21/1/12

Ο τελευταίοs των μονοπατιών...

Του Ηλία Προβόπουλου.
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Έθνος".

Οσο μπορούμε ακόμη να διαβάσουμε τα «σημάδια» που συναντάμε στην ελληνική ύπαιθρο, διαπιστώνουμε πως ποτέ στην ιστορία της δεν έπαψε η ανθρώπινη παρουσία.
Πάντα ο άνθρωπος έβρισκε τρόπο να «ζυμωθεί» με τον τόπο του, να τον ημερώσει με τα χέρια του, να ζήσει και να προκόψει μέσα σε αυτόν. Ηταν μια άλλη γενιά ανθρώπων εκείνοι που τότε έμπαιναν μπροστά και άνοιγαν μονοπάτια στο δάσος για να ακολουθήσουν και οι επόμενοι... Που έστηναν γεφύρια να περνάνε οι διαβάτες τα ποτάμια, που κατασκεύαζαν αυλάκια και πηγάδια, που όργωναν μόνο για τον σπόρο της επόμενης χρονιάς.

Ο τελευταίοs των μονοπατιών...
Ηταν μια γενιά που εκπροσώπους της ελάχιστους μπορούμε πλέον να συναντήσουμε στα ορεινά χωριά.
Ενας από αυτούς είναι ο μπαρμπα-Πάνος Μάκκας! Ο τελευταίος σε όλη την Ευρυτανία που δεν μετακινήθηκε ποτέ στη ζωή του από το σημείο που γεννήθηκε, τη Σκαμνιά του Κρέντη. Τον συνάντησα στις ερημιές να «σαλαγάει» το μικρό κοπάδι του, κρατώντας στο ένα χέρι το ποιμενικό ραβδί του και στο άλλο... ένα μικρό πριόνι που δεν αποχωρίζεται ποτέ, όπως ακριβώς πρόσταζαν κάποτε οι επιταγές της γενιάς του!
Στα χέρια του Πάνου Μάκκα, αυτό το πριόνι γίνεται «σύμβολο» και ιστορία... Γιατί με αυτό το μικρό εργαλείο γράφτηκε το έπος της ελληνικής υπαίθρου, σε αυτό το πριονάκι αντανακλά ο μόχθος, η σοφία και η στοργή για τη γη που στα χρόνια μας λησμονήθηκε. Το κουβαλάει μαζί του ο μπαρμπα-Πάνος, κάθε φορά που πηγαίνει να φροντίσει ή να βοσκήσει το κοπάδι του...
Ο τελευταίοs των μονοπατιών...
Είναι ο μοναδικός άνθρωπος που ζει μόνιμα στη Σκαμνιά αγναντεύοντας από το μπαλκόνι του τη λίμνη Κρεμαστών, αφού όλοι οι γείτονές του έχουν πια μεταφερθεί στο χωριό, αφήνοντάς τον μόνο στον προγονικό οικισμό.
Πάλη...
Ο μπαρμπα-Πάνος με το πριονάκι του κρατάει ακόμα ανοιχτά τα μονοπάτια της μικρής «επικράτειάς» του, κόβοντας με σοφία και πείσμα κάθε κλαρί που φυτρώνει πάνω τους, απειλώντας να τα «κλείσει»... Είναι μια δουλειά που σε άλλα χρόνια γινόταν από όλους, αλλά σήμερα δεν υπάρχει πια κανένας άλλος για να την κάνει! Παλαιότερα, όταν σε όλη την περιοχή κυκλοφορούσαν άνθρωποι, το καθάρισμα και η διατήρηση των παλιών μονοπατιών ήταν μια βασική ανάγκη. Για να πάνε στα χωράφια τους που ακόμα τα έσπερναν, έπρεπε τα φορτωμένα μουλάρια να χωράνε σε αυτά τα μονοπάτια, κι όλοι είχαν τον νου τους να τα κρατάνε ανοιχτά...

Οσο προσπαθεί ο Πέτρος Μάκκας να ανοίξει τα μονοπάτια της Σκαμνιάς, «κλείνει» μια εποχή που ο άνθρωπος πάλευε με σέβας με τη φύση γύρω του
Οσο προσπαθεί ο Πέτρος Μάκκας να ανοίξει τα μονοπάτια της Σκαμνιάς, «κλείνει» μια εποχή που ο άνθρωπος πάλευε με σέβας με τη φύση γύρω του.
Ο μπαρμπα-Πάνος, τελευταίος εναπομείνας πια στον τόπο του, κάνει σήμερα μόνος του ό,τι κάποτε έκανε ένα ολόκληρο χωριό! Η βλάστηση προσπαθεί να ξαναπάρει πίσω ό,τι μπορεί από τα έργα των ανθρώπων, αλλά ο Πάνος Μάκκας συνεχίζει την πάλη για να την τιθασεύσει ή έστω να την «ελέγξει». Δεν είναι μια παραξενιά, δεν είναι μια εμμονή του... Είναι γιατί νοιάζεται για τον τόπο γύρω του.
- «Αμα πάρει φωτιά κάπου», λέει, «από πού θα τρέξουν οι άνθρωποι να τη σβήσουν; Ολος ο τόπος είναι ένας λόγγος που δεν μπορεί να περάσει ούτε φίδι πια». Πριν από μερικά χρόνια πλήρωσε το Δασαρχείο κάποια μεροκάματα, ώστε να καθαριστούν όλα τα βασικά μονοπάτια στις πλαγιές που ξεκινάνε από τις ράχες της Σκαμνιάς και καταλήγουν στον δρόμο πάνω από τη λίμνη Κρεμαστών... Μετά λίγο καιρό όμως, τα μονοπάτια ξανάρχισαν να κλείνουν.
Ο τελευταίοs των μονοπατιών...
Τον στεναχωρεί το γεγονός τον μπαρμπα-Πάνο, αλλά δεν έχει πια τις δυνάμεις να πάει με το πριονάκι του παραπέρα από τον τόπο που βοσκάει το κοπάδι του.
- «Αν η ανάγκη τους κάνει και χρειαστούν πάλι τα χωράφια» -λέει με νόημα- «μπορεί να τα ανοίξουν πάλι... Εχει νέο κόσμο το χωριό και μπορεί να το κάνουν, αλλά θέλει πολλή δουλειά τώρα πια». 
Και όσο προσπαθεί ο Πέτρος Μάκκας να ανοίξει τα μονοπάτια της Σκαμνιάς, «κλείνει» μια εποχή που ο άνθρωπος πάλευε με σέβας με τη φύση γύρω του. Οχι για να τη δαμάσει και να τη «ληστέψει» όπως σήμερα, αλλά για να την «ημερώσει» και να ζήσει μέσα σε αυτήν.
Αποχαιρέτισα τον μπαρμπα-Πάνο και έφυγα από τη Σκαμνιά για να γυρίσω πίσω στον «πολιτισμό». Πίσω μου, σαν τελευταίο ήχο άκουσα ένα τόσο δα πριονάκι, που τριβόταν πεισματάρικα πάνω σε ένα αρκουδόβατο!

Δεν υπάρχουν σχόλια: