Ο Ντονασιέν Αλφόνς Φρανσουά Ντε Σαντ (1740–1814) αποτελεί το πιο ακανθώδες οριακό σημείο της δυτικής γραμματείας, φιλοσοφίας και ψυχολογίας. Το όνομά του, άρρηκτα συνδεδεμένο με τον όρο «σαδισμός», γεννά αυτόματους συνειρμούς φρίκης, βίας και πορνογραφίας. Ωστόσο, η σύγχρονη κριτική σκέψη αρνείται να τον χαρακτηρίσει ως έναν ακόμη έκφυλο ναρκισσιστή και να τον υποβιβάσει σε έναν απλό πορνογράφο. Μέσα από τα τείχη των φυλακών και των ασύλων όπου πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του, ο Σαντ συγκρότησε ένα ακραίο φιλοσοφικό σύστημα σκέψης. Η φιλοσοφία του πρεσβεύει μία ακραία μορφή ελευθερίας, η οποία συνδέεται άμεσα με την ηθική ελευθεριότητα, και σκοπεί στην απεξάρτηση του ατόμου από κάθε κατεστημένη νομική, ηθική ή θρησκευτική αρχή με τελικό στόχο την επίτευξη της απόλυτης ατομικής ικανοποίησης, που ο ίδιος θεωρεί ως την ανώτατη αξία. Τα έργα του περιέχουν ακραίες μορφές ερωτικών πρακτικών και συχνά οι περιγραφές του κινούνται όντως στα όρια της πορνογραφίας. Εξαιτίας της προκλητικής γραφής του και των ιδεών του πέρασε είκοσι εννέα χρόνια έγκλειστος σε άσυλα και σωφρονιστικά ιδρύματα. Το έργο του προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί αντιμαχόμενες κριτικές ενώ κατέστη πόλος έμπνευσης για άλλους συγγραφείς, επιστήμονες και καλλιτέχνες, διαχρονικά. Η δική του άποψη για το έργο του συμπυκνώνεται στην παρακάτω ρήση του: «Ο τρόπος σκέψης μου είναι το αποτέλεσμα των στοχασμών μου. Είναι κομμάτι της εσώτερης ύπαρξής μου, του τρόπου που είμαι φτιαγμένος. Για το σύστημά μου, το οποίο αποδοκιμάζετε, είναι επίσης η μέγιστη παρηγοριά στη ζωή μου, η πηγή της ευτυχίας μου. Σημαίνει περισσότερα για μένα απ' ό,τι η ίδια μου η ζωή».
Μια Ζωή μεταξύ Προκλητικότητας και Εγκλεισμών.
Ο Ντονασιάν Αλφόνς Φρανσουά Ντε Σαντ γεννήθηκε στο Παρίσι, στην αριστοκρατική κατοικία Οτέλ ντε Κοντέ στις 2 Ιουνίου 1740 και ήταν γιος του Ζαν-Μπατίστ Φρανσουά Ζοζέφ Ντε Σαντ, μαρκησίου του Μαζάν, και της Μαρί-Ελεονόρ Ντε Μαιγέ Ντε Καρμάν. Η μητέρα του, θυγατέρα του Ντονασιάν Ντε Μεγιέ, μαρκησίου του Καρμάν, διετέλεσε κυρία επί των τιμών της πριγκίπισσας του Κοντέ. Ο πατέρας του ως διπλωμάτης βρισκόταν στην υπηρεσία του πρίγκιπα–εκλέκτορα της Κολωνίας.
Εξαιτίας του ατίθασου και ήδη ιδιότροπου χαρακτήρα του, χαρακτηριστικό των περισσότερων παιδιών αριστοκρατών εκείνη την εποχή, το 1744 ο μικρός Ντονασιέν Αλφόνς Φρανσουά στάλθηκε από τους γονείς του να ζήσει με συγγενείς του στην Προβηγκία και το 1745 ανέλαβε την ανατροφή του στην Αβινιόν ο αββάς θείος του Ζακ-Φρανσουά Ντε Σαντ, λόγιος, σχολιαστής του Πετράρχη και γνώριμος του Βολταίρου- αλλά και μεγάλος ερωτύλος (στις 25 Μαϊου 1762 θα πιαστεί μάλιστα σε ένα μπορντέλλο του Παρισιού και θα προκαλέσει μεγάλο, για την εποχή, σκάνδαλο). Αλλά κι αυτός με την σειρά του, λόγω της αδυναμίας να ελέγξει τον ατίθασο μικρό Ντε Σαντ, ανέθεσε τελικά την εκπαίδευσή του στον αββά Αμπλέ και την ανατροφή του σε μια οικογενειακή φίλη, τη μαντάμ Ντε Σεν Ζερμέν -με την οποία ο Ντε Σαντ έμεινε συνδεδεμένος μέχρι το τέλος της ζωής του, αντιμετωπίζοντάς την ως «μητέρα» του. Το 1750 Ντε Σαντ εισήλθε στο ιησουιτικό κολέγιο του Μεγάλου Λουδοβίκου στο Παρίσι. Ο αββάς Αμπλέ ακολούθησε τον μαθητή του στο Παρίσι, ενώ οι γονείς του ήδη είχαν χωρίσει και η μητέρα του είχε αποσυρθεί στο καρμελίτικο μοναστήρι της οδού D’ Enfer του Παρισιού (όπου και πέθανε το 1777). Στο ιησουϊτικό σχολείο ο μικρός Ντε Σαντ υπέστη τις τακτικές του «παιδαγωγικού» συστήματος των χριστιανών θεοκρατών (που από πολλούς εικάζονται κι ως αίτιο της αργότερα εκδήλωσης των ομοερωτικών και σαδιστικών τάσεων του), αλλά και ήλθε για πρώτη φορά σε επαφή με το Θέατρο, το οποίο έκτοτε τον κέρδισε και έγινε μία από τις μεγαλύτερες αγάπες του βίου του.
Τον Μάϊο του 1754 ο σχεδόν 14χρονος μαρκήσιος Ντε Σαντ γράφτηκε στην ακαδημία του βασιλικού ελαφρού ιππικού (των επίλεκτων «Chevau-legers») των Βερσαλιών και στις 14 Δεκεμβρίου 1755 πήρε τον βαθμό του ανθυπολοχαγού στην βασιλική φρουρά. Στις 14 Ιανουαρίου 1757, εν μέσω του λεγόμενου «Επταετούς Πολέμου», έγινε σημαιοφόρος των τυφεκιοφόρων της «Ταξιαρχίας του Αγίου Ανδρέου», υπό τις διαταγές του κόμητα της Προβηγκίας και τελικά στις 21 Απριλίου 1759, σε ηλικία 19 ετών, έγινε λοχαγός του Βουργουνδικού Ιππικού. Αποστρατεύθηκε το 1763, όταν έληξε ο «Επταετής Πόλεμος» και εγκαταστάθηκε στο οικογενειακό του πύργο της Λακόστ («Chateau de Lacoste»).
Όντας ακόμα στον στρατό, ο 22χρονος πια Ντε Σαντ είχε γνωρίσει το καλοκαίρι του 1762 τον πρώτο του σφοδρό έρωτα με μία 33χρονη γυναίκα από το Εντέν (Hesdin-νότια του Καλαί) και μόλις μετά βίας είχε κατορθώσει ο πατέρας του- με την βοήθεια των ανωτέρων του αξιωματικών- να τον πείσει να μην την νυμφευθεί. Στις αρχές της επόμενης χρονιάς γνώρισε στο Παρίσι και ερωτεύθηκε επίσης σφοδρότατα, την 22χρονη νεαρή προβηγκιανή ευγενή Λάουρα Ντε Λωρί (Laure de Lauris – Castellane), θυγατέρα του μαρκησίου Ντε Λωρί, η οποία όμως τον απέρριψε τον Απρίλιο, παρά τις σχεδόν καθημερινές έως τότε ερωτικές συνευρέσεις τους. Ως αντίδραση στην απόρριψή της, ο Ντε Σαντ έσπευσε τότε να αποδεχθεί τον γάμο που του κανόνιζε την ίδια εποχή ο πατέρας του με την νεαρή Ρενέ - Πελαζί Ντε Μοντρέϊγ (Renee - Pelagie de Montreuil), θυγατέρα του πλούσιου δικαστικού και ισχυρού άνδρα της βασιλικής αυλής Κλωντ – Ρενέ Μοντρέϊγ (Claude - Rene de Montreuil). Το ζευγάρι ενώθηκε με γάμο στις 17 Μαϊου 1763, στο Παρίσι, παρουσία του ίδιου του βασιλιά και της βασίλισσας της Γαλλίας.
Πέντε μόλις μήνες μετά τον γάμο του, στις 29 Οκτωβρίου 1763, ο Ντε Σαντ παύθηκε από την υπηρεσία του βασιλιά και φυλακίστηκε στο κάστρο Βενσέν (Vincennes), έπειτα από την καταγγελία μιας νεαρής πόρνης σε παρισινό μπορντέλλο (petite maison), της Ζαν Τεστάρ (Jeanne Testard), για βεβήλωση όστιας και δύο «εσταυρωμένων» από ελεφαντόδοντο και απαγγελία αντιχριστιανικών στίχων, πράξεις που στο κατηγορητήριο είχαν για λόγους ευπρέπειας μεταφερθεί αόριστα ως «ακραία ακολασία» και «τερατώδης βλασφημία». Αποφυλακίστηκε όμως μετά από προσπάθειες του πατέρα του στις 13 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, με κατ’ οίκον όμως περιορισμό στον οικογενειακό πύργο των Ντε Σαντ στο Echauffour της Νορμανδίας, επιτηρούμενος από τον αρχηγό της αστυνομίας ηθών, Μαραί (Louis Marais). H σύντομη αυτή φυλάκισή του στο Βενσέν είχε ωστόσο εγκαινιάσει μια ατελείωτη σειρά εγκλεισμών σε φυλακές ή άσυλα που θα γνωρίσει στην διάρκεια του βίου του ο Ντε Σαντ και οι οποίοι επρόκειτο τελικά να καταναλώσουν τα 30 από τα 74 χρόνια που συνολικά αυτός έζησε.
Όταν πάντως κατόρθωσε να επιστρέψει στο Παρίσι, ο νεαρός αριστοκράτης επανέλαβε, απτόητος από την επιτήρηση του Μαραί, τις "ακολασίες" του με πόρνες και άλλες γυναίκες ελευθερίων ηθών, όπως λ.χ. με την χορεύτρια Μποβουαζέν (Beauvoisin), την οποία το 1765 στέγασε επί αρκετούς μήνες στον πύργο του στην Λακόστ (La Coste) της Προβηγκίας, παρουσιάζοντάς την μάλιστα ως νόμιμη σύζυγό του.
Τον Ιανουάριο του 1767 πέθανε ο πατέρας του, κληροδοτώντας του τους τρεις πύργους της οικογένειας (Λακόστ, Μαζάν και Σομάν), αλλά και μεγάλα ποσά ανεξόφλητων χρεών, ενώ στις 27 Αυγούστου του ίδιου έτους ήλθε η γέννηση του πρώτου του γιού, του Λουί-Μαρί (Louis – Marie, 1767 - 1809) από την γυναίκα του Ρενέ - Πελαζί.
Το Πάσχα της επόμενης χρονιάς (1768) ξέσπασε το πρώτο μεγάλο σεξουαλικό σκάνδαλό του, το «σκάνδαλο Κελλέρ» ή «σκάνδαλο της Αρκέι-Arcueil», από το όνομα της συνοικίας όπου βρίσκονταν τότε τα περισσότερα παρισινά πορνεία. Η ιερόδουλος Ροζ Κελλέρ (Rose Keller) τον κατήγγειλε στην αστυνομία για φυσική και σεξουαλική κακοποίησή της και, παρ’ όλο που τελικά απέσυρε έναντι πολλών χρημάτων τις καταγγελίες, λόγω της έκτασης που έλαβε το σκάνδαλο και με υποκίνηση από την εξαγριωμένη πεθερά του Μαντάμ Ντε Μοντρόι, ο βασιλιάς διέταξε την άμεση φυλάκισή του με ειδική βασιλική εντολή κράτησης («lettre de cachet»), η οποία επέτρεπε την επ’ αόριστον φυλάκιση δίχως ποτέ να παραπεμφθεί ο φυλακισμένος σε δίκη. Ο Ντε Σαντ έμεινε φυλακισμένος αρχικά στην φυλακή του «Chateau de Saumur» και μετά στην φυλακή «Κονσιερζερί» («Conciergerie») και στην συνέχεια στις 16 Νοεμβρίου του 1768 στάλθηκε υπό περιορισμό στον οικογενειακό πύργο του στην Λακόστ.
Ο Ντε Σαντ απολάμβανε τον περιορισμό του στην Λακόστ δίπλα σε όμορφες νεαρές ιερόδουλες, ξοδεύοντας αλόγιστα τα χρήματά του και έχοντας μάλιστα απορρίψει μια προσφορά θέσης συνταγματάρχη στο ιππικό, ενώ η σύζυγός του Ρενέ – Πελαζί του, που έμενε με τους γονείς της, είχε ήδη γεννήσει έναν δεύτερο υιό, τον Ντονασιέν – Κλωντ – Αρμάν (Donatien - Claude – Armand de Sade, 1769 - 1847) και μία θυγατέρα (Madeleine – Laure de Sade, 1771 - 1844). Τελικά τον Οκτώβριο του 1771 η Ρενέ – Πελαζί έφθασε στην Λακόστ μαζί με τα τρία τέκνα της και την 19χρονη αδελφή της Aν – Προσπέρ (Anne - Prospere de Montreuil, 1751 - 1781) που μόλις είχε τελειώσει ένα σχολείο καλογριών. Δεν χρειάστηκε πολύ μέχρι να αποπλανήσει ο Ντε Σαντ και την νεαρή κουνιάδα του, ίσως μάλιστα με την ανοχή της Ρενέ – Πελαζί.
Τον Ιούνιο του 1772 ο Ντε Σαντ κατηγορήθηκε στην Μασσαλία για το μεγάλο «σκάνδαλο της ισπανικής μύγας», το οποίο ξέσπασε όταν πέντε πόρνες του λιμανιού κατήγγειλαν αυτόν και τον υπηρέτη του Λατούρ (Latour) ότι τις είχαν προτρέψει να διαπράξουν σοδομία, αλλά και τις είχαν «δηλητηριάσει» (στην πραγματικότητα οι δύο άνδρες απλώς τους είχαν δώσει, όπως και νωρίτερα την ίδια ημέρα σε μία άλλη κοινή τους ερωμένη, την Marguerite Coste, σοκολατάκια που περιείχαν το γνωστό αφροδισιακό «ισπανική μύγα» ή κανθαριδίνη). Παρά το κωμικό της υπόθεσης, αυτή πήρε δυσανάλογα μεγάλες διαστάσεις -όταν οι πάμπολλοι ηθικολόγοι υποκριτές της εποχής φαντάζονταν και διέδιδαν κάθε είδους απίθανες γαργαλιστικές λεπτομέρειες, με αποτέλεσμα οι δύο κατηγορούμενοι να βρεθούν τελικά μπροστά σε δύο κατηγορίες που επέσυραν την ποινή του θανάτου (οι δηλητηριαστές αποκεφαλίζονταν και οι σοδομίτες καίγονταν στην πυρά) και, φυσικό ήταν, να σπεύσουν πανικόβλητοι να εξαφανισθούν.
Η ερήμην δίκη τους, στις 11 Σεπτεμβρίου του 1772, κατέληξε όντως σε θανατικές καταδίκες και την επόμενη ημέρα αχυρένια ομοιώματά τους αποκεφαλίστηκαν δημόσια και παραδόθηκαν στις φλόγες, ενώ οι ίδιοι ήδη βρίσκονταν από τον Ιούλιο στην βόρεια Ιταλία και μετά στην Σαρδηνία, μαζί με την τυφλά ερωτευμένη με τον μαρκήσιο, νεαρή κουνιάδα του, την Aν – Προσπέρ, που έμεινε μαζί τους μέχρι τις 7 Οκτωβρίου και μετά επέστρεψε στην αδελφή της. Το μακρύ καταδιωκτικό χέρι της εξαγριωμένης πεθεράς του έφθασε όμως μέχρι και την Σαρδηνία, της οποίας ο βασιλιάς συνέλαβε τον μαρκήσιο στις 8 Δεκεμβρίου 1772 και τον έκλεισε στην φυλακή του φρουρίου Μιολάν (Chateau de Miolans), παρά την υπεράσπισή του από την σύζυγό του που δεν δίστασε να στραφεί ακόμα και εναντίον της μητέρας της: «ο άνθρωπος που κυνηγάει δεν είναι εγκληματίας, αλλ’ απλώς ένας άνθρωπος που δεν έσκυψε το κεφάλι στις διαταγές και τις απαιτήσεις της».
Στις 29 Απριλίου 1773 ο Ντε Σαντ δραπέτευσε από το φρούσιο Μιολάν και επέστρεψε για λίγους μήνες στην Λακόστ όπου έζησε μερικούς μήνες μαζί με την σύζυγό του, αλλά υποχρεώθηκε να το σκάσει για μία ακόμη φορά τον Ιανουάριο του 1774, όταν η διώκτρια πεθερά του, κατόρθωσε να υποκινήσει μία ακόμη επιδρομή της αστυνομίας. Για μία ακόμη φορά βρήκε καταφύγιο στην Ιταλία, όπου άρχισε να συγγράφει το πρώτο του βιβλίο, το «Ταξίδι στην Ιταλία» («Voyage d’ Italie»).
Στις 10 Μαϊου 1774, στέφθηκε νέος βασιλιάς ο Λουδοβίκος ο 16ος και συνεπώς έπαψε η ισχύς της βασιλικής εντολής κράτησης που είχε εξασφαλίσει εναντίον του Ντε Σαντ τo 1768 η προσωπική διώκτριά του Μαντάμ ντε Μοντρέϊγ, πράγμα που του επέτρεψε, το φθινόπωρο του 1774, να επιστρέψει στην Λακόστ μαζί με πέντε νεαρές υπηρέτριες και έναν άνδρα «γραμματέα» και να επανενωθεί με την Ρενέ – Πελαζί. Τον Ιανουάριο του 1775 πάντως, κάποιες από τις υπηρέτριες τον κατήγγειλαν γι’ ακολασία και τελικά στις 17 Ιουλίου υποχρεώθηκε για μία ακόμη φορά να φύγει στην Ιταλία μετά από την αυξανόμενη φημολογία για νέες σεξουαλικές του παρεκτροπές, η οποία μάλιστα του προκάλεσε και ρήξη με την έως τότε υπομονετική και ανεκτική γυναίκα του, Ρενέ – Πελαζί.
Το καλοκαίρι του 1776 ο ξανασυμφιλιωμένος με την σύζυγό του, Ντε Σαντ επέστρεψε από την Ιταλία στην Λακόστ, άρχισε να διαβάζει μανιωδώς, εξέδωσε το «Ταξίδι στην Ιταλία», αλλά και συνέχισε την "ακόλαστη" ζωή του περιτριγυρισμένος από ένα μικρό χαρέμι νεαρών γυναικών τις οποίες προσέλαβε τον Οκτώβριο ως καμαριέρες στον πύργο του, αλλά κυρίως τις χρησιμοποιούσε για λάγνους θεατρικούς παντόμιμους που άγγιζαν τα όρια του σεξουαλικού οργίου. Στις 17 Ιανουαρίου 1777 όμως, ο πατέρας μιας από τις νεαρές αυτές η οποία λεγόταν Κατρίν Τριγιέ (Catherine Trillet) ή «Ζυστίν» όπως την ονόμαζε ο Ντε Σαντ, έφθασε σε σημείο να πυροβολήσει, αν και ανεπιτυχώς, τον μαρκήσιο, προκειμένου να αποσπάσει από την επιρροή του την θυγατέρα του. Καθώς η αστυνομία άρχιζε ανακρίσεις για το συμβάν, ο Ντε Σαντ έφυγε στις 30 Ιανουαρίου εσπευσμένα στο Παρίσι, παίρνοντας μαζί του την σύζυγό του αλλά και την ερωμένη του καμαριέρα. Εκεί, η απηυδισμένη σύζυγος έκρινε καλό να απευθυνθεί στην μητέρα της, Μαντάμ ντε Μοντρέϊγ, με ενέργειες της οποίας ο μαρκήσιος καταδόθηκε στην αστυνομία, συνελήφθη για μία ακόμη φορά στις 13 Φεβρουαρίου 1777 και φυλακίστηκε στο κάστρο Βενσέν (Vincennes) με νεότερη βασιλική εντολή κράτησης που εξασφάλισε η προσωπική διώκτριά του Μαντάμ ντε Μοντρέϊγ.
Προκειμένου να αποφύγει τα χειρότερα, ο φυλακισμένος Ντε Σαντ ζήτησε αμέσως την ακύρωση της θανατικής καταδίκης του 1772 και τον Ιούλιο του 1778 το Εφετείο της Προβηγκίας, όντως τον απάλλαξε από τις κατηγορίες του δηλητηριαστή και του σοδομίτη και, κρίνοντάς τον ένοχο μόνο για όργια και υπερβολική ελευθεριότητα, μείωσε την προηγούμενη καταδίκη του σε ποινή επιτηρούμενης πειθαρχημένης διαβίωσης, με 3ετή απαγόρευση εισόδου στην περιοχή της Μασσαλίας. Στις 16 Ιουλίου 1778, λίγο μετά την απαλλαγή του από το Εφετείο, ο Ντε Σαντ, που κρατείτο τώρα μόνο δυνάμει της βασιλικής εντολής κράτησης, απέδρασε και επέστρεψε στην Λακόστ, όμως δεν χάρηκε πολύ ούτε την ελευθερία του, ούτε την σύντομη σεξουαλική σχέση του με την οικονόμο του πύργου δεσποινίδα De Rousset (η διώκτριά του Μαντάμ ντε Μοντρέϊγ είχε απειλήσει με φυλάκιση και την θυγατέρα της Ρενέ – Πελαζί προκειμένου να την εμποδίσει να ξανασυναντηθεί με τον Ντε Σαντ στην Λακόστ). Πιάστηκε ξανά από τον αστυνόμο Μαραί σε λιγότερο από δύο μήνες, στις 7 Σεπτεμβρίου και στάλθηκε πίσω στο Βενσέν.
Κλεισμένος στο κελί με αριθμό 6, «σε αυτή την τρύπα όπου με έχουν θάψει ζωντανό» όπως ο ίδιος έγραψε, αποφάσισε να συμφιλιωθεί με την μοίρα του και να στραφεί στην μανιώδη μελέτη κλασικών και σύγχρονών του συγγραφέων, καθώς και στην συγγραφή θεατρικών έργων και μυθιστορημάτων, τα οποία (με εξαίρεση την κωμωδία «L’ Inconstant», που ολοκλήρωσε τον Απρίλιο του 1781 και την τραγωδία «Jeanne Laisne» που ολοκλήρωσε το 1783) έμελλε να ολοκληρώσει αλλού- στις περιβόητες φυλακές της Βαστίλης, στις οποίες μεταφέρθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1784, λόγω του ότι το κάστρο Βενσέν έπαψε να χρησιμοποιείται ως φυλακή. Κατά την μεταφορά του πήρε μαζί του το ολοκληρωμένο ήδη από τον Ιούλιο του 1782 βιβλίο του «Διάλογος ενός παπά και ενός μελλοθάνατου» («Dialogue entre un pretre et un moribund», στο οποίο έκανε ένα ανοικτό κήρυγμα αθεϊσμού, με έντεχνη επίθεση στις δεισιδαιμονικές δοξασίες, αλλά και στις ηθικές βάσεις του Χριστιανισμού) και τις πρώτες σημειώσεις του βιβλίου του «120 μέρες στα Σόδομα» («Les 120 journees de Sodome, ou l’ Ecole du libertinage»).
Τον Νοέμβριο της επόμενης χρονιάς (1785) ο φυλακισμένος στην Βαστίλη, Ντε Σαντ ολοκλήρωσε το «120 μέρες στα Σόδομα», το οποίο αρχικά έγραψε μέσα σε 40 ημέρες επάνω σε ένα ρολό χαρτί μήκους 12 μέτρων και μετά το καθαρόγραψε με μικροσκοπικά γράμματα σε φύλλα 11 εκατοστών, για να κάνει το βιβλίο εύκολο να κρυφτεί, ώστε να το γλιτώσει έτσι από πιθανή κατάσχεση. Και όντως, ο Ντε Σαντ κατόρθωσε να διασώσει το δημιούργημά του μέχρι τον Ιούλιο του 1789, όταν ενώ είχε προ λίγων ημερών μεταφερθεί στο Σαρνατόν, ο εξαγριωμένος λαός εισέβαλε στην Βαστίλη και την κατέστρεψε, αφανίζοντας και πολλά χειρόγραφα που δεν είχε προλάβει να μεταφέρει στο Σαρνατόν, η σύζυγος του φυλακισμένου. Το συγκεκριμένο βιβλίο είχε όμως διασωθεί σε ιδιωτικά χέρια και έμεινε στην λίστα των «χαμένων» έργων μέχρι το 1904, οπότε ο βερολινέζος ψυχίατρος Μπλοχ (Iwan Bloch) το εξέδωσε σε ιδιωτική περιορισμένη έκδοση για επιστήμονες, ψυχίατρους και νομικούς, υπό το ψευδώνυμο «Eugen Durhen».
Ακολούθησε το 1786 η συγγραφή της πρώτης εκδοχής του βιβλίου «Ζυστίν. Οι ατυχίες της αρετής» («Justine. Les Infortunes de la vertu») σε 138 χειρόγραφα φύλλα, την οποία ολοκλήρωσε την επόμενη χρονιά, στις 8 Ιουλίου 1787, ενώ το 1788 έδειξε ιδιαίτερη παραγωγικότητα συγγράφοντας τα «Ευγενία Ντε Φρανβάλ» (μέσα σε μία εβδομάδα), «Αλίν και Βαλκούρ» («Aline et Valcour, ou le Roman philosophique», «φιλοσοφική νουβέλλα», που πρωτοεκδόθηκε το 1793 και μετά, ολοκληρωμένο, το 1795), «Dorci, ou la Bizarrerie du sort» (που πρωτοεκδόθηκε το 1881) και «Historiettes, Contes et Fabliaux» (που πρωτοεκδόθηκε τον 20ο αιώνα και συγκεκριμένα το έτος 1926).
Στις 2 Ιουλίου 1789, ενημερωμένος από την σύζυγό του για τις αλλεπάλληλες ταραχές που ξεσπούσαν στο Παρίσι, ο Ντε Σαντ προσπάθησε από ένα παράθυρο να εξεγείρει τον κόσμο έξω στον δρόμο, φωνάζοντας ότι οι δεσμοφύλακες αποκεφάλιζαν τους κρατούμενους, με αποτέλεσμα να δεθεί με χειροπέδες, να κλειστεί στην απομόνωση και την επόμενη νύχτα να μεταφερθεί με βασιλική διαταγή στο άσυλο για φρενοβλαβείς του Σαρνατόν (Charenton) που διηύθυνε το μοναστικό τάγμα των «Αδελφών του Ελέους». Όταν όμως έφυγε από την Βαστίλη ο Ντε Σαντ, η σύζυγός του δεν πρόλαβε να πάρει την αποτελούμενη από 600 τόμους προσωπική του βιβλιοθήκη και τα περισσότερα από τα χειρόγραφά του, με αποτέλεσμα αυτά να λεηλατηθούν ή να καούν από το πλήθος που κυρίευσε το κάστρο με το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης, στις 14 Ιουλίου 1789.
Ο ίδιος απελευθερώθηκε από το άσυλο του Σαρνατόν εννέα μήνες αργότερα, στις 2 Απριλίου 1790, λίγο πριν κλείσει τα 50 χρόνια του, αφού πια η νέα Συντακτική Εθνοσυνέλευση είχε καταργήσει ως νομικό έγγραφο την βασιλική εντολή κράτησης («lettre de cachet»), με την ισχύ της οποίας κρατείτο ο μαρκήσιος. Η σύζυγός του ζήτησε και πήρε διαζύγιο, αποσύρθηκε στο μοναστήρι Σαιν Ορ και αρνήθηκε την εφεξής οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του, ενώ ο ίδιος άρχισε από τις 25 Αυγούστου να συζεί με την 33χρονη πρώην ηθοποιό Μαρί – Κονστάνς Ρενέλ ή Μαντάμ Κενέ (Marie - Constance Renelle ή Madame Quesnet), την οποία, όπως και τον 6χρονο υιό της Σαρλ, είχε εγκαταλείψει ο σύζυγός της Βαλτάσαρ Κενέ (Balthazar Quesnet). Με την «ευαίσθητη», όπως ο ίδιος την περιέγραψε, Μαρί – Κονστάνς, ο Ντε Σαντ παρέμεινε ζευγάρι έως το τέλος της ζωής του.
Στην νέα κοινωνική κατάσταση, υπό την επιρροή της νέας του συντρόφου και έχοντας επιπλέον από τις αρχές «πιστοποιητικό ενεργού πολίτη», από την 1η Ιουλίου 1790, ο Ντε Σαντ διοχέτευσε όλη την ενεργητικότητά του στην συγγραφή καινούργιων βιβλίων, αλλά και στην σφαίρα της πολιτικής, τόσο ως ρήτορας και προπαγανδιστής- όσο και ως αξιωματούχος της επανάστασης. Ο «πολίτης Σαντ», όπως υπέγραφε τα κείμενά του, αποκηρύσσοντας το αριστοκρατικό του παρελθόν, υιοθέτησε τις συνταγματικές και εν συνεχεία δημοκρατικές θέσεις και μάλιστα εκλέχθηκε βουλευτής στην Εθνοσυνέλευση, όπου συμπαρατάχθηκε με την άκρα αριστερά πτέρυγα, το κόμμα των «Ορεινών» Ιακωβίνων. Στο λογοτεχνικό επίπεδο ανέβασε στο «Ιταλικό Θέατρο» με επιτυχία το μονόπρακτο «Le Suborneur», στην «Κομεντί Φρανσέζ» το πεντάπρακτο «Μισάνθρωπος από έρωτα» («Le Misanthrope par amour ou Sophie et Desfrancs»), και στο «Θέατρο Μολιέρου» στις 22 Οκτωβρίου 1790 το θεατρικό έργο του «Ο κόμης Oξτιέρν, ή οι συνέπειες της Ελευθεριότητας» («Le Comte Oxtiern ou les Effets du Libertinage», το οποίο όμως προκάλεσε τις άγριες αντιδράσεις του πλήθους στην δεύτερη παράστασή του στις 4 Νοεμβρίου 1791, λόγω του ότι σε αρκετά σημεία του εκθείαζε το έγκλημα), ενώ την επόμενη χρονιά δημοσίευσε ανώνυμα μια δεύτερη εκδοχή του βιβλίου του «Ζυστίν, ή οι ατυχίες της αρετής» («Justine ou les Malheurs de la vertu»).
Αμέσως μετά την απόπειρα φυγής του Λουδοβίκου του 16ου, τον Ιούνιο του 1791, ο ντε Σαντ εξέδωσε την μπροσούρα «Από έναν πολίτη των Παρισίων προς τον γάλλο βασιλιά» («Adresse d’ un citoyen de Paris, au roi des Francais»), στην οποία κατηγορούσε τον μονάρχη ότι πρόδωσε την εμπιστοσύνη που του έδειξε ο λαός. Εν συνεχεία όχι μόνο προσχώρησε στις καθαρά αντιμοναρχικές θέσεις που άρχισαν να κερδίζουν έδαφος μέσα στο κόμμα των «Ορεινών», αλλά επιπρόσθετα ζητούσε στις διάφορες εισηγήσεις του την απόλυτη αμεσότητα της δημοκρατίας, ενάντια «στην απάτη των εκπροσωπήσεων», την κατάργηση της θανατικής ποινής, καθώς και τον λεγόμενο «αποχριστιανισμό» («η Ευρώπη περιμένει από εσάς, Γάλλοι, να την απελευθερώσετε επιτέλους από το σκήπτρο και το θυμιατό»).
Tον Μάϊο του 1792 ο 23χρονος δεύτερος υιός του Ντονασιέν – Κλωντ - Αρμάν, υπολοχαγός τότε του γαλλικού στρατού, αυτομόλησε μετά από συνεννόηση με τους αντεπαναστάτες «εμιγκρέδες» και ο ντε Σαντ υποχρεώθηκε μετά από τρεις μήνες να τον αποκηρύξει γραπτά, προκειμένου να αποφύγει ποινικές συνέπειες, αφού ένας νόμος της Εθνοσυνέλευσης καθιστούσε συνυπεύθυνους τους γονείς για τα εγκλήματα των τέκνων τους. Από τις 17 έως τις 21 Σεπτεμβρίου ο οικογενειακός του πύργος στην Λακόστ δέχθηκε την επίθεση των τοπικών «αβράκωτων», που τον λεηλάτησαν και του έβαλαν φωτιά, ωστόσο ο ίδιος παρέμενε απτόητος με την μεριά της επανάστασης, θητεύοντας μάλιστα ως γραμματέας του Τμήματος της Πλας Βαντόμ (Place Vendome), στο οποίο ανήκε (γνωστότερο ως «Section des Piques» και φημισμένο για την ριζοσπαστικότητα των μελών του) και ως ειρηνοδίκης από τις 13 Απριλίου 1793. Από την θέση του γραμματέα του Τμήματος Πλας Βαντόμ συνέγραψε μάλιστα και εξέδωσε δύο πολιτικές μπροσούρες στις 28 Οκτωβρίου και τις 2 Νοεμβρίου 1792. Ακολούθησαν την επόμενη χρονιά άλλες πέντε μπροσούρες του, σημαντικότερη των οποίων θεωρείται ο χαιρετισμός στα πνεύματα των «μαρτύρων της Δημοκρατίας» Μαρά και Λαπελετιέ («Discours prononce par la Section des Piques, aux manes de Marat et de Le Pelletier…»). Τον χαιρετισμό εκφώνησε ο ίδιος εκ μέρους του Τμήματός του, του οποίου είχε ήδη εκλεγεί πρόεδρος, στην κηδεία του δολοφονημένου ηγέτη των «Ορεινών» και εκδότη του «Φίλου του Λαού» («L’ Ami du Peuple») Ζαν - Πωλ Μαρά (Jean - Paul Marat, 1743 – 1793) στις 16 Ιουλίου 1793 (28η Μεσιδόρ του έτους 1).
Μισούμενος από αρκετούς για την αριστοκρατική καταγωγή αλλά και την καλλιέργεια και τον ανθρωπισμό που επεδείκνυε (με κίνδυνο της ίδιας του της ζωής αθώωσε ως δικαστής και έσωσε από την λαιμητόμο ακόμα και την πεθερά του που τον είχε φυλακίσει), έπεσε ακόμα και θύμα μιας ανεπιτυχούς προβοκάτσιας στα τέλη του 1792, όταν κάποιος πρόσθεσε κακόβουλα το όνομά του (παραποιημένο ωστόσο σε Λουϊ – Αλφόνς – Ντονασιέν ντε Σαντ) στην λίστα των «εμιγκρέδων» του Τμήματος Bouches-du-Rhone.
Έναν χρόνο όμως αργότερα, στις 8 Δεκεμβρίου 1793, και ενώ ήδη είχε εκδώσει 4 από τους 8 τόμους του μυθιστορήματός του «Αλίν και Βαλκούρ» (το οποίο είχε γράψει όταν ήταν φυλακισμένος στην Βαστίλη), αφού προηγουμένως είχε παραιτηθεί από την πολιτική και την θέση του προέδρου του Τμήματός του, διατάχθηκε από την «Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας» η σύλληψή του. Πιάστηκε από την αστυνομία και φυλακίστηκε στα πλαίσια του λεγόμενου «Νόμου περί υπόπτων» («Loi des suspects») με την κατηγορία του «αντεπαναστάτη», καθώς ο τυπογράφος του «Αλίν και Βαλκούρ», κάποιος Girouard, είχε συλληφθεί λίγες ημέρες πριν, επειδή αποδεδειγμένα τύπωνε και προπαγάνδα των μοναρχικών (καρατομήθηκε μετά από λίγο, στις 8 Ιανουαρίου 1794).
Ο Ντε Σαντ φυλακίστηκε αρχικά στις φυλακές «Μαντελονέτ» («Madelonnettes»), έπειτα στις φυλακές των «Καρμηλιτισσών» («Carmelites») στη οδό de Vaugirard και τέλος στις φυλακές του «Σαιν Λαζάρ» («Sainte - Lazare»), όπου έμεινε έγκλειστος μέχρι και 5 μήνες από την πτώση του Ροβεσπιέρου και των οπαδών του, οπότε και απελευθερώθηκε μετά από 375 ημέρες στην φυλακή. Είχε ήδη καταδικαστεί από το «Επαναστατικό Δικαστήριο» σε θάνατο, όμως στάθηκε εξαιρετικά τυχερός, καθώς η εκτέλεση δεν πρόλαβε να γίνει είτε λόγω της πληθώρας των νέων καταδικών που προέκυπταν ολοένα και πυκνότερα μετά τον Μάϊο του 1794, είτε λόγω γραφειοκρατικού λάθους.
Υποχρεωμένος τώρα να ζήσει μόνο από τα συγγραφικά του δικαιώματα, τόλμησε το 1795, υπό το αντιδραστικό «Διευθυντήριο», να εκδώσει το βιβλίο του «Φιλοσοφία στο μπουντουάρ» («La Philosophie dans le boudoir», όπου εξιστορείται η μύηση μιας νεαρής γυναίκας στην θεωρία και πράξη της ακολασίας), καθώς και ολοκληρωμένο σε 8 τόμους το μυθιστόρημά του «Αλίν και Βαλκούρ». Εισέπραξε όμως τρομερή αντίδραση από μια κοινωνία που τότε θεωρούσε ότι επέστρεφε μαζικά «στον Θεό» μετά από το «έγκλημα» της Επανάστασης. Αντιμετωπίζοντας μεγάλες οικονομικές δυσκολίες, καθώς προσπαθούσε να συντηρήσει και την αγαπημένη του Μαρί – Κονστάνς, υποχρεώθηκε τελικά το 1796 να πουλήσει φθηνά τα ερειπωμένα ακίνητά του στην Λακόστ, δίχως όμως να ορθοποδήσει για πολύ. Το 1797 εξέδωσε ανώνυμα το βιβλίο «Η νέα Ζυστίν», το 1798 κατέληξε για ένα διάστημα να στεγάζεται σε έναν αχυρώνα, ανέβασε το 1799 ξανά τον «Οξτιέρν» στην «Societe Dramatique» των Βερσαλιών, όπου ο ίδιος εργαζόταν για βιοπορισμό και στις αρχές του 1800 μπήκε για μερικές ημέρες σε νοσοκομείο όταν βρέθηκε μισοπεθαμένος από κρύο και πείνα. Και ενόσω ο Ντε Σαντ περνούσε όλες αυτές τις ταλαιπωρίες, το 1798 ο συγγραφέας Ντε λα Μπρετόν (Retif de la Bretonne, πραγματικό όνομα Nicolas - Edme Retif, 1734 – 1806) που έθρεφε για αυτόν ισχυρότατη αντιπάθεια, εξέδωσε την νουβέλα «Αντι-Ζυστίν, ή οι απολαύσεις του έρωτα» («L’ Anti - Justine ou les delices de l'amour»), θέλοντας να υπερβεί το «σκοτεινό αριστούργημα» του εχθρού του, αν και εκείνο που κατόρθωσε τελικά ήταν να το υπερβεί μόνο στην αισχρότητα. Παρ’ όλο που ο ίδιος περιέγραφε την «Αντι-Ζυστίν» ως «αντίδοτο στο δηλητήριο του ντε Σαντ», δεν παρήγαγε τελικά τίποτε περισσότερο από ένα καθαρά πορνογραφικό βιβλίο.






















Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου