Αργός ήρθα στρατοκόπος, βράδυ, εδώ
στων πιοτών και στων ανθών το πανηγύρι
ήρθα το γλυκό κρασί να πιω
στο μαλαματένιο το ποτήρι.
... δόξα στο ποτήρι που είν’ ο θησαυρός
δόξα στο χρυσάφι που έγινε ομορφιά
κι είναι απάνω απ’ τ’ άνθια κι από τα πιοτά…
Νάξερα τι ξεχωριστά και τι βαθύτερα αγαπώ!
Α! το πιοτό και το πιοτό και το πιοτό!
δος μου κι όπου και όπως,
ο διψασμένος είναι στρατοκόπος.
Και μες στο ευκολοσύντριφτο κι αστόλιστο φτηνό γυαλί
και στο χοντροπελεκητό χωριάτικο κροντήρι,
κέρνα με κέρνα με σ’ όποιο ποτήρι!
Το πιοτό θέλω το μοιρόγραφτο χωρίς
τον κεραστή. Το χάρισμα κι ας λείπει ο χαριστής
Θέλω τα ρόδα του Απριλιού να μυριστώ,
δε συλλογιέμαι τον Απρίλη…
Α! το ποτήρι, το ποτήρι, το ποτήρι!
Αυτού ο καημός κι αυτού ο δαρμός μιαν ώρα αρχύτερα στη γης
τη μαύρη θα με γείρει...
... άδειο ή γεμάτο δος μου το να το σφιχτοκρατώ,
κι όποιο κι ας είναι. Το νερό απ’ το ρυάκι,
κι ας είναι της ταβέρνας το κρασί
κι αφιόνι ας είναι και φαρμάκι
Δος μου το εσύ, δος μου το εσύ.
Τάχα για ποιο ξεχωριστά, πιο δυνατά καρδιοχτυπώ
κι από τους δυο σκληρότερα καημούς ποιος θα με δείρει;
Το που με καίει και με χτυπάει και με μεθάει πιοτό;
ή τ’ ολόχρυσο κι ολάκριβο το μέγα το ποτήρι
που με κεράσαν κι ήπια το πιοτό;
Ποιος ξέρει τι ξεχωριστά και τι βαθύτερα αγαπώ!
Κωστής Παλαμάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου