Ο ορίζοντας είναι ίσως η πιο ανθρώπινη γραμμή της φύσης.
Δεν υπάρχει πραγματικά -κι όμως όλοι τον βλέπουμε.
Είναι μια υπόσχεση που απομακρύνεται όσο την πλησιάζεις·
ένα σύνορο ανάμεσα σε αυτό που είσαι και σε αυτό που φαντάζεσαι πως υπάρχει πιο πέρα.
Η ψυχολογία του ορίζοντα γεννιέται ακριβώς μέσα σε αυτή την αντίφαση.
Ο άνθρωπος χρειάζεται πάντοτε έναν «μακρινό τόπο» για να αντέχει τον κοντινό του κόσμο.
Γι’ αυτό κοιτά τη θάλασσα όταν πνίγεται,
τα βουνά όταν στενεύει η ζωή του,
τον ουρανό όταν το δωμάτιο γίνεται μικρότερο από τις σκέψεις του.
Ο ορίζοντας λειτουργεί σαν εσωτερικός μηχανισμός ελευθερίας.
Δεν μας καλεί μόνο να ταξιδέψουμε·
μας θυμίζει πως τίποτα δεν τελειώνει εκεί που νομίζουμε.
Όσο υπάρχει ορίζοντας, υπάρχει και συνέχεια.
Κι όσο υπάρχει συνέχεια, υπάρχει ελπίδα.
Ίσως γι’ αυτό οι άνθρωποι των λιμανιών έχουν πάντα κάτι ανήσυχο μέσα τους.
Μεγαλώνουν κοιτώντας γραμμές που φεύγουν.
Μαθαίνουν από μικροί πως ο κόσμος δεν σταματά στην ακτή.
Ο νους τους αποκτά την ψυχολογία της αναχώρησης.
Αλλά ο ορίζοντας έχει και μια μελαγχολία.
Είναι όμορφος επειδή δεν μπορείς να τον αγγίξεις.
Αν έφτανες ποτέ ως εκεί, θα έπαυε να είναι ορίζοντας.
Θα γινόταν απλώς ένας ακόμη τόπος.
Έτσι λειτουργούν και πολλά ανθρώπινα όνειρα:
ζουν περισσότερο μέσα στην απόσταση παρά στην κατάκτηση.
Η επιθυμία πολλές φορές δεν θέλει να ολοκληρωθεί·
θέλει μόνο να συνεχίσει να φωτίζει από μακριά.
Ο ορίζοντας, τελικά, δεν είναι μια γραμμή της γης.
Είναι μια γραμμή του μυαλού.
Το σημείο όπου η πραγματικότητα συναντά την ανάγκη του ανθρώπου να πιστεύει πως υπάρχει πάντα κάτι πέρα από το τώρα, πέρα από το γνωστό, πέρα από τον εαυτό του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου