19/10/09

ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ: Η ΒΙΔΡΑ.

Φαίνεται ότι ο Νώε δεν έκαμε το μόνον σφάλμα να πάρη εις την κιβωτόν τον κόρακα. Η παράδοσις - η οποία εδώ, προκειμένου περί Νώε, επαναλαμβάνω ότι είναι νωπή ως τελευταία ώρα εφημερίδων - μας πληροφορεί ότι έκαμε και άλλα λάθη. Επήρε μαζί του και την Βίδραν, η οποία «του έκαμε γηράματα», και ιδού πώς: Αφού υψώθη ολίγον η κιβωτός, η Βίδρα επετέθη κατά των εν αυτή ποντικών. Ο Νώε την επέπληξεν, αλλ’ αυτή επανέλαβε την επίθεσίν της. Τότε ο Νώε εθύμωσε και την επέταξεν έξω. Αλλά, ενώ ενόμιζεν ότι επνίγη, την βλέπει μετ’ ολίγον να τρώγη τα ψάρια.
Ήρχισε να φοβήται τότε μήπως εξολοθρεύση εντε­λώς την γενεάν των ψαριών και ηναγκάσθη να την πάρη πάλιν εις το πλοίον του. Αλλά πάλιν του ερρήμαζε τα ποντίκια, πάλιν την έρριψεν εις την θάλασ­σαν, την επανέφερε, την έρριψε διά τρίτην φοράν, και η φασαρία αυτή, η οποία διήρκεσε καθ’ όλον τον πλουν, τόσον εκούρασε τον Νώε, ώστε, κατά τον εκ Κερασσόβου άνευ τέλους μυθολόγον κ. Ι. Τσιώκον εξ αίτιας της εμέθυσε τόσον δυνατά κατά την αποβίβασιν και έγιναν όσα έγιναν.
Εάν πραγματικώς επήρε μαζί του την Βίδραν ο Νώε, δεν έχω κανένα δισταγμόν να πιστεύσω ότι τον εβασάνισε πολύ. Ο Αχελώος είναι σχεδόν κατοικία Βιδρών, και όμως σπάνιον πράγμα να κτυπήσωμεν μίαν τον χρόνον (το δέρμα της φθάνει εις 20 δραχμάς). Η στερεά και τα νερά τής είναι εξ ίσου οικεία. Άμα την στριμώξετε εις μίαν σπηλιάν, θα πηδήση εις το ποτάμι. Αν εκεί δεν αισθάνεται τον εαυτόν της εν ασφαλεία, θα τρυπώση εις όποιαν σπηλιάν εύρη καλυτέραν. Εις μεν την ξηράν τρώει ποντίκια, φίδια, καβούρια, εις δε τα νερά ευφραίνεται λογής λογής ψά­ρια, ιδίως τα τετράπαχα και κουτά μπριάνια, διότι η πονηρά πέστροφα κατορθώνει και της διαφεύγει.
Απίστευτα πράγματα λέγονται διά την ευφυίαν της Βίδρας. Λέγεται ότι, διά να κυνηγήση τα ψάρια αποτελεσματικώς, παίρνει και σύντροφον, όπως οι αετοί. Η μία Βίδρα πιάνει τα στενά κανάλια των ποταμών και τοποθετεί το στόμα της ως καλαμωτήν, ενώ η άλλη τα κυνήγα από πίσω και τα «σουδιάζει» προς την στενήν διάβασιν.
Η πονηρία της όμως είναι πολλάκις επικίνδυνος δι’ αυτήν όσον και της αλεπούς, της οποίας είναι πρωτεξαδέλφη. Οι κυνηγοί, γνωρίζοντες ότι τρέφει ιδιαιτέραν αδυναμίαν προς τα ψάρια, παίρνουν ψαροκόκαλα και τα πετούν στα σπήλαια διά να νομίση ότι και άλλη Βίδρα έφαγε εκεί ψάρια, άρα ότι είναι κα­λός σταθμός διά ψάρευμα. Αλλά αντί ψαριών δέχεται εκεί σκάγια, πολλάκις δε υπό τα ψαροκόκκαλα κρύ­πτεται δόκανον, διά του οποίου επιδιώκεται ως επί τα πλείστον η σύλληψίς της.
Προτιμάται άλλως τε το δόκανον, όχι μόνον ως ευκολωτέρα μέθοδος, αλλά και χάριν της μεγαλυτέρας αξίας του δέρματος της, το οποίον εις ωρισμένον μέ­ρος έχει, κατά την παράδοσιν, μίαν πολύτιμον ουσίαν ονόματι «μόσχον», με την οποίαν, κατά τους χωρι­κούς, κατασκευάζεται ένα φάρμακον χρήσιμον διά τας πληγάς, διά τας λιποθυμίας, ακόμη και διά την παράτασιν της ζωής των ετοιμοθάνατων. Πιστεύεται δε γενικώς, ότι άμα τουφεκισθή, χάνει τον «μόσχον».
Τα κυνήγι της είναι αποτελεσματικώτερον άμα θο­λώνουν τα ποτάμια. Τότε η Βίδρα αποσύρεται προς τας πηγάς, διά να ψαρέψη εις τα καθαρά νερά.
Ολίγας ώρας κάτω από τα χωριό μου πηγάζει ο μισός Αχελώος από την περίφημον Μαρδάχαν, την πολυύμνητον από ξένους και ιδικούς μας.
Λέγεται ότι τα καταγάλαζα νερά της προέρχονται από την λίμνην των Ιωαννίνων και υπογείως εκείθεν φθάνουν εις τα κράσπεδα των Απεραντιακών βουνών όπου και εκβάλλουν παρά τας όχθας του Αχελώου. Τα νερά αυτά, τα οποία, κατά τον Γαζή, θαρρώ, είναι ο Αχέρων ποταμός, είναι χειμώνα καλοκαίρι τόσον γαλάζια, ώστε εις ευρύν κύκλον να γαλαζώνουν και τα νερά του Αχελώου άμα θολώνη.
Η Βίδρα λοιπόν αποσύρεται εις τοιούτου είδους λι­μάνια, αλλά φαίνεται ότι έκαμε τόσην κατάχρησιν των μερών αυτών, ώστε να γίνη γνωστόν εις τους κυ­νηγούς. Φαίνεται όμως ότι και αυτή αντελήφθη τούτο, διότι επί δύο τρεις ημέρας που εμείναμεν κάποτε εις την Μορδάχαν, οι περίοικοι κυνηγοί και ψαράδες μας εβεβαίωσαν,ότι έχουν ένα χρόνον να ιδούν Βίδραν εις τα γειτονικά νερά. Ηρκέσθημεν λοιπόν εις ολίγα ψάρια και αντί Βίδρας, είδαμεν ένα κασκέτο από δέρμα της επί της κεφαλής του μυθολόγου κ. Τσιώκου...
Εις την απορίαν περί του πως ένα τόσον εύμορφον δέρμα δεν έχει όσην αξίαν και ένα κουνάβι, ο εκ Κερασσόβου συνάδελφος μου διηγήθη ότι το τιμολόγιον συνέταξεν ο ίδιος ο Νώε, ως φύλλον ποιότητος, λαβών υπ’ όψιν του τας εν τη κιβωτώ παρεκτροπάς των ζώων, αναλόγως των οποίων ώρισε και τας τιμάς. Η Αλεπού, είπεν, έφαγε μίαν κόταν του Νώε και τόσον τον εθύμωσε, ώστε την ετιμολόγησεν εκατό δραχμάς. Αλλά προσέπεσεν, έκλαψεν, ικέτευσε και ο Νώε την ελυπήθη. Το κουνάβι όμως του έφαγε δύο μελίσσια και, επειδή έχει σκληράν ψυχή,- έγραψα περί αυτού ότι άμα πιασθή εις το δόκανον τρώγει το πόδι του και φεύγει - δεν ηθέλησε να προσπέση εις τον Νώε και διά τούτο έμεινε με την μεγάλην τιμωρίαν να αξίζη το δέρμα του ακριβώτερον από όλα. Η Βίδρα; Η Βίδρα τον εθύμωσε περισσότερον από όλα, αλλ’ ηναγκάσθη ο Νώε να συνθηκολογήση. Άμα ήκουσε το τιμολόγιον επήδησεν από την κιβωτόν και του είπεν:
- Ή μου κατεβάζεις το τιμολόγιον, ή δεν σου αφήνω άλλη πέστροφα.
Λέγεται δε ότι ο Νώε, τρελλαινόμενος για τις πέ­στροφες, συγκατετέθη και εδέχθη τους όρους της Βίδρας, υποσχεθείσης ότι δεν θα καταδιώκη την πέστροφαν μέχρις εξολοθρεύσεως.

Δεν υπάρχουν σχόλια: