Τη γυναίκα την συνάντησα ένα απόγευμα του Μαΐου, στη Νάπολη, σε έναν δρόμο που κατηφόριζε προς τη θάλασσα σαν κουρασμένη σκέψη. Δεν θυμάμαι το πρόσωπό της· θυμάμαι μόνο το βλέμμα της, που είχε εκείνη την ιδιότητα των παλιών καθρεφτών: δεν αντανακλούσε εσένα, αλλά κάποιον που υπήρξες πριν από χρόνια.
Καθόταν έξω από ένα μικρό βιβλιοπωλείο κοντά στο λιμάνι και κρατούσε ένα βιβλίο χωρίς τίτλο. Οι σελίδες του ήταν λευκές. Όταν τη ρώτησα γιατί το διαβάζει, μου απάντησε:
-Επειδή γράφεται όσο το κοιτάζω.
Δεν γέλασα. Στη Νάπολη υπάρχουν πράγματα πιο απίθανα από αυτό. Οι άνθρωποι μιλούν με τους νεκρούς χωρίς να το θεωρούν μεταφυσική εμπειρία· οι τοίχοι θυμούνται πρόσωπα· η θάλασσα μοιάζει να έχει μνήμη βαθύτερη από των ανθρώπων.
Η γυναίκα μού είπε πως ονομαζόταν Μαλένα. Αργότερα έμαθα πως στη γειτονιά τη φώναζαν με διαφορετικά ονόματα: Μαρία, Λουτσία, Ιζαμπέλλα. Ένας γέρος καπνιστής μού ορκίστηκε πως ήταν η ίδια γυναίκα που είχε δει παιδί, το 1943, όταν οι βόμβες έπεφταν πάνω στην πόλη σαν μαύρη βροχή. Ένας άλλος είπε πως δεν γερνούσε ποτέ.
Αποφάσισα να την παρακολουθήσω.
Κάθε βράδυ περπατούσε διαφορετικούς δρόμους, όμως κατέληγε πάντα στο ίδιο σημείο: ένα εγκαταλελειμμένο παλάτσο όπου υπήρχε μια σπειροειδής σκάλα. Εκεί, στον τελευταίο όροφο, υπήρχε ένα δωμάτιο γεμάτο χάρτες της πόλης. Όχι συνηθισμένοι χάρτες· απεικόνιζαν τη Νάπολη διαφορετική κάθε φορά. Σε έναν, ο Βεζούβιος ήταν σβηστός και καταπράσινος. Σε άλλον, η θάλασσα είχε αποσυρθεί και άφηνε στον βυθό δρόμους και εκκλησίες. Σε έναν τρίτο, η πόλη ήταν άδεια από ανθρώπους και κατοικημένη μόνο από γάτες.
-Είναι πιθανές Νάπολες, μου είπε.
-Φανταστικές;
-Όχι. Ξεχασμένες.
Άρχισα να υποψιάζομαι πως η γυναίκα δεν ήταν γυναίκα αλλά αλληγορία· ίσως η ίδια η πόλη, ντυμένη με ανθρώπινο σώμα. Κι όμως είχε κάτι το οδυνηρά πραγματικό: όταν άναβε τσιγάρο, τα χέρια της έτρεμαν ελαφρά.
Ένα βράδυ μού επέτρεψε να κοιτάξω το λευκό βιβλίο.
Εκεί, στις άδειες σελίδες, εμφανίζονταν αργά λέξεις σαν να αναδύονταν από αόρατο μελάνι. Δεν περιέγραφαν το παρελθόν αλλά το μέλλον. Διάβασα για έναν άντρα που θα χανόταν στα στενά της πόλης αναζητώντας μια γυναίκα που ίσως δεν υπήρξε ποτέ. Διάβασα για έναν καθρέφτη κάτω από τη γη, στις κατακόμβες, που έδειχνε όχι το πρόσωπο αλλά την αληθινή ηλικία της ψυχής.
Και τότε κατάλαβα με τρόμο ότι το βιβλίο έγραφε εμένα.
Σήκωσα το βλέμμα. Η γυναίκα είχε εξαφανιστεί.
Έμεινα μόνος στο δωμάτιο με τους χάρτες. Από το ανοιχτό παράθυρο έμπαινε η μυρωδιά της θάλασσας, του λεμονιού και της υγρασίας των παλιών λίθων. Κάτω, η Νάπολη έλαμπε μέσα στη νύχτα σαν αστερισμός έτοιμος να καταρρεύσει.
Πέρασαν χρόνια μέχρι να ξαναδώ το βιβλίο.
Το βρήκα τυχαία σε έναν πάγκο παλαιοβιβλιοπωλείου. Αυτή τη φορά είχε τίτλο:
«Η Γυναίκα της Νάπολης».
Το άνοιξα βιαστικά. Όλες οι σελίδες ήταν λευκές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου