Σ’ έναν τόπο όπου η θάλασσα δεν είχε τέλος ούτε αρχή, ζούσε ένας γλάρος που πίστευε πως η ελευθερία είναι απλώς το αντίθετο της φυλακής.
Οι άλλοι γλάροι γελούσαν μαζί του.
Έλεγαν πως η ελευθερία δεν χρειάζεται ορισμούς -χρειάζεται άνεμο.
Εκείνος όμως μετρούσε τον ουρανό σαν να ήταν σκέψη.
Κάθε πτήση του ήταν ερώτηση:
«Πόσο μακριά μπορώ να πάω χωρίς να πάψω να είμαι εγώ;»
Μια μέρα συνάντησε έναν γέρο γλάρο καθισμένο σε έναν βράχο που έμοιαζε να θυμάται αιώνες.
— Τι είναι η ελευθερία; τον ρώτησε.
Ο γέρος δεν απάντησε αμέσως.
Κοίταξε τη θάλασσα, σαν να διάβαζε κάτι που μόνο το νερό καταλαβαίνει.
— Η ελευθερία, είπε τελικά, δεν είναι να φεύγεις. Είναι να μη χρειάζεται να επιστρέψεις για να νιώσεις ολόκληρος.
Ο νεαρός γλάρος έφυγε εκείνη τη στιγμή προς τον ορίζοντα, αποφασισμένος να μην γυρίσει ποτέ.
Πέρασαν μέρες, μήνες.
Ο ουρανός έγινε άπειρος, αλλά όχι πιο ελαφρύς.
Κάθε νέο ρεύμα αέρα του έλεγε πως κάτι λείπει -όχι από τον κόσμο, αλλά από εκείνον.
Και τότε κατάλαβε:
η ελευθερία δεν ήταν η απουσία δεσμών,
αλλά η ικανότητα να επιλέγεις ποιον δεσμό θα ονομάσεις ουρανό.
Γύρισε πίσω.
Όχι γιατί η ελευθερία τον κάλεσε,
αλλά γιατί τώρα ήξερε πως δεν του ανήκει -
εκείνος ανήκει σε αυτήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου