17/5/26

Το τσιγάρο.



Το τσιγάρο καθόταν μόνο του πάνω στο τραπέζι του καφενείου σαν μικρό λευκό υποβρύχιο που είχε χαθεί σε θάλασσα από λεκέδες καφέ και αποτσίγαρα. Δεν ήταν λυπημένο· τα τσιγάρα δεν λυπούνται. Ήταν απλώς ανυπόμονο να καεί.

Γιατί όλα τα τσιγάρα γεννιούνται με μια παράξενη φιλοδοξία: να γίνουν σύννεφο πριν προλάβουν να γεράσουν.

Έξω έβρεχε. Η πόλη έμοιαζε με βρεγμένο σκυλί που κανείς δεν χάιδευε αρκετά. Μέσα στο καφενείο, οι άνθρωποι κουβαλούσαν τις μοναξιές τους όπως οι σερβιτόροι κουβαλούν δίσκους- με εξάσκηση και λίγο τρόμο μην τους πέσουν.

Τότε μπήκε εκείνη.

Φορούσε κόκκινο παλτό, σαν να είχε κλέψει κομμάτι από ηλιοβασίλεμα και το είχε ράψει πάνω της. Κάθισε δίπλα στο μοναχικό τσιγάρο χωρίς να το κοιτάξει. Μα τα τσιγάρα καταλαβαίνουν πότε τα διαλέγουν, όπως οι ποιητές καταλαβαίνουν πότε έρχεται η καταστροφή.

Το πήρε στα δάχτυλά της.

«Επιτέλους», σκέφτηκε το τσιγάρο. «Μια γυναίκα με θλίψη αρκετά όμορφη ώστε να αξίζει φωτιά

Το άναψε.

Και τότε έγινε το θαύμα.

Ο καπνός δεν ανέβηκε προς τα πάνω. Άρχισε να ταξιδεύει μέσα στο καφενείο σαν γάτος που ψάχνει ποιον θα αγαπήσει. Τρύπωσε στα ποτήρια, στα γένια των ηλικιωμένων, στα μάτια των ερωτευμένων. Ένας άντρας θυμήθηκε το πρώτο του φιλί. Μια ηλικιωμένη γυναίκα θυμήθηκε πως κάποτε χόρευε ξυπόλητη. Ένας ταξιτζής, που δεν είχε κλάψει είκοσι χρόνια, δάκρυσε χωρίς να ξέρει γιατί.

Γιατί ο καπνός είναι η ψυχή της φωτιάς όταν αποφασίζει να γίνει φάντασμα.

Η γυναίκα χαμογέλασε.

«Περίεργο τσιγάρο», είπε.

Μα το τσιγάρο είχε ήδη αρχίσει να πεθαίνει ευτυχισμένο. Κάθε ρουφηξιά ήταν και μια μικρή αποκάλυψη. Δεν φοβόταν τη στάχτη. Τα τσιγάρα ξέρουν κάτι που οι άνθρωποι ξεχνούν συνεχώς: πως υπάρχουν υπάρξεις που γεννήθηκαν όχι για να διαρκέσουν, αλλά για να μεταμορφώσουν για λίγο τον αέρα γύρω τους.

Όταν έμεινε μόνο η γόπα, εκείνη την έσβησε απαλά στο τασάκι.

Και τότε συνέβη κάτι που κανείς δεν πρόσεξε.

Από τη στάχτη φύτρωσε για μια στιγμή ένα μικροσκοπικό λουλούδι καπνού -διάφανο, ασημένιο, σχεδόν αόρατο. Άνοιξε τα πέταλά του σαν να χαιρετούσε τον κόσμο και ύστερα χάθηκε.

Όπως χάνονται όλα τα σημαντικά πράγματα: ο καπνός, τα φιλιά, οι νύχτες, και οι άνθρωποι που έμαθαν να καίγονται χωρίς ποτέ να γίνουν στάχτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: