24/8/09

Κοίταζαν τη φλόγα στο δέντρο, δεν έβλεπαν την πυρκαγιά στο δάσος...

«Το τελευταίο δέντρο κρατήστε το για να κρεμαστείτε»!
Αυτό που γράφτηκε σε τοίχους μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2007 και κάποτε φάνταζε υπερβολικό, σήμερα μοιάζει πιθανό. Γιατί ο πύρινος εφιάλτης, που γεννήθηκε δεκαέξι λεπτά μετά τις 9.30 το βράδυ της Παρασκευής στο Γραμματικό, από ό,τι φάνηκε είχε όλα τα «φόντα» για να κατακάψει τα πάντα... Και το έκανε, επιβεβαιώνοντας τους γηραιότερους που φώναζαν από το μεσημέρι του Σαββάτου ότι «αυτή η πυρκαγιά είναι χειρότερη από εκείνη του '93».
Τραγική ειρωνεία: Η πυρκαγιά, που αρχικά υποβαθμίστηκε, εκδηλώθηκε στις 21 Αυγούστου -τέτοιες μέρες είχε ξεκινήσει και η καταστροφική πυρκαγιά της Ηλείας το 2007- σε κοντινή απόσταση από το σημείο που είχε εκτυλιχθεί στις 14 Αυγούστου του 2005 μια άλλη τραγωδία, το αεροπορικό δυστύχημα του «Ηλιος». Για να εξελιχθεί μέσα σε λίγες ώρες σε όλεθρο...
Οι φλόγες είχαν... αυτοεγκλωβιστεί σε ένα φαράγγι, νωρίς το πρωί του Σαββάτου, όταν η Πυροσβεστική Υπηρεσία δήλωνε, καθησυχαστικά, ότι η πυρκαγιά μαίνεται σε μια χαράδρα, αλλά δεν υπάρχει κίνδυνος. Πώς και γιατί ξέφυγε η πυρκαγιά κανείς δεν το γνωρίζει. Παρά μόνο όσοι συντόνιζαν τις δυνάμεις και οι οποίοι ζήτησαν από την Πολεμική Αεροπορία τη συνδρομή της λίγο αργότερα.
Στις 7.16 το πρωί, το Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ζητά τη συνδρομή εναέριων μέσων στην κατάσβεση της πυρκαγιάς. Και λίγα λεπτά αργότερα, στις 7.35, το πρώτο αεροσκάφος CL απογειώνεται. Μέχρι τις 10 το πρωί «φεύγουν» από το στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας ακόμη επτά πυροσβεστικά αεροσκάφη. Είναι όμως ήδη αργά.
Ο δυνατός αέρας, που άγγιξε έως και τα 9 Μποφόρ, έχει φουντώσει τις φλόγες που κινούνται πλέον απειλητικά προς Βαρνάβα και Ανω Σούλι. Και κάπως έτσι ξεκινά η ελληνική τραγωδία.
Οι απότομες εναλλαγές του αέρα, τα ακαθάριστα ξερά χόρτα, οι διάσπαρτες χωματερές που υπάρχουν παντού, ακόμη και δίπλα στις περιφράξεις των σπιτιών, βοηθούν τις πύρινες γλώσσες να αναπτυχθούν και να κάνουν στάχτη ό,τι βρίσκουν στο πέρασμά τους. Πυροσβέστες, εθελοντές και κάτοικοι ρίχνονται στην άνιση μάχη με τον εχθρό. Προσπαθούν να τιθασεύσουν τις φλόγες που «χορεύουν» ανεξέλεγκτα στο πρόσταγμα του ανέμου και τίποτα δεν είναι ικανό να τις σταματήσει.
Στις 12 το μεσημέρι, η πυρκαγιά στη βορειοανατολική Αττική μαίνεται ανεξέλεγκτη. Και μπορεί ο νομός να κηρύσσεται σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης περίπου μια ώρα αργότερα, οι γηραιότεροι όμως γνωρίζουν από πριν τι πρόκειται να γίνει. «Αυτή η φωτιά είναι μεγαλύτερη από εκείνη του 1993, να μου το θυμηθείς», λέει ένας ηλικιωμένος στον άλλο. «Τους έχει ξεφύγει. Αυτό ήταν, καήκαμε», του απαντά εκείνος και κοιτούν την πυρκαγιά από μακριά... Δυστυχώς και οι δυο τους αποδεικνύονται κακοί προφήτες.
Η φωτιά έχει περάσει το Ανω Σούλι και βρίσκεται πλέον στον Μαραθώνα. Μια ανάσα από τα σπίτια. «Εδώ τρέξτε εδώ...», φώναζαν οι κάτοικοι και τρέχουν στην πυρκαγιά παρότι οι θερμοκρασίες που έχουν αναπτυχθεί τους εμποδίζουν. Η θέλησή τους να προστατεύσουν τις κατοικίες τους, με λάστιχα, με τσάπες, με όποιο μέσο διαθέτουν είναι ισχυρότερη από τη λάβα. Οι φλόγες περνούν πάνω από τα σπίτια τους και κινούνται πάνω από το δρόμο προς Καλέτζι. Και η περιοχή, στην οποία άλλοτε μόνο πράσινο έβλεπες, μετατρέπεται σε πολύ λίγα λεπτά σε κρανίου τόπο. «Μας έριξε ένα αεροπλάνο νερό και έτσι σωθήκαμε. Οι πυροσβέστες μάς πήραν σηκωτούς. Θα είχαμε καεί. Να 'ναι καλά. Το μέτωπο ήταν 12 χιλιόμετρα», περιγράφουν και η απογοήτευση είναι ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Μόνο τους σκύλους τους κατάφεραν να πάρουν μαζί. Τώρα γυρνώντας στο σπίτι τους, το βρίσκουν στη θέση του, μικρές ζημιές μόνο. Παρ' όλα αυτά όμως δεν δείχνουν ανακουφισμένοι. Η περιουσία που ανήκει σε όλους μας, το δάσος, έχει γίνει κάρβουνο. Και πλέον όλοι μπορούν να μιλούν για μια τεράστια οικολογική καταστροφή.
Λίγα μέτρα πιο πέρα, τα πυροσβεστικά οχήματα που καταφθάνουν από διάφορες περιοχές της Αττικής σταματούν και ρωτούν τροχονόμους και δημοσιογράφους πώς θα πάνε στο Γραμματικό. «Εσείς που είστε δημοσιογράφοι πάρτε τους τηλέφωνο στο αρχηγείο μπας και σας ακούσουν. Πείτε τους να τους συντονίσουν. Δεν ξέρουν πού είναι οι περιοχές που τους στέλνουν, δεν ξέρουν καν πού είναι οι κρουνοί για να εφοδιαστούν με νερό. Ούτε αυτοί, ούτε οι υδροφόρες. Πώς θα βοηθήσουν έτσι;», λέει στην «Ε» ένας τροχονόμος. Είναι ο μόνος ίσως που ξέρει την περιοχή, καθώς και ούτε οι άλλοι συνάδελφοί του, που έχουν κληθεί από διάφορες περιοχές της Αττικής, για να βοηθήσουν στη γρήγορη διέλευση των οχημάτων που συμμετέχουν στην κατάσβεση, γνωρίζουν την περιοχή.
Το μέτωπο που έχει κάνει στάχτη το δάσος δεξιά και αριστερά στο δρόμο προς το Καλέτζι έχει επιστρέψει πάνω από σπίτια του Μαραθώνα, στα θερμοκήπια. Είναι καταστροφικό και τίποτα δεν μοιάζει ικανό να το σταματήσει. Ο πυκνός καπνός που έχει τυλίξει τον Μαραθώνα ενώνεται με εκείνον που καίει τον Βρανά. Και εκεί κινδυνεύουν σπίτια και εκεί οι κάτοικοι προσπαθούν με τους λιγοστούς πυροσβέστες να σώσουν ό,τι μπορούν. «Βγάλαμε ανθρώπους στην πλάτη μας. Δεν έχει έρθει ούτε ένα ελικόπτερο να κάνει ρίψεις», λένε αγανακτισμένοι. «Πού είναι ρε παιδιά τα πυροσβεστικά;», ρωτούν και αμέσως μετά απαντούν μόνοι τους: «Πού να πρωτοπάνε και αυτοί;».
Κολόνες της ΔΕΗ είναι πεσμένες στους δρόμους. Η πύρινη λαίλαπα έχει φουντώσει και πάλι στο Γραμματικό. Σπίτια τυλίγονται στις φλόγες. Οι περισσότεροι κάτοικοι εγκαταλείπουν τα σπίτια τους. Κανείς δεν μπορεί να αναπνεύσει. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που μένουν για να περισώσουν τις περιουσίες τους στη θέα της πυρκαγιάς. «Ο,τι κάναμε μόνοι μας το κάναμε...», έλεγαν και σαν να το μετάνιωναν μετά συμπλήρωναν: «Τι να σου κάνουν και αυτοί οι χριστιανοί».
Η κούραση και η απογοήτευση στα πρόσωπα των πυροσβεστών δεν άφηνε περιθώρια για παράπονα και φωνές. Ολοι γνώριζαν τι συνέβαινε, ακόμη και αν δεν ήθελαν να το πιστέψουν. Ο πύρινος εφιάλτης ήταν ολοζώντανος.
Οι φλόγες που άγγιξαν κατοικίες στον Βαρνάβα δεξιά και αριστερά από την άσφαλτο, και προξένησαν ζημιές σε μία από αυτές, κινούνται πλέον προς τη λίμνη του Μαραθώνα κατακαίγοντας μια πευκόφυτη έκταση μέσα από το Καπανδρίτι. Ως διά μαγείας δεν έκαναν στάχτη τα σπίτια.
Το μέτωπο είναι τεράστιο. Τα εναέρια μέσα κάνουν συνεχείς ρίψεις. Αλλά τίποτα δεν μοιάζει ικανό να το σταματήσει.
Τα μέτωπα της πυρκαγιάς μαίνονται ανεξέλεγκτα, όταν φουντώνει και πάλι η πυρκαγιά προς το Καλέτζι. Λίγο αργότερα, η λίμνη είναι περικυκλωμένη από τις φλόγες. Πυροσβέστες, εθελοντές και κάτοικοι παλεύουν με τον πύρινο εχθρό, που για πολλοστή φορά έχει σύμμαχο τον δυνατό αέρα, τα ξερά ακαθάριστα χόρτα και τις δεκάδες αυτοσχέδιες χωματερές. Λίγο πριν από τις 7 η πυρκαγιά βρίσκεται στη Σταμάτα και από την περιοχή Κουκουνάρι απειλεί σπίτια στη Ροδόπολη.
Απαντες κάνουν εκκλήσεις. Οι φλόγες κινούνται απειλητικά, περνούν πάνω από τη Δροσιά..., γλείφουν το Διονυσοβούνι και απειλούν τον Διόνυσο, που εκκενώνεται σε κατάσταση πλήρους πανικού στις 8.30 το βράδυ.
Κι ενώ τα υπόλοιπα μέτωπα μαίνονται, η πυρκαγιά στη Ραπεντώσα αναζωπυρώνεται. Ενώνεται με το μέτωπο που βρίσκεται στη Σταμάτα και μαζί τα δύο μέτωπα κινούνται σε ένα ενιαίο μέτωπο προς το Πεντελικό Ορος.
Γύρω στις 10 τη νύχτα το μέτωπο της πυρκαγιάς ξεπερνά τα 15 χιλιόμετρα. Οι φλόγες ξεκινούν από το Γραμματικό και φτάνουν στον Διόνυσο. Η κόκκινη πύρινη γραμμή που διακρίνει όποιος βρίσκεται στην Εθνική Οδό σηματοδοτεί τη μαύρη Κυριακή που ξημερώνει. Η καταστροφή είναι προδιαγεγραμμένη. Αλλά όλοι, κάτοικοι, αρνούμενοι να εγκαταλείψουν τη μάχη, πυροσβέστες και εθελοντές, άνθρωποι από άλλες περιοχές της Αττικής που έτρεξαν να βοηθήσουν, ρίχνονται με όση δύναμη τους έχει απομείνει στη μάχη με τις φλόγες. Με κλαριά, με λεκάνες, με λάστιχα, με όσα μέσα διέθετε ο καθένας, όλοι παραταγμένοι απέναντι στον πύρινο εχθρό που φούντωνε και ξεπηδούσε από παντού, αποτεφρώνοντας -ακάθεκτος- δάσος, κατοικίες, οχήματα, ό,τι έβρισκε στο πέρασμά του. *

*Της ΑΡΓΥΡΩΣ Κ. ΜΩΡΟΥ
Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 24 Αυγούστου 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια: