Ο αντικατοπτρισμός είναι η πιο ύπουλη μορφή αλήθειας: δεν λέει ποτέ «είμαι το πράγμα», αλλά «είμαι αυτό που το πράγμα θα ήθελε να δει».
Η αισθητική του αντικατοπτρισμού δεν ξεκινά από τον καθρέφτη· ξεκινά από την αμφιβολία. Από εκείνη τη λεπτή ρωγμή όπου το βλέμμα παύει να εμπιστεύεται το άμεσο και αρχίζει να υποψιάζεται το είδωλο. Το νερό, το γυαλί, το γυαλισμένο μέταλλο δεν είναι επιφάνειες· είναι συμφωνίες. Συμφωνίες ότι η πραγματικότητα επιτρέπεται να διπλασιαστεί χωρίς να καταρρεύσει.
Στον αντικατοπτρισμό, τίποτα δεν είναι σταθερό. Μια γυναίκα που περνά μπροστά από μια βιτρίνα δεν είναι ποτέ μόνο μία: είναι το σώμα της και η διστακτική του εκδοχή, λίγο πιο αργή, λίγο πιο σιωπηλή. Το παγωτό στο χέρι δεν είναι απλώς γεύση· είναι μια μικρή ψευδαίσθηση δροσιάς που επιμένει να υπάρχει και μετά τη γλώσσα. Ακόμη και ο δρόμος πολλαπλασιάζεται, σαν να θυμάται άλλες εκδοχές του εαυτού του.
Η αισθητική του αντικατοπτρισμού είναι η τέχνη του «σχεδόν». Σχεδόν αληθινό, σχεδόν παρόν, σχεδόν εσύ. Εκεί κατοικεί μια παράξενη ομορφιά: όχι στη βεβαιότητα, αλλά στην εκκρεμότητα της μορφής. Ο κόσμος γίνεται χειρόγραφο με δύο στρώσεις μελανιού· η μία γράφει, η άλλη διστάζει.
Και ίσως εκεί να κρύβεται η πιο ήσυχη βία του αντικατοπτρισμού: δεν αντιγράφει απλώς την πραγματικότητα, την παρατηρεί να παρατηρεί τον εαυτό της. Όπως όταν κοιτάς το νερό και δεν ξέρεις αν βλέπεις το πρόσωπό σου ή την ιδέα του προσώπου σου.
Στο τέλος, δεν υπάρχει καθρέφτης. Υπάρχει μόνο η στιγμή που η ύλη αποφασίζει να σε κοιτάξει πίσω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου