό, και ταυτόχρονα να συγκαλυφθεί ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της Αναγέννησης. Ο Τζιοβάνι (Ιωάννης) Βοργίας αποτελεί ένα από τα πιο αινιγματικά πρόσωπα της περιβόητης οικογένειας Βοργία, η καταγωγή του οποίου προκάλεσε τεράστιο σκάνδαλο στην εποχή του και αποτελεί μυστήριο έως σήμερα.




Ο "οίκος" των Βοργίων.

Η οικογένεια Βοργία ήταν ισπανικής καταγωγής προερχόμενη από τη Χάτιβα της Βαλένθια. Πρώτος αντιπρόσωπος της οικογένειας εκείνης φέρεται στην ιστορία ο Αλφόνσος Βοργίας, ο οποίος είχε διατελέσει επίσκοπος της Μαγιόρκα, ύστερα της Βαλένθια και στη συνέχεια σε ηλικία περίπου 80 ετών εξελέγη Πάπας της Ρώμης, οπότε έλαβε το όνομα Πάπας Κάλλιστος Γ΄. Η αδελφή του Κάλλιστου, η Ισαβέλλα, παντρεύτηκε τον συγγενή της, Γοδεφρίδο Βοργία. Από τον γάμο  αυτό γεννήθηκαν δύο παιδιά, ο Πέτρος Λουδοβίκος Βοργίας και ο Ροδερίγος Βοργίας. Ο Ροδερίγος Βοργίας το 1455 χρήσθηκε καρδινάλιος και το 1492 εκλέχθηκε Πάπας με το όνομα  πλέον Αλέξανδρος ΣΤ΄

Ο Ροδερίγος Βοργίας (1431–1503), ο οποίος έμεινε στην ιστορία ως Πάπας Αλέξανδρος ΣΤ΄, αποτελεί την πιο χαρακτηριστική φιγούρα της «σκοτεινής» πλευράς της Αναγέννησης. Γεννημένος στην Ισπανία το 1431, ο Ροδερίγος ανήλθε στα εκκλησιαστικά αξιώματα χάρη στην επιρροή του θείου του, Αλφόνσο. Όταν ο Αλφόνσος έγινε πάπας με το όνομα Κάλλιστος Γ΄, έκανε τον Ροδερίγο καρδινάλιο. Λίγο καιρό αργότερα, ο Ροντρίγκο διορίστηκε αντικαγκελάριος της εκκλησίας, μια θέση που διατήρησε υπό διάφορους πάπες και η οποία συνέβαλε ώστε να εξασφαλίσει ο ίδιος πολυάριθμα προσοδοφόρα αξιώματα, να συγκεντρώσει αμύθητα πλούτη, να ασκεί τεράστια εξουσία και να ζει βασιλική ζωή. Ήταν ιδίαιτερα έξυπνος, αλλά αμοραλιστής και φιλήδονος. Παρότι επιπλήχθηκε από τον Πάπα Πίο Β΄ λόγω της ροπής του προς «τον πλέον έκλυτο βίο» και τις «αχαλίνωτες απολαύσεις», ο Ροντρίγκο δεν άλλαξε τον τρόπο ζωής του. Το 1492 εξελέγη και ο ίδιος Ποντίφικας, σε μια διαδικασία που στιγματίστηκε από έντονες φήμες για σιμωνία (εξαγορά ψήφων) και πολιτικές ραδιουργίες. Ως ηγεμόνας, κατάφερε να επιβάλει την τάξη σε μια μέχρι τότε άνομη Ρώμη και να ενισχύσει τα Παπικά Κράτη, επιδεικνύοντας σπάνια διοικητικά και διπλωματικά χαρίσματα. Αυτό που τον διαφοροποίησε από τους προκατόχους του ήταν η απροκάλυπτη προώθηση των νόθων τέκνων του. Ο Ροδερίγος Βοργίας (ο μετέπειτα Πάπας Αλέξανδρος ΣΤ΄) αναγνώρισε επίσημα τουλάχιστον επτά παιδιά, αν και ιστορικοί αναφέρουν ότι ο συνολικός αριθμός τους μπορεί να έφτανε τα δέκα. Τα περισσότερα από αυτά γεννήθηκαν πριν από την εκλογή του στον παπικό θρόνο, κατά τη διάρκεια της θητείας του ως καρδινάλιος. Τα τέσσερα πιο διάσημα παιδιά του γεννήθηκαν από τη μακροχρόνια ερωμένη του, Βανότσα ντεϊ Κατανέι ενώ ήταν ακόμη καρδινάλιος:

-Καίσαρας (Cesare): Ο πρωτότοκος, που έγινε καρδινάλιος και αργότερα ισχυρός στρατιωτικός ηγέτης.

-Ιωάννης/Τζιοβάνι (Giovanni): Δούκας της Γάνδιας.

-Λουκρητία (Lucrezia): Μία από τις πιο διαβόητες γυναικείες μορφές της Αναγέννησης.

-Γοδεφρίδος/Ζοφρέ (Gioffre): Ο μικρότερος από τα τέσσερα αδέλφια. 

Εκτός από τα παιδιά με τη Βανότσα, ο Ροδρίγος απέκτησε τουλάχιστον άλλα τρία παιδιά από άγνωστες μητέρες: τον Πέτρο Λουδοβίκο (Pedro Luis), την Ιερώνυμη (Girolama) και την Ισαβέλλα (Isabella).

Μετά την άνοδό του στον παπικό θρόνο, φημολογείται ότι απέκτησε και άλλα παιδιά- όπως τον Τζιοβάνι- Ιωάννη Βοργία, γνωστό ως Infans Romanus- Τέκνο της Ρώμης, τον οποίο αναγνώρισε επίσημα με παπική βούλα ως δικό παιδί, πιθανώς με την τότε ερωμένη του Τζούλια Φαρνέζε, αν και η πατρότητα του Ιωάννη Βοργία (Infans Romanus) σε ορισμένες περιπτώσεις παραμένει αντικείμενο ιστορικής συζήτησης.

Ο πρωτότοκος γιος του Πάπα Αλέξανδρου ΣΤ΄,  Καίσαρας Βοργίας (1475–1507) υπήρξε μία από τις πιο αινιγματικές και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της Ιταλικής Αναγέννησης. Ως νόθος γιος του Πάπα Αλεξάνδρου ΣΤ΄, η ζωή του ήταν ένας διαρκής αγώνας για εξουσία, κατακτήσεις και την επιβολή του ονόματος της οικογένειάς του. Ο Καίσαρ Βοργίας χαρακτηρίστηκε ως «ομορφότερος άνδρας στην Ιταλία», στην εποχή του: ήταν ψηλός και μυώδης, λάτρης της ιππασίας, της ξιφασκίας και κάθε είδους γυμναστικών ασκήσεων. Επαιρνε μέρος σε ιππικούς αγώνες, όπως το φημισμένο Πάλιο της Σιένα, και πάλευε με τους χωρικούς για να αποδείξει τη δύναμή του. Αν και αρχικά προοριζόταν για την Εκκλησία, -έγινε επίσκοπος στα 15 του, φτάνοντας έως το αξίωμα του καρδιναλίου και μάλιστα μόλις σε ηλικία 18 χρονών, ο Καίσαρας εγκατέλειψε τα ράσα για να γίνει στρατιωτικός ηγέτης. Έγινε ο πρώτος στην ιστορία που παραιτήθηκε από το αξίωμα του καρδιναλίου για να αναλάβει τη διοίκηση του παπικού στρατού. Για να εξασφαλίσει τη γαλλική υποστήριξη, συμμάχησε με τον βασιλιά Λουδοβίκο ΙΒ΄, ο οποίος του έδωσε τον τίτλο του Δούκα του Βαλεντινουά (γι' αυτό και αναφέρεται συχνά ως "Il Valentino"). Παντρεύτηκε μάλιστα την Καρλόττα ντ' Αλμπρέ, αδελφή του βασιλιά της Ναβάρας, ως μέρος της πολιτικής του συμμαχίας με τη Γαλλία. Μεταξύ 1499 και 1503, κατέλαβε μια σειρά από πόλεις στην κεντρική Ιταλία, όπως το Ρίμινι, το Πέζαρο και το Ουρμπίνο, επιδεικνύοντας στρατηγική ευφυΐα και σκληρότητα. Πριν από τον Καίσαρα, η περιοχή ήταν μια χαώδης συλλογή από ανεξάρτητες πόλεις-κράτη (όπως το Ρίμινι, η Φαέντσα και το Φορλί) που ανήκαν μόνο τυπικά στα Παπικά Κράτη. Ο Καίσαρας Βοργίας, είχε ως όραμα τη δημιουργία ενός ισχυρού, ενιαίου κράτους στην κεντρική Ιταλία. Η περιοχή της Ρωμανίας (Romagna) ήταν τότε μια κατακερματισμένη έκταση υπό την τυπική κυριαρχία του Πάπα, αλλά στην πραγματικότητα ελεγχόταν από ηγεμονίσκους και τυράννους. Η πρώτη μεγάλη επιτυχία του Καίσαρα ήταν η κατάληψη της Ίμολα και του Φορλί (1499–1500), όπου αντιμετώπισε τη σθεναρή αντίσταση της Κατερίνας Σφόρτσα. Ακολούθησε η πτώση του Ρίμινι, του Πέζαρο και της Φαέντσα. Ο Καίσαρας στους πολέμους αυτούς χρησιμοποίησε καινοτόμες στρατιωτικές μεθόδους. Είναι χαρακτηριστικό ότι χρησιμοποίησε τον Λεονάρντο ντα Βίντσι ως στρατιωτικό μηχανικό για τον σχεδιασμό οχυρώσεων και πολεμικών μηχανών. Ο Πάπας Αλέξανδρος ΣΤ΄ τον ονόμασε επίσημα Δούκα της Ρωμανίας το 1501. Για να εξουδετερώσει τους δικούς του μισθοφόρους που συνωμοτούσαν εναντίον του, ο Καίσαρας τους παρέσυρε στη Σενιγκάλλια το 1502, όπου τους συνέλαβε και τους εκτέλεσε. Ο Καίσαρας διόρισε τον σκληρό Ραμίρο ντ' Όρκο ως κυβερνήτη για να επιβάλει την τάξη στη χαώδη περιοχή. Ο Ντ' Όρκο χρησιμοποίησε ιδιαίτερα βίαιες μεθόδους για να πατάξει την εγκληματικότητα και τις τοπικές έριδες. Μόλις η περιοχή ειρήνευσε, ο Καίσαρας -για να αποσείσει την ευθύνη της βίας από πάνω του και να κερδίσει το λαό- διέταξε τη δημόσια εκτέλεση του ντ' Όρκο στην Τσεζένα. Αυτή ακριβώς η αδίστακτη αποτελεσματικότητά του ενέπνευσε τον Νικολό Μακιαβέλι να τον χρησιμοποιήσει ως το κύριο πρότυπο για το έργο του «Ο Ηγεμόνας». Ο Μακιαβέλι πίστευε ότι η ικανότητα του Καίσαρα Βοργία να επιβάλλει την τάξη μέσω της βίας, της απάτης αλλά και της στρατηγικής ευφυΐας ήταν απαραίτητη για την επιβίωση ενός κράτους εκείνη την εποχή. 



Η τύχη του Καίσαρα άλλαξε δραματικά το 1503 με τον θάνατο του πατέρα του. Στα τελευταία του χρόνια η εμφάνισή του αλλοιώθηκε από τη σύφιλη, αναγκάζοντάς τον συχνά να φοράει μια μαύρη δερμάτινη μάσκα. Χωρίς την παπική στήριξη, οι εχθροί του συνασπίστηκαν εναντίον του. Μετά από περιπέτειες και φυλακίσεις, κατέφυγε στο Βασίλειο της Ναβάρας. Σκοτώθηκε το 1507 στη Βιάνα της Ναβάρας, πολεμώντας για λογαριασμό του κουνιάδου του.

Ο δευτερότοκος γιος του Πάπα Αλεξάνδρου ΣΤ', ο Ιωάννης Βοργίας (γνωστός και ως Juan ή Giovanni Borgia), ο 2ος Δούκας της Γανδίας, είναι μια από τις πιο αινιγματικές φιγούρες της ιταλικής Αναγέννησης. Η ζωή του ήταν γεμάτη προνόμια, αλλά έμεινε στην ιστορία κυρίως για τον βίαιο και μυστηριώδη θάνατό του που συγκλόνισε τη Ρώμη το 1497. Γεννημένος γύρω στο 1476, ο Ιωάννης ήταν ο αγαπημένος γιος του Πάπα Αλέξανδρου ΣΤ' και της Βανότσα ντεϊ Καττάνεϊ. Σε αντίθεση με τον φιλόδοξο αδελφό του, Καίσαρα, ο Ιωάννης προοριζόταν από νωρίς για τα κοσμικά και στρατιωτικά αξιώματα. Ο πατέρας του, θέλοντας να εδραιώσει την ισχύ της οικογένειας, του απένειμε τον τίτλο του Γονφαλονιέρου της Εκκλησίας, καθιστώντας τον ουσιαστικά αρχιστράτηγο των παπικών δυνάμεων. Η ζωή του Ιωάννη έληξε απότομα τη νύχτα της 14ης Ιουνίου 1497. Μετά από ένα δείπνο, ο Δούκας εξαφανίστηκε στα σοκάκια της Ρώμης. Το πτώμα του ανασύρθηκε από τον ποταμό Τίβερη δύο ημέρες αργότερα, φέροντας εννέα τραύματα από μαχαίρι. Ήταν ακόμα ντυμένος με τα πλούσια ρούχα του και η τσάντα του περιείχε 30 χρυσά δουκάτα, γεγονός που απέκλεισε τη ληστεία ως κίνητρο. Ο Πάπας Αλέξανδρος ΣΤ' κατέρρευσε από τη θλίψη. Αρχικά διέταξε εκτεταμένη έρευνα και υποσχέθηκε μεταρρυθμίσεις στην Εκκλησία, αλλά ξαφνικά σταμάτησε κάθε έρευνα λίγες ημέρες αργότερα. Ο μεγαλύτερος αδελφός του- ο Καίσαρας- θεωρείται ο επικρατέστερος ύποπτος για την δολοφονία του Ιωάννη από πολλούς ιστορικούς. Κίνητρό του πιστεύεται ότι ήταν ο φθόνος για τα στρατιωτικά αξιώματα του αδελφού του και η επιθυμία του ίδιου να εγκαταλείψει την εκκλησιαστική ζωή (ήταν τότε Καρδινάλιος) για να πάρει τη θέση του του στον στρατό. Άλλοι πάλι θεωρούν πιθανό δολοφόνο του τον μικρότερο αδελφό του Γοδεφρίδο, καθώς υπάρχουν υποψίες ότι ο Ιωάννης είχε σχέση με τη σύζυγό του, Σάντσα της Αραγονίας. Η δολοφονία του Ιωάννη Βοργία το 1497 δεν ήταν απλώς ένα οικογενειακό δράμα, αλλά ένα κομβικό σημείο που άλλαξε την πολιτική γεωγραφία της Ιταλίας και τη λειτουργία της Καθολικής Εκκλησίας: με τον θάνατο του Ιωάννη, ο αδελφός του, Καίσαρας, βρήκε την ευκαιρία να εγκαταλείψει το καρδιναλικό αξίωμα -έγινε ο πρώτος στην ιστορία που παραιτήθηκε από Καρδινάλιος- για να αναλάβει τη διοίκηση του παπικού στρατού. 

Ο Γοδεφρίδος- Τζόφρι Βοργίας (1481/82–1517) υπήρξε το νεότερο μέλος της ισχυρής οικογένειας που σημάδεψε την Ιταλική Αναγέννηση. Γιος του Πάπα Αλεξάνδρου ΣΤ΄ και της Βανότσα ντεϊ Κατανέι, ο Τζόφρι έζησε στη σκιά των μεγαλύτερων και πιο φιλόδοξων αδελφών του, του Καίσαρα και της Λουκρητίας. Σε ηλικία μόλις 12 ετών, ο πατέρας του τον χρησιμοποίησε ως πιόνι στη διπλωματική σκακιέρα της εποχής, παντρεύοντάς τον με τη Σάντσια της Αραγονίας. Ο γάμος αυτός επισφράγισε τη συμμαχία της Αγίας Έδρας με το Βασίλειο της Νάπολης, χαρίζοντάς του τον τίτλο του Πρίγκιπα του Σκουιλάτσε. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, βρέθηκε κι αυτός στο επίκεντρο σκανδαλωδών φημών όπως όλοι στην οικογένειά του. Αν και ο Πάπας Αλέξανδρος ΣΤ΄ τον αναγνώρισε επίσημα ως γιο του, υπήρχαν έντονες φήμες ότι ο πραγματικός του πατέρας ήταν ο Giorgio della Croce, ο σύζυγος της μητέρας του, Βανότσα ντεϊ Κατανέι. Ο Πάπας συχνά τον περιέγραφε ως αδύναμο και ανεπαρκή σε σύγκριση με τους μεγαλύτερους αδελφούς του πράγμα που ενέτεινε τις φημολογίες. Η σύζυγός του, Σάντσα, ήταν γνωστή για τον δυναμικό και ελεύθερο χαρακτήρα της. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, διατηρούσε παράλληλες σχέσεις με τους δύο μεγαλύτερους αδελφούς του Γοδεφρίδου, τον Ιωάννη και τον Καίσαρα, εξευτελίζοντάς τον στην παπική αυλή. Λόγω ακριβώς αυτών των ερωτικών σχέσεων της γυναίκας του, το όνομά του ενεπλάκη ως πιθανού ηθικού αυτουργού της δολοφονίας του αδελφού του Ιωάννη. Μετά τον θάνατο του πατέρα του (1503) και την πτώση του Καίσαρα, ο Γοδεφρίδος κατάφερε να επιβιώσει- κάτι σπάνιο για την οικογένειά του: μετά και τον θάνατο της Σάντσα το 1506, παντρεύτηκε την εξαδέλφη του, Maria de Mila, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Αποσύρθηκε στα κτήματά του στο Σκουιλάτσε της Καλαβρίας, όπου έζησε ως τοπικός άρχοντας μέχρι τον θάνατό του από φυσικά αίτια (περίπου το 1516-1517) σε ηλικία 35 ετών.

Το Τέκνο της Ρώμης: το παιδί "αγνώστου" μητρός με τους δύο πατεράδες.

Ο Τζιοβάνι Βοργία (Τέκνο της Ρώμης-Infans Romanus) αναγνωρίστηκε επίσημα από τον Πάπα Αλέξανδρος ΣΤ΄ ως δικό του παιδί. Αλλά αυτή ακριβώς η αναγνώριση και ο τρόπος με τον οποίο έγινε περιπλέκει τα πράγματα περισσότερο.

Η ταυτότητα των γονέων του παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα ερωτηματικά της Αναγέννησης, καθώς υπάρχουν τρεις κύριες εκδοχές:

- Πατέρας του να ήταν ο Πάπας Αλέξανδρος ΣΤ΄: Σύμφωνα με μια επίσημη αλλά μυστική παπική βούλα, ο Πάπας παραδέχτηκε ότι ο Τζιοβάνι ήταν δικός του γιος από μια ανώνυμη Ρωμαίας.

-Πατέρας του να ήταν ο Καίσαρας Βοργίας: Μια προγενέστερη επίσημη και δημόσια βούλα, που εκδόθηκε την ίδια ημέρα, τον παρουσίαζε ως γιο του Καίσαρα Βοργία, πιθανώς για να διευκολυνθούν ζητήματα κληρονομιάς.

-Μητέρα του να ήταν η Λουκρητία Βοργία: Οι φήμες της εποχής, τις οποίες τροφοδότησε ο πρώτος της σύζυγος Τζιοβάνι Σφόρτσα, υποστήριζαν ότι το παιδί ήταν καρπός αιμομιξίας της Λουκρητίας με τον πατέρα της ή τον αδελφό της ή και τους δύο. Άλλες θεωρίες τον θέλουν γιο της Λουκρητίας από τη σχέση της με τον υπηρέτη Περότο Καλντερόν.

Η έκδοση των δύο αντιφατικών παπικών εγγράφων (παπικές βούλες) την 1η Σεπτεμβρίου 1501- τρία χρόνια μετά την γέννησή του-αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της «διπλωματίας της νομιμοποίησης» που χρησιμοποίησε ο Πάπας Αλέξανδρος ΣΤ΄ για να διασφαλίσει το μέλλον της δυναστείας του. Ο Πάπας εξέδωσε τα δύο έγγραφα την ίδια ημέρα, το καθένα με διαφορετικό σκοπό:

- Η Πρώτη (Δημόσια) Βούλα: ονοματίζει τον Καίσαρα Βοργία ως πατέρα του τρίχρονου τότε Τζιοβάνι. Αυτό εξυπηρετούσε τη δημόσια εικόνα, καθώς ο Καίσαρας, αν και πρώην καρδινάλιος, ήταν πλέον λαϊκός ηγεμόνας και η πατρότητα ενός εξώγαμου τέκνου ήταν λιγότερο σκανδαλώδης για εκείνον παρά για τον ίδιο τον Ποντίφικα.

- Η Δεύτερη (Μυστική) Βούλα: αποκαλύπτει ότι ο πραγματικός πατέρας είναι ο ίδιος ο Πάπας Αλέξανδρος ΣΤ΄. Το κείμενο μάλιστα αναφέρει ρητά: «καθώς το έλλειμμα αυτό [της νομιμότητας] δεν προέρχεται από τον εν λόγω δούκα [Καίσαρα], αλλά από εμάς και την εν λόγω γυναίκα...»

Το «Παιδί των δύο πατεράδων».

Το μυστήριο γύρω από το "Infans Romanus" ενισχύθηκε από τις δύο αντικρουόμενες εκδοχές που παρουσίασε ο ίδιος ο Πάπας:

- η εκδοχή του Καίσαρα: επίσημα, παρουσιάστηκε ως γιος του Καίσαρα Βοργία, ώστε να έχει έναν νόμιμο «πατέρα» που θα μπορούσε να του κληροδοτήσει εδάφη.

- η εκδοχή του Πάπα: στη μυστική βούλα, ο Πάπας παραδεχόταν ότι ο Τζιοβάνι ήταν δικός του γιος. Αυτό το έγγραφο συντάχθηκε για να διασφαλιστεί ότι, αν ο Καίσαρας πέθαινε, το παιδί θα παρέμενε υπό την προστασία της Εκκλησίας.

Το παιδί αγνώστου μητρός.

Αν και το όνομα της Λουκρητίας δεν αναφέρεται πουθενά ως μητέρας, η ιστορική έρευνα δείχνει εκείνη: η γέννηση του παιδιού (Μάρτιος 1498) συμπίπτει χρονικά με την περίοδο που η Λουκρητία βρισκόταν απομονωμένη σε μοναστήρι. Ο αδελφός της, Καίσαρας, φέρεται να σκότωσε τον υποτιθέμενο εραστή της, Περότο Καλντερόν, επειδή ακριβώς την άφησε έγκυο, θέτοντας σε κίνδυνο τα πολιτικά σχέδια της οικογένειας.  Το να είναι το παιδί καρπός αιμομιξίας της Λουκρητίας με τον πατέρα της ή τον αδελφό της μάλλον αποτελεί την λιγότερο πιθανή εκδοχή που βασίστηκε στις φήμες που διέδωσε ο πρώτος άντρας της Λουκρητίας. Οι περισσότεροι σύγχρονοι ιστορικοί, συγκλίνουν στο ότι μητέρα του Τζιοβάνι ήταν η Λουκρητία.  Υπάρχουν όμως και πολλοί που υποστηρίζουν πως μητέρα στην πραγματικότητα ήταν η Τζούλια Φαρνέζε (Giulia Farnese, 1474–1524), γνωστή και ως Giulia la Bella (Η Ωραία Τζούλια), η τότε ερωμένη του Πάπα Αλέξανδρου ΣΤ'. Η σχέση τους ξεκίνησε γύρω στο 1489, όταν η Τζούλια ήταν μόλις 15 ετών και ο Ροδερίγος Βοργίας 58. Ο σκανδαλώδης δεσμός τους συνεχίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια της παποσύνης του. Οι Ρωμαίοι, ειρωνευόμενοι τη σχέση της με τον Πάπα, την αποκαλούσαν Christi Sponsa (Νύφη του Χριστού). Η Τζούλια ήταν στενή φίλη της Λουκρητίας Βοργία και οι δυο τους αποτελούσαν τον στενό γυναικείο κύκλο του Πάπα. Πολλοί ιστορικοί εξετάζουν την πιθανότητα η Τζούλια να ήταν η πραγματική μητέρα του Τζιοβάνι Βοργία (Infans Romanus). Το 1498, την εποχή που γεννήθηκε ο Τζιοβάνι, η Τζούλια ήταν ακόμη η επίσημη ερωμένη του Πάπα. Η Τζούλια είχε ήδη αποκτήσει μια κόρη, τη Λάουρα, η οποία αναγνωρίστηκε ως παιδί του συζύγου της Ορσίνο Ορσίνι-Μιλιοράτι, αλλά όλοι πίστευαν ότι ήταν του Πάπα. Ο Ορσίνο Ορσίνι παντρεύτηκε την Τζούλια Φαρνέζε το 1489. Ο γάμος ήταν στρατηγικής σημασίας, καθώς χρησιμοποιήθηκε ως «κάλυψη» για τη σχέση της Τζούλιας με τον Πάπα. Λόγω της ανοχής του στη σχέση αυτή, ο Ορσίνο έλαβε διάφορα αξιώματα και εδάφη, όπως το Καρμπονιάνο. Η γέννηση του Τζιοβάνι ίσως ήταν μια παρόμοια περίπτωση «κρυφής» πατρότητας όπως της Λάουρας. Η Ωραία Τζούλια θα μείνει κι αυτή στην ιστορία: η μεγαλύτερη επιτυχία της Τζούλια δεν ήταν τα πλούτη που απέκτησε, αλλά η άνοδος του αδελφού της, Αλεσάντρο Φαρνέζε. Χάρη στη σχέση της με τον Αλέξανδρο ΣΤ΄ ο αδελφός της χρίστηκε Καρδινάλιος (τον αποκαλούσαν ειρωνικά «Καρδινάλιο των Γυναικείων Οργάνων»). Αργότερα, ο Αλεσάντρο έγινε κι ο ίδιος Πάπας, ο Παύλος Γ΄, ο άνθρωπος που ξεκίνησε την Αντιμεταρρύθμιση και προσέλαβε τον Μιχαήλ Άγγελο για τη "Δευτέρα Παρουσία"  στην Καπέλα Σιστίνα στο Βατικανό. Παρά την αναμφισβήτητη ομορφιά της δεν σώζεται κανένα επιβεβαιωμένο πορτρέτο της Τζούλια, καθώς ο αδελφός της ως Πάπας διέταξε την καταστροφή των πορτρέτων της για να σβήσει τη «ρετσινιά» της σχέσης της με τον Βοργία. Πολλοί ιστορικοί τέχνης πιστεύουν ότι η μορφή της κρύβεται σε έργα του Πιντουρίκκιο στο Βατικανό (π.χ. στην αίθουσα των Αγίων). Επίσης, ο διάσημος πίνακας του Ραφαήλ «Η Κυρία με τον Μονόκερο» συχνά ταυτίζεται με εκείνη ή την κόρη της, Λάουρα.



Λουκρητία Βοργία: η μυθική γυναίκα δηλητήριο.

Η Λουκρητία Βοργία (18 Απριλίου 1480 – 24 Ιουνίου 1519) αποτελεί μέχρι και σήμερα μια από τις πιο αμφιλεγόμενες και παρεξηγημένες προσωπικότητες της Ιταλικής Αναγέννησης. Γεννήθηκε στις 18 Απριλίου 1480 στο Σουμπιάκο, μια πόλη κοντά στη Ρώμη. Η γέννησή της ήταν το αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας και σκανδαλώδους σχέσης. Πατέρας της ήταν ο ισπανός καρδινάλιος Ροδερίγος Βοργίας (ο μετέπειτα Πάπας Αλέξανδρος ΣΤ΄), ο οποίος ήταν τότε 49 ετών, και μητέρα της η Βανότσα Κατανέι, μια Ρωμαία ευγενής και μακροχρόνια ερωμένη του καρδινάλιου. Ήταν το τρίτο παιδί του ζευγαριού, μετά τον Καίσαρα και τον Ιωάννη, ενώ αργότερα ακολούθησε ο Γοδεφρίδος.  Η Λουκρητία στιγματίστηκε για αιώνες ως «γυναίκα δηλητήριο» (ή μοιραία γυναίκα) κυρίως λόγω των πολλών σκοτεινών φημών που αφορούσαν την ζωή της, των πραγματικών γεγονότων που στιγμάτισαν την ιστορία της διαβόητης οικογένειάς της και της προπαγάνδας των ούτως ή άλλως πολλών εχθρών της. Παρόλο που οι ιστορικές αποδείξεις είναι περιορισμένες, η φήμη της συνδέθηκε με μια σειρά από εγκλήματα. Κατηγορήθηκε ότι χρησιμοποιούσε ένα ειδικό δαχτυλίδι για να ρίχνει δηλητήριο στα ποτά των αντιπάλων του πατέρα της (Πάπα Αλέξανδρο ΣΤ΄) και του αδερφού της (Καίσαρα Βοργία), εξαλείφοντας όποιον στεκόταν εμπόδιο στην εξουσία τους. Χρησιμοποιήθηκε ως πιόνι από την οικογένειά της σε διαδοχικούς γάμους για πολιτικό κέρδος. Οι φήμες την ήθελαν να εμπλέκεται στη συνωμοσία για την εξόντωση των συζύγων της όταν δεν ήταν πλέον χρήσιμοι. Η οικογένεια Βοργία ήταν γνωστή για τις δολοπλοκίες της και τα σεξουαλικά της σκάνδαλα, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα τρόμου και καχυποψίας γύρω από το όνομά της. Οι πολλοί πολιτικοί εχθροί των Βοργίων στην Ιταλία διέδιδαν φήμες για να δυσφημίσουν την οικογένεια, ενισχύοντας τον μύθο της «ακόλαστης» και δολοπλοκούσας Λουκρητίας. Ο μύθος της Λουκρητίας Βοργίας ως «γυναίκας δηλητήριο» στην πραγματικότητα δεν βασίστηκε σε ιστορικά γεγονότα, αλλά σε μια συνδυαστική προσπάθεια πολιτικής προπαγάνδας από τους εχθρούς της και, αργότερα, σε λογοτεχνικά έργα του 19ου αιώνα που την παρουσίασαν ως μια σκοτεινή, μοιραία ηρωίδα. Οι πρώτες αναφορές που «λάσπωσαν» το όνομά της προήλθαν από ανθρώπους που μισούσαν την οικογένεια Βοργία. Ο Johann Burchard (Ιωάννης Μπούρχαρντ), ο τελετάρχης του Βατικανού κρατούσε ένα προσωπικό ημερολόγιο (Diarium), όπου κατέγραφε με κάθε λεπτομέρεια τα σκάνδαλα και τα όργια της αυλής των Βοργίων. Παρόλο που ήταν επίσημο πρόσωπο, οι περιγραφές του θεωρούνται από πολλούς ιστορικούς υπερβολικές ή επηρεασμένες από την εχθρότητα προς τον Πάπα Αλέξανδρο ΣΤ΄. Ο Giovanni Sforza (Τζιοβάνι Σφόρτσα), ο πρώτος της σύζυγος, μετά την ταπεινωτική ακύρωση του γάμου τους, ήταν αυτός που διέδωσε πρώτος τις κατηγορίες για αιμομιξία μεταξύ της Λουκρητίας, του πατέρα της και του αδερφού της, για να εκδικηθεί την οικογένεια.  Αργότερα ο Ρομαντισμός του 18ου αιώνα  «λάτρεψε» την εικόνα της δολοπλόκου Λουκρητίας, μετατρέποντάς την σε παγκόσμιο σύμβολο κακίας. Το ομώνυμο θεατρικό έργο του Βίκτωρος Ουγκώ είναι η κύρια πηγή του μύθου για το "δηλητηριώδες δαχτυλίδι". Ο Ουγκώ την παρουσίασε ως μια τερατώδη δολοφόνο που χρησιμοποιούσε το δηλητήριο «cantarella» για να εξοντώνει τους καλεσμένους της. Στο πλαίσιο της σειράς του «Διάσημα Εγκλήματα», ο Αλέξανδρος Δουμάς αναπαρήγαγε όλες τις φήμες για φόνους και ίντριγκες, δίνοντας μια ψευδο-ιστορική χροιά στις κατηγορίες. Βασισμένη στο έργο του Ουγκώ, η όπερα του Ντονιτζέτι περιλαμβάνει τη διάσημη σκηνή του μαζικού δηλητηριασμού σε συμπόσιο, εδραιώνοντας τη Λουκρητία στη συλλογική μνήμη ως μια  splendid noir ηρωίδα. Αν και οι σύγχρονοι ιστοριογράφοι προσπαθούν να αποκαταστήσουν την αλήθεια, οι παραπάνω λογοτεχνικές πηγές ήταν τόσο ισχυρές που η Λουκρητία παραμένει μέχρι σήμερα η αρχετυπική «γυναίκα δηλητήριο». Στην πραγματικότητα η Λουκρητία ήταν η ίδια θύμα της οικογένειάς της- που χρησιμοποίησε την ομορφιά και το ταμπεραμέντο της για πολιτικούς σκοπούς-, αλλά και της εποχής της- που δεν μπορούσε εύκολα να αποδεχθεί την ύπαρξη μιας γυναίκας όμορφης, καλλιεργημένης, κι έξυπνης η οποία να έχει κι εξουσία και μάλιστα μέσα στο αντροκρατούμενο Βατικανό. Αναφέρεται πως μια φορά όταν ο Πάπας Αλέξανδρος ΣΤ΄ αναχώρησε για να επιθεωρήσει τα φρούριά του άφησε τη Λουκρητία ως «τοποτηρητή» του στο Βατικανό. Σύμφωνα με τα χρονικά του Johann Burchard, του τελετάρχη του Πάπα, αυτός της έδωσε το δικαίωμα να ανοίγει την αλληλογραφία του Πάπα και να διαχειρίζεται τρέχουσες υποθέσεις της Αγίας Έδρας. Είχε την εξουσιοδότηση να προεδρεύει σε συναντήσεις των καρδιναλίων, κάτι που θεωρήθηκε ιεροσυλία για τα δεδομένα του 16ου αιώνα. Αυτή η πράξη έδειχνε την απεριόριστη εμπιστοσύνη που της είχε ο πατέρας της, αλλά ταυτόχρονα τροφοδότησε τις φήμες των εχθρών τους ότι η Λουκρητία ήταν η «κρυφή δύναμη» πίσω από τον παπικό θρόνο.

Η Λουκρητία ήταν μόλις 12 ετών όταν ο πατέρας της εξελέγη Πάπας. Ο πατέρας της Ροδρίγος Βοργίας εξελέγη Πάπας στις 11 Αυγούστου 1492, λαμβάνοντας το όνομα Αλέξανδρος ΣΤ΄. Η εκλογή του θεωρείται μία από τις πιο αμφιλεγόμενες στην ιστορία του Βατικανού λόγω των μεθόδων που χρησιμοποίησε ( εξαγορά ψήφων, εκβιασμοί κ.α.). Ο Αλέξανδρος ΣΤ΄ χρησιμοποίησε το παπικό αξίωμα με πρωτοφανή τρόπο για να μετατρέψει την οικογένειά του σε μια ισχυρή δυναστεία. Αντί να λειτουργεί μόνο ως πνευματικός- θρησκευτικός ηγέτης, έδρασε ως απόλυτος μονάρχης, θέτοντας τα παιδιά του σε θέσεις-κλειδιά. Ο Καίσαρας Βοργίας ήταν το κύριο όργανο της πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος του πατέρα του.  Αν και ο πατέρας του τον έχρισε Καρδινάλιο σε ηλικία μόλις 18 ετών, ο Καίσαρας ήταν ο πρώτος στην ιστορία που παραιτήθηκε από το αξίωμα για να γίνει στρατιωτικός ηγέτης. Με τη χρηματοδότηση του Βατικανού και την υποστήριξη του Πάπα, ο Καίσαρας κατέκτησε πόλεις στην Κεντρική Ιταλία, προσπαθώντας να ιδρύσει ένα δικό του κράτος. Οι αδίστακτες μέθοδοί του (δολοφονίες, προδοσίες) ενέπνευσαν τον Νικολό Μακιαβέλι να γράψει το περίφημο έργο "Ο Ηγεμόνας". Η Λουκρητία χρησιμοποιήθηκε από τον πατέρα της για τη σύναψη στρατηγικών συμμαχιών μέσω διαδοχικών γάμων: παντρεύτηκε τρεις φορές για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της οικογένειας. Όταν ένας γάμος δεν εξυπηρετούσε πλέον τον Πάπα, ακυρωνόταν (όπως με τον Giovanni Sforza) ή ο σύζυγος δολοφονούνταν (όπως ο Alfonso της Αραγονίας). Σε μια κίνηση μάλιστα που σκανδάλισε την εποχή, ο Αλέξανδρος της ανέθεσε τη διοίκηση του Βατικανού κατά τη διάρκεια των απουσιών του, δίνοντάς της πρόσβαση στην αλληλογραφία και τις υποθέσεις της Αγίας Έδρας.

Η Λουκρητία είχε μεγαλώσει κυρίως υπό την επίβλεψη της Αντριάνα ντε Μίλα, ξαδέλφης του πατέρα της, η οποία της προσέφερε μια εξαιρετική μόρφωση. Ήδη από την εφηβεία της, η Λουκρητία μιλούσε άπταιστα Ιταλικά, Ισπανικά, Γαλλικά και Καταλανικά, ενώ είχε γνώσεις Λατινικών και Ελληνικών. Εκπαιδεύτηκε στη μουσική (λάουτο), την ποίηση και τους τρόπους της αυλής, προετοιμαζόμενη για τον ρόλο της «πολιτικής νύφης» που θα υπηρετούσε τα συμφέροντα των Βοργιών. Όταν ο πατέρας της εκλέχθηκε Πάπας η ίδια ήταν μόλις 12 ετών.  Σε ηλικία μόλις 13 ετών, το 1493, η Λουκρητία παντρεύτηκε τον Τζιοβάνι Σφόρτσα, άρχοντα του Πέζαρο. Ο γάμος αυτός ήταν μια στρατηγική κίνηση του Πάπα Αλέξανδρου ΣΤ΄ για να εξασφαλίσει τη συμμαχία της ισχυρής οικογένειας των Σφόρτσα από το Μιλάνο. Ωστόσο, η συμμαχία αυτή σύντομα κατέρρευσε όταν ο Πάπας άλλαξε στρατόπεδο, καθιστώντας τον Τζιοβάνι άχρηστο και πλέον ανεπιθύμητο. 

Η συμμαχία μεταξύ του Πάπα Αλέξανδρου ΣΤ΄ (Βοργία) και του Μιλάνου (υπό τον Λουδοβίκο Σφόρτσα) κατέρρευσε κυρίως λόγω των συγκρουόμενων συμφερόντων τους κατά την έναρξη των Ιταλικών Πολέμων το 1494. Ο Λουδοβίκος Σφόρτσα, αισθανόμενος απειλούμενος από το Βασίλειο της Νάπολης, κάλεσε τον βασιλιά της Γαλλίας Κάρολο Η΄ να εισβάλει στην Ιταλία για να διεκδικήσει τον θρόνο της Νάπολης. Αυτή η κίνηση τρόμαξε τον Πάπα, καθώς η γαλλική παρουσία απειλούσε την κυριαρχία των Παπικών Κρατών. Παρά την αρχική στήριξη των Σφόρτσα για την εκλογή του, και τον γάμο της Λουκρητία με τον Τζιοβάνι, ο Αλέξανδρος ΣΤ΄ προτίμησε να συμμαχήσει με τη Νάπολη και την Ισπανία. Αναγνώρισε τον Αλφόνσο Β΄ (δούκα της Καλαβρίας) ως βασιλιά της Νάπολης, ακυρώνοντας τα σχέδια του Λουδοβίκου Σφόρτσα και των Γάλλων. Έτσι ο Τζιοβάνι Σφόρτσα έγινε πολιτικά άχρηστος για τους Βοργίες, οδηγώντας στην ταπεινωτική ακύρωση του γάμου του με την Λουκρητία. Ο πατέρας και ο αδελφός της Λουκρητία πίεσαν τον Τζιοβάνι να υπογράψει την ακύρωση του γάμου, ισχυριζόμενοι ότι δεν είχε ολοκληρωθεί λόγω δικής του σεξουαλικής ανικανότητας. Ο Τζιοβάνι, για να σώσει τη ζωή του, αναγκάστηκε να υπογράψει μια ταπεινωτική ομολογία μπροστά σε μάρτυρες. Το βέβαιο είναι πως σίγουρα δεν ήταν ανίκανος: η πρώτη του σύζυγος είχε πεθάνει κατά τη διάρκεια της γέννας, και με την επόμενη σύζυγό του, απέκτησε τέσσερα παιδιά. Η κατηγορία περί ανικανότητας ήταν απλώς το νομικό «τέχνασμα» της εποχής για να ακυρωθεί ένας γάμος χωρίς να χρειαστεί διαζύγιο, το οποίο ήταν τότε σχεδόν αδύνατο. Κατά τη διάρκεια των διαδικασιών ακύρωσης του γάμου, ο θείος του Τζοβάνι, Λουδοβίκος Σφόρτσα (ο «Μαυριτανός»), του πρότεινε να αποδείξει την ανδρική του ικανότητα. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, η πρόταση περιλάμβανε το να έρθει σε σεξουαλική επαφή με πόρνες παρουσία μαρτύρων ή απεσταλμένων. Δεν υπήρχουν πηγές που να επιβεβαιώνουν πως ο Τζοβάνι Σφόρτσα δέχθηκε να κάνει κάτι τέτοιο,  αλλά είναι βέβαιο πως ο ίδιος αρνήθηκε την κατηγορία της ανικανότητας και ισχυρίστηκε ότι η Λουκρητία είχε αιμομικτική σχέση με τον πατέρα και τον αδελφό της, Καίσαρα Βοργία.  Ο γάμος τους κατέστη επίσημος άκυρος το 1497. Έτσι η Λουκρητία μπορούσε να ξαναπαντρευτεί. Κι ενώ η Λουκρητία βρισκόταν στο μοναστήρι του San Sisto περιμένοντας την ακύρωση του πρώτου της γάμου, είχε μια σύντομη έντονη ερωτική σχέση με τον Περότο Καλντερόν. 

Ο Περότο Καλντερόν (Pedro Calderón) ήταν ένας νεαρός Ισπανός υπηρέτης και αγγελιαφόρος του Πάπα Αλέξανδρου ΣΤ΄, ο οποίος έγινε το κεντρικό πρόσωπο σε ένα από τα πιο σκοτεινά και βίαια επεισόδια της οικογένειας Βοργία. Ενώ η Λουκρητία βρισκόταν στο μοναστήρι του San Sisto περιμένοντας την ακύρωση του πρώτου της γάμου, ο Περότο ήταν ο ενδιάμεσος που μετέφερε μηνύματα μεταξύ εκείνης και του Πάπα. Σύντομα κυκλοφόρησαν φήμες ότι οι δυο τους είχαν αναπτύξει ερωτική σχέση και ότι η Λουκρητία είχε μείνει έγκυος. Ο αδελφός της, Καίσαρας Βοργίας, θεώρησε τη σχέση αυτή ως θανάσιμη προσβολή για την τιμή της οικογένειας και ένα εμπόδιο στα πολιτικά του σχέδια που περιελάμβαναν και έναν νέο γάμο για την Λουκρητία. Λέγεται πως ο Καίσαρας κυνήγησε τον Περότο μέσα στο παλάτι του Βατικανού. Ο νεαρός κατέφυγε στην αίθουσα του θρόνου και ζήτησε προστασία κάτω από την τήβεννο του Πάπα. Ο Καίσαρας, όμως, τον μαχαίρωσε εκεί, με το αίμα του Περότο να πιτσιλάει το πρόσωπο του ίδιου του Πάπα. Ο Περότο δεν πέθανε αμέσως, αλλά τον Φεβρουάριο του 1498 το πτώμα του βρέθηκε στον ποταμό Τίβερη, μαζί με το πτώμα μιας υπηρετριας της Λουκρητίας, της Παντασιλέα, η οποία θεωρήθηκε ότι τον βοήθησε. Πολλοί ιστορικοί πιστεύουν ότι ο Περότο ήταν ο πραγματικός πατέρας του Τζιοβάνι Βοργία (Infans Romanus), ο οποίος γεννήθηκε λίγο μετά τη δολοφονία του. Αυτό εξηγεί γιατί ο Καίσαρας αντέδρασε με τόσο ακραία βία, καθώς η εγκυμοσύνη της Λουκρητίας από έναν απλό υπηρέτη θα κατέστρεφε την αξία της στην «αγορά» των πολιτικών γάμων. Ο θάνατος του Περότο παραμένει ένα από τα πιο τρανταχτά παραδείγματα της αδίστακτης φύσης του Καίσαρα και της τραγικής θέσης στην οποία βρίσκονταν όσοι πλησίαζαν τη Λουκρητία.

Με την ακύρωση του πρώτου της γάμου και με την δολοφονία του εραστή της ο Λουκρητία μπορούσε πλέον να ξαναπαντρευτεί. Ως δεύτερος γαμπρός της Λουκρητίας επιλέχθηκε ο Αλφόνσο της Αραγονίας,  νόθος γιος του βασιλιά πλέον της Νάπολης,  Αλφόνσο Β. Ο γάμος του με τη Λουκρητία έγινε το 1498 και, σε αντίθεση με τον πρώτο της γάμο, λέγεται ότι οι δυο τους ήταν πραγματικά ερωτευμένοι. Ο Αλφόνσο περιγραφόταν ως ένας από τους πιο όμορφους και καλλιεργημένους νέους της εποχής του. Μαζί απέκτησαν έναν γιο, τον Ροδερίγο, Δούκα του Μπισέλιε.  

Η πολιτική κατάσταση άλλαξε όμως πάλι γρήγορα: ήδη από το 1498 ο Πάπας Αλέξανδρος ΣΤ΄ και ο γιος του, Καίσαρας, αποφάσισαν να συμμαχήσουν με τη Γαλλία (τον μεγαλύτερο εχθρό της Νάπολης). Ο Αλφόνσο, ως μέλος της βασιλικής οικογένειας της Νάπολης, έγινε ξαφνικά εμπόδιο στα σχέδια του Καίσαρα, ο οποίος χρειαζόταν τη Λουκρητία ελεύθερη για έναν νέο, πιο συμφέροντα γάμο. Ο θάνατός του θυμίζει θρίλερ. Τον Ιούλιο του 1500, δέχθηκε επίθεση από μισθοφόρους στις σκάλες του Αγίου Πέτρου. Τραυματίστηκε σοβαρά αλλά επέζησε χάρη στη φροντίδα της Λουκρητίας. Για να τον προστατεύσει από δηλητηρίαση, μαγείρευε η ίδια το φαγητό του, ενώ ένοπλοι φρουροί του βασιλιά της Νάπολης τον φύλαγαν. Στις 18 Αυγούστου, ο Καίσαρας Βοργίας εισέβαλε στο δωμάτιο. Διέταξε τη Λουκρητία να βγει έξω με τη βία. Όταν εκείνη επέστρεψε, ο Αλφόνσο ήταν νεκρός. Είχε στραγγαλιστεί στο κρεβάτι του, πιθανότατα από τον έμπιστο δολοφόνο του Καίσαρα, τον Μικελέτο Κορέλα. Η επίσημη εκδοχή που προσπάθησε να περάσει το περιβάλλον του Πάπα και του Καίσαρα ήταν ότι ο Αλφόνσο της Αραγονίας προσπάθησε να δολοφονήσει τον Καίσαρα Βοργία. Ο Καίσαρας υποστήριξε ότι ενώ ο Αλφόνσο ανάρρωνε, οι φρουροί του (που ήταν στρατιώτες της Νάπολης) προσπάθησαν να τον σκοτώσουν με τόξα καθώς περπατούσε στον κήπο του Βατικανού. Έτσι, ο στραγγαλισμός του Αλφόνσο παρουσιάστηκε ως «προληπτική» κίνηση ή δίκαιη τιμωρία για μια υποτιθέμενη απόπειρα δολοφονίας κατά του Καίσαρα. Εξάλλου λόγω της συμμαχίας του Βατικανού με τη Γαλλία, ο Αλφόνσο (ως πρίγκιπας της Νάπολης) θεωρήθηκε πλέον εχθρός του κράτους. Η κατηγορία ήταν ότι ο Αλφόνσο δεν ήταν πια ένας έμπιστος γαμπρός, αλλά ένας κατάσκοπος της Νάπολης μέσα στην καρδιά του Βατικανού. Όταν ο πρεσβευτής της Βενετίας ρώτησε τον Αλέξανδρο ΣΤ΄ για το συμβάν, ο Πάπας απάντησε λακωνικά ότι ο Αλφόνσο «προσπάθησε να σκοτώσει τον Καίσαρα» και ότι «ο νεκρός δεν δαγκώνει». Η αντίδραση της Λουκρητίας στον φόνο του Αλφόνσο ήταν μια από τις σπάνιες στιγμές που ήρθε σε σύγκρουση με τον πατέρα και τον αδελφό της, αν και τελικά υποτάχθηκε στη μοίρα της.  Σε αντίθεση με τον πρώτο της γάμο, η Λουκρητία ήταν πραγματικά ερωτευμένη με τον Αλφόνσο. Μετά τη δολοφονία του, κατέρρευσε ψυχολογικά. Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι έκλαιγε ασταμάτητα, γεγονός που εξόργισε τον Πάπα Αλέξανδρο ΣΤ΄, ο οποίος δεν άντεχε τη θλίψη της. Για να την απομακρύνει από τη δημόσια θέα και να σταματήσει ο θόρυβος γύρω από το έγκλημα, ο πατέρας της την έστειλε στο κάστρο του Νέπι. Εκεί, η Λουκρητία υπέγραφε τις επιστολές της ως «η δυστυχισμένη Λουκρητία», δείχνοντας το βάθος της απελπισίας της.

Παρά το πένθος της, οι Βοργίες δεν έχασαν χρόνο για να την ξαναπαντρέψουν. Χρειαζόταν μια νέα συμμαχία, αυτή τη φορά με το ισχυρό και παλιό αριστοκρατικό γένος των ντ' Έστε στη Φεράρα. Ο Πάπας πρόσφερε μια τεράστια προίκα και πολιτικά προνόμια στον Αλφόνσο ντ' Έστε για να δεχτεί τη Λουκρητία. Η οικογένεια ντ' Έστε αρχικά αρνήθηκε, θεωρώντας τη Λουκρητία «κηλιδωμένη» από τη φήμη της οικογένειάς της, αλλά υποχώρησε μπροστά στην πολιτική πίεση και κυρίως στα χρήματα. Ο γάμος έγινε το 1502. Φτάνοντας στη Φερράρα, η Λουκρητία κέρδισε τους πάντες με την ομορφιά, τη χάρη και την ευγένειά της. Κατάφερε να μετατρέψει την καχυποψία σε θαυμασμό. Μακριά από τον έλεγχο του πατέρα της και του Καίσαρα, η Λουκρητία μεταμορφώθηκε σε μια σεβαστή δούκισσα, προστάτιδα των τεχνών και των γραμμάτων. Στη Φερράρα, η Λουκρητία βρήκε επιτέλους τον χώρο να αναδείξει τις πραγματικές της ικανότητες. Όταν ο σύζυγός της έλειπε σε πολεμικές εκστρατείες, εκείνη ασκούσε τη διακυβέρνηση με μεγάλη σύνεση. Ασχολήθηκε με τη βελτίωση της γεωργίας, τη διαχείριση των οικονομικών και την απονομή δικαιοσύνης. Μετέτρεψε την αυλή της σε ένα από τα λαμπρότερα κέντρα της Αναγέννησης. Φιλοξένησε σπουδαίους λόγιους όπως ο ποιητής Πιέτρο Μπέμπο. Με τον διάσημο ποιητή φαίνεται πως είχε ερωτική σχέση καθως αντάλλαξαν ερωτικές επιστολές που σώζονται στο Μουσείο της Φερράρα (στην Αμβροσιανή Βιβλιοθήκη του Μιλάνου για την ακρίβεια). Και μαζί σώζεται μάλιστα μια ξανθή τούφα από τα μαλλιά της που του είχε χαρίσει. Η τούφα ήταν ένα δώρο αγάπης και αφοσίωσης προς τον άνδρα που την αποκαλούσε «μούσα» του. 

Πολλά χρόνια αργότερα ο Λόρδος Βύρων, κατά την επίσκεψή του στο Μιλάνο το 1816, διάβασε τις επιστολές αυτές και τις χαρακτήρισε ως «τις ομορφότερες στον κόσμο», σημειώνοντας ότι ξεχείλιζαν από πάθος και τρυφερότητα. Ανάμεσα στα έγγραφα βρήκε και την τούφα από τα χρυσά μαλλιά της Λουκρητίας. Ενθουσιάστηκε τόσο πολύ που έκλεψε μερικές τρίχες για να τις κρατήσει ως ενθύμιο, ισχυριζόμενος ότι ήταν τα πιο όμορφα μαλλιά που είχε δει ποτέ.  Ο Βύρων δεν είδε τη Λουκρητία ως το «τέρας» που περιέγραφαν οι ιστορικοί της εποχής, αλλά ως μια τραγική και βαθιά ερωτική φιγούρα. Ήταν από τους πρώτους που αμφισβήτησαν την μέχρι τότε  εδραιωμένη αρνητική ιστορική φήμη της Λουκρητίας. Για εκείνον, η Λουκρητία δεν ήταν η γυναίκα με το δηλητήριο, αλλά μια γυναίκα που αγάπησε και αγαπήθηκε παθιασμένα.



Στην Φερράρα η Λουκρητία ήρθε σε σύγκρουση με την αδελφή του συζύγου της, την περίφημη Ισαβέλλα των Έστε (Isabella d'Este).  Η κόντρα ανάμεσα στη Λουκρητία Βοργία και την κουνιάδα της, Ισαβέλλα των Έστε (Mαρκησίας της Μάντουα), ήταν μια από τις πιο συναρπαστικές αναμετρήσεις προσωπικοτήτων της Αναγέννησης. Δεν ήταν μια σύγκρουση με όπλα, αλλά ένας πόλεμος κύρους, μόδας και πνεύματος. Η Ισαβέλλα ανήκε σε μια από τις παλαιότερες και πιο ευγενείς οικογένειες της Ιταλίας. Θεωρούσε τη Λουκρητία μια «νεόπλουτη» και νόθα κόρη ενός Πάπα με σκανδαλώδες παρελθόν. Και οι δύο γυναίκες ήθελαν να απολαμβάνουν τον τίτλο της "Πρώτης Κυρίας" της Αναγέννησης. Η Ισαβέλλα ένιωθε ότι η Λουκρητία της έκλεβε τη δόξα, προσελκύοντας στην αυλή της Φερράρας καλλιτέχνες που η ίδια επιθυμούσε. Η Ισαβέλλα ως αδελφή του Αλφόνσο (του συζύγου της Λουκρητίας δηλαδή) ένιωθε την ανάγκη να προστατεύσει το όνομα του οίκου των Έστε, φοβούμενη ότι το όνομα των Βοργία θα τον κηλίδωνε. Η κόντρα τους εκδηλωνόταν συχνά μέσα από τα ρούχα και τα κοσμήματα. Υπάρχουν αναφορές ότι η Ισαβέλλα έστελνε κατασκόπους στη Φερράρα για να μάθουν τι υφάσματα αγόραζε η Λουκρητία, ώστε να φτιάξει κάτι ακόμα πιο εντυπωσιακό και να την επισκιάσει στις δημόσιες εμφανίσεις. Η σύγκρουση κορυφώθηκε όταν η Λουκρητία ξεκίνησε μια παράνομη σχέση με τον σύζυγο της Ισαβέλλας, τον Francesco II Gonzaga. (Φραντσέσκο Β΄ Γκοντζάγκα.)

Ο Φραντσέσκο Β΄ Γκοντζάγκα (1466–1519) ήταν ο Μαρκήσιος της Μάντοβα και ένας από τους πιο διακεκριμένους στρατιωτικούς ηγέτες της εποχής του. Στην ιστορία των Βοργία, το όνομά του είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη Λουκρητία, καθώς υπήρξε ο τελευταίος μεγάλος και παθιασμένος έρωτάς της. Όταν η Λουκρητία έγινε Δούκισσα της Φεράρα, ο Φραντσέσκο έγινε κουνιάδος της (καθώς ήταν παντρεμένος με την Ισαβέλλα ντ' Έστε, την αδελφή του συζύγου της). Παρά τους συγγενικούς δεσμούς η σχέση τους ξεκίνησε γύρω στο 1502 και εξελίχθηκε σε έναν βαθύ ερωτικό δεσμό που κράτησε χρόνια. Αντάλλαζαν κρυφές επιστολές μέσω έμπιστων αγγελιαφόρων, χρησιμοποιώντας συχνά κώδικες. Ο Φραντσέσκο ήταν ένας από τους λίγους που στάθηκαν στο πλευρό της Λουκρητίας μετά τον θάνατο του Πάπα Αλέξανδρου ΣΤ΄, όταν η θέση της στη Φεράρα έγινε επισφαλής. Η σχέση της Λουκρητίας με τον Φραντσέσκο ψυχράθηκε γύρω στο 1512, κυρίως λόγω της επιδεινούμενης υγείας του Φραντσέσκο που έπασχε από σύφιλη. 

Στα τελευταία χρόνια της ζωής της η Λουκρητία στράφηκε έντονα στη θρησκεία, έγινε μέλος του Τρίτου Τάγματος των Φραγκισκανών και φορούσε συχνά τρίχινο χιτώνα κάτω από τα πολυτελή της ενδύματα ως ένδειξη μετάνοιας. Μετά τον θάνατο του Πάπα Αλεξάνδρου ΣΤ' το 1503, πήρε τον μικρό Τζιοβάνι Βοργία- το Τέκνο της Ρώμης, υπό την κηδεμονία της στη Φερράρα. Εκεί, τον παρουσίαζε επίσημα ως ετεροθαλή αδελφό της. Η Λουκρητία φρόντισε για την ανατροφή και τη συντήρησή του, λειτουργώντας ως ο μοναδικός σταθερός δεσμός του με την οικογένεια Βοργία. Ο τρίτος σύζυγος της Λουκρητίας, Αλφόνσο Α' των Έστε, δέχθηκε την παρουσία του Τζιοβάνι στη Φεράρα με μια μείξη πολιτικής σκοπιμότητας, ανοχής και αρχικής δυσπιστίας. Ο Τζιοβάνι παρουσιάστηκε στον Αλφόνσο ως ετεροθαλής αδελφός της Λουκρητίας. Εφόσον ο Πάπας Αλέξανδρος ΣΤ' τον είχε αναγνωρίσει επίσημα ως δικό του γιο (στη δεύτερη βούλα), ο Αλφόνσο δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει δημόσια αυτή την εκδοχή, καθώς κάτι τέτοιο θα προσέβαλε τη μνήμη του Πάπα και τη σύζυγό του. Στην αρχή, η φιλοξενία μελών της οικογένειας Βοργία ήταν τρόπος για να διατηρεί ο οίκος των Έστε καλές σχέσεις με το Βατικανό. Μετά τον θάνατο του Πάπα, απλώς ο Τζιοβάνι δεν αποτελούσε πλέον πολιτική απειλή για τον Αλφόνσο, αλλά ένα «ακίνδυνο» μέλος της ευρύτερης οικογένειας. Η Λουκρητία κατάφερε να κερδίσει τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη του Αλφόνσο με την πάροδο του χρόνου. Η αφοσίωσή της στο Δουκάτο της Φεράρας έπεισε τον Αλφόνσο να της επιτρέψει να συντηρεί τον Τζιοβάνι στην αυλή τους, αρκεί εκείνος να παρέμενε στο παρασκήνιο και να μην προκαλούσε σκάνδαλα. Ο Τζιοβάνι ζούσε κυρίως με πόρους που του παρείχε η ίδια η Λουκρητία από την προσωπική της περιουσία και τις προσοδοφόρες εκτάσεις που της είχαν παραχωρηθεί, οπότε δεν αποτελούσε οικονομικό βάρος για το δημόσιο ταμείο της Φεράρας. Παρά τις φήμες που κυκλοφορούσαν σε όλη την Ιταλία, ο Αλφόνσο επέλεξε την αξιοπρεπή σιωπή. Η σχέση του με τη Λουκρητία έγινε με τα χρόνια μια σχέση αμοιβαίας εκτίμησης, και η αποδοχή του Τζιοβάνι ήταν μέρος αυτής της ισορροπίας. Η προστασία της Λουκρητίας προς τον Τζιοβάνι δεν ήταν χωρίς εμπόδια. Οι ευγενείς της Φερράρα και η οικογένεια του συζύγου της έβλεπαν τον Τζιοβάνι ως μια "ζωντανή υπενθύμιση" της διαφθοράς των Βοργία. Η Λουκρητία, ωστόσο, κατάφερε να τον κρατήσει μακριά από τις δολοπλοκίες, επιβάλλοντας τον σεβασμό προς το πρόσωπό του ως μέλος της προσωπικής της ακολουθίας. Φρόντιζε προσωπικά για την εκπαίδευσή του και του παρείχε σταθερό επίδομα. Ακόμη και όταν οι πόροι και η ισχύς της οικογένειας μειώνονταν, η Λουκρητία χρησιμοποιούσε την επιρροή της για να του εξασφαλίσει την διαβίωση και να του παρέχει αξιώματα. Ιστορικά αρχεία και επιστολές δείχνουν ότι η Λουκρητία διατηρούσε στενή επαφή μαζί του, ακόμα και όταν εκείνος έλειπε σε διπλωματικές αποστολές, δείχνοντας ένα ενδιαφέρον που ξεπερνούσε την τυπική αδελφική σχέση και υπέκρυπτε μια σχεδόν μητρική αφοσίωση απέναντί του. Ο ίδιος ο Τζιοβάνι προσπάθησε να κάνει καριέρα ως διπλωμάτης και αυλικός. Το 1517 ταξίδεψε στη Γαλλία, όπου έγινε μέλος της αυλής του βασιλιά Φραγκίσκου Α΄, ελπίζοντας να κερδίσει πολιτική επιρροή μέσω της γαλλικής υποστήριξης. Η κατάσταση άλλαξε το 1519, όταν η Λουκρητία πέθανε. Χωρίς την προστασία της, ο Τζιοβάνι έχασε το μοναδικό του στήριγμα στην αυλή των Έστε. Ο Αλφόνσο σταμάτησε να τον στηρίζει οικονομικά με την ίδια ζέση, γεγονός που οδήγησε τον Τζιοβάνι να ξεκινήσει τις δικαστικές διαμάχες για να διεκδικήσει τις παλιές παπικές δωρεές του Νέπι. Πέθανε γύρω στο 1547 ή 1548 στη Γένοβα, ζώντας ως ένας σχετικά ελάσσων ευγενής. Παρά την αμφιλεγόμενη καταγωγή του, κατάφερε να επιβιώσει από τις πολιτικές εκκαθαρίσεις που εξόντωσαν πολλούς από τους συμμάχους των Βοργία. Το γεγονός ότι έζησε μέχρι τα 50 του χρόνια ήταν αξιοσημείωτο, δεδομένης της βίαιης τύχης που είχαν τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς του. 

Η Λουκρητία Βοργία πέθανε στις 24 Ιουνίου 1519 στη Φερράρα της Ιταλίας, σε ηλικία μόλις 39 ετών. Ο θάνατός της προκλήθηκε από επιπλοκές μετά από μια δύσκολη γέννα. Στις 14 Ιουνίου 1519 γέννησε ένα πρόωρο και νεκρό κορίτσι, την Ισαβέλλα Μαρία. Μετά τη γέννα εμφάνισε υψηλό πυρετό (επιλόχειος πυρετός) και σηψαιμία, με αποτέλεσμα να καταλήξει δέκα ημέρες αργότερα. Είναι αξιοσημείωτο ότι η Λουκρητία είχε τουλάχιστον 11 εγκυμοσύνες στη ζωή της, πολλές από τις οποίες κατέληξαν σε αποβολές ή πρόωρους θανάτους. Ενταφιάστηκε στο μοναστήρι του Corpus Domini στη Φερράρα, όπου ο τάφος της διατηρείται μέχρι σήμερα.

Επιμύθιο:

Η Λουκρητία έζησε σε μια εποχή όπου η εξουσία φορούσε μετάξι, κρατούσε δηλητήριο και προσευχόταν στα λατινικά. Στις αυλές της Αναγέννησης, οι γάμοι ήταν πολιτικές συμφωνίες, οι συγγένειες εύθραυστες συμμαχίες και οι άνθρωποι πιόνια πάνω σε μια σκακιέρα από αίμα και χρυσό. Μέσα σε αυτή την ασχήμια, η ομορφιά της Λουκρητίας έγινε θρύλος -όχι γιατί της ανήκε πραγματικά, αλλά γιατί όλοι θέλησαν να τη χρησιμοποιήσουν: ως σύμβολο, ως δόλωμα, ως απειλή ή ως υπόσχεση. Άλλοι τη μνημόνευσαν ως δηλητηριάστρια και άλλοι ως θύμα της ίδιας της οικογένειάς της. Ίσως όμως η αλήθεια να βρίσκεται σε κάτι βαθύτερα ανθρώπινο και τραγικό: σε μια γυναίκα που γεννήθηκε πολύ κοντά στην εξουσία για να μπορέσει ποτέ να ζήσει ελεύθερα. Η θηλυκότητά της μετατράπηκε σε πολιτικό εργαλείο, ενώ η μητρότητά της υπήρξε ίσως η μόνη στιγμή όπου προσπάθησε να προστατεύσει κάτι αληθινό μέσα σε έναν κόσμο φόβου, συκοφαντίας και φιλοδοξίας. Όταν στάθηκε πάνω από το μυστηριώδες Infans Romanus -το «Τέκνο της Ρώμης» -δεν υπερασπιζόταν μόνο ένα παιδί, αλλά το δικαίωμα της αγάπης να επιβιώνει ακόμη και μέσα στην πιο διεφθαρμένη αυλή της Ευρώπης. Το πραγματικό επιμύθιο της ζωής της είναι πως η ομορφιά δεν εξαγνίζει την εξουσία· αντίθετα, συχνά γίνεται το πιο πολύτιμο λάφυρό της. Και η Λουκρητία, περισσότερο από μοιραία γυναίκα ή αδίστακτη Βοργίας, έμεινε στην ιστορία ως μια ανθρώπινη μορφή που καταναλώθηκε από τη φιλοδοξία των άλλων, προτού της επιτραπεί να υπάρξει απλώς ως άνθρωπος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: