21/10/09

ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ:Ο ΑΕΤΟΣ.

Πώς ο παμπόνηρος αετός κατώρθωσε να γελάση την Βυζαντινήν Αυτοκρατορίαν, την Δημοτικήν ποίησιν και τον συνάδελφον κ. Σίμον, ότι είναι ο μάλλον υπερήφανος πολίτης του πτερωτού κόσμου; Όλαι σχεδόν αι λεηλατικαί επιχειρήσεις του αποτελούν την ανωτέραν μορφήν της ζωικής πονηρίας. Διά την καταδίωξιν του λαγού έχει την εξής μέθοδον: Καταρτί­ζει εταιρείαν, η οποία μοιράζει τους ρόλους της κατά το κυνηγετικόν σύστημα. Οι μεν εκτελούν καθήκον­τα λαγωνικών οι δε κυνηγών. Τα λαγωνικά εισέρχον­ται εις το δάσος και γαυγίζουν, οι δε κυνηγοί κατα­λαμβάνουν τας υψηλοτέρας θέσεις του δάσους, τα λε­γόμενα καρτέρια, οπόθεν ο ατυχής λαγός έχει την συνήθειαν να διέρχεται όταν καταδιώκεται.
Η συνήθειά του αύτη δεν είναι εντελώς ηλιθία. Το μόνον προφυλακτικόν όπλον του είναι η ακοή του. Διά να κατορθώνη λοιπόν να πληροφορήται τι του γίνε­ται, μόλις αντιληφθή ότι ευρίσκεται υπό καταδίωξιν διευθύνεται προς τα καρτέρια. Εκεί τον περιμένουν οι αετοί - όπως άλλως τε και οι κυνηγοί - και τον αρπάζουν με τα νύχια των. Η μόνη διαφορά την οποίαν έχουν από τους κυνηγούς είναι, ότι οι τελευταίοι μετα­χειρίζονται όπλα. Ποιος έκλεψε το σύστημα από τον άλλον, αυτό είναι ζήτημα της ιστορίας του κυνηγίου. Υπάρχουν όμως και λαγοί, οι οποίοι αφού απέκτησαν πικράν πείραν, κινδυνεύσαντες πολλάκις εις τα καρτέρια, εγκατέλειψαν την τακτικήν αυτήν και άμα ακούουν γαυγίσματα κρύβονται εις τις τούφες, πράγμα το οποίον δεν το κάνουν όταν αντιληφθούν κυνηγε­τικά σκυλιά, διότι γνωρίζουν, ότι αυτά τους «παίρνουν τον ντορόν των» δηλαδή μυρίζονται τα ίχνη των. Διά τους αετούς όμως είναι βέβαιοι, ότι στερούνται της οσφραντικής δυνάμεως και άμα τους ακούουν χώνον­ται εις τις τούφες. Εντεύθεν και ο σχετικός μύθος:
Κάποιος λαγός καταδιωκόμενος από αετόν, διηγεί­ται ο εν λόγω μύθος, ηθέλησε να κρυβή εις μίαν τούφαν, όπου, κατά κακήν του τύχην, έτυχε να ευρίσκεται και μία χελώνα. Ο λαγός εζάρωσεν υπό την τούφαν και έγινε ένα με το χώμα. Τότε εις την χελώναν ήλθε το κέφι να ερωτοτροπήση μαζί του. Ματαίως ο δυσ­τυχής λαγός προσεπάθησε να της παραστήση, ότι η διαγωγή της ήτο άτοπος, ότι θα κατηγορούντο επί παρανόμω συνοικισμώ κ.τ.λ. Η χελώνα επέμενε.
Τότε ο λαγός είδεν ότι πάσα αντίστασις ήτο όχι μόνον μάταιος κόπος, αλλά και επικίνδυνος, διότι εκινδύνευε να τους ακούση ο αετός, αναστέναξε και είπε:
- Για το χατήρι του αετού πέρνα και συ την ώρα σου, μωρή χελώνα.
Διά πολλούς κτηνοτροφικούς ορεινούς πληθυ­σμούς ο αετός είναι βάσανον, όσον και ο λύκος. Επέρχονται κατά τα κοπάδια και ρημάζουν τα πρόβατα. Τα μεν μικρά τα σηκώνουν με τα νύχια τους, διά τα μεγάλα δε πρόβατα, όπως και τα δαμάλια, άλογα και τραγιά έχουν την εξής μέθοδον: Κάθονται εις τον σβέρκον του θύματος, βυθίζουν τα νύχια τους εις τον λαιμόν του, φέρουν τα φτερά τους ως χάμουρα εις τα μάτια του, τα κλείνουν ώστε να μη βλέπουν καθόλου και έπειτα αρχίζουν να κτυπούν το μέτωπόν του με το ράμφος των. Εκείνο παραλογίζει από τους πόνους και ορμά να φύγη. Αλλ’ όπως είναι θεόστραβον, γλυστρά εις κανένα γκρεμόν και γίνεται κομμάτια.
Τότε ο αετός κάθεται και κολατσίζει την λείαν του. Λέγω κολατσίζει, διότι είναι αχόρταγον ζώον.
Προ ολίγων ετών εγκατεστάθησαν εις ένα γκρεμόν του χωριού μας ζεύγη αετών και μας εσήκωναν κάθε μέρα δεκαπέντε είκοσι αρνιά. Οι χωριανοί συνήλθαν και τους επεκήρυξαν προς πέντε πρόβατα τον έναν.. Όποιος, δηλαδή, σκοτώσει έναν αετόν να παίρνη ως αμοιβήν πέντε πρόβατα. Πέντε εξ νέοι ανέλαβον το έργον του Ηρακλέους. Έκαμαν εταιρείαν και αφού επήγαν επάνω από το γκρεμόν, εκρέμασαν ένα διά κλήρου με δαυλιά στα χέρια να βάλη φωτιά στις φωλιές των. Την πρώτην ημέραν η από­πειρα απέτυχεν. Οι αετοί έτυχε να γυρίζουν εκείνην την ώραν και επέπεσαν ως θηρία επάνω εις τον πυρπολητήν, τον οποίον ετρόμαξαν να σώσουν οι σύντρο­φοι του.
Την άλλην εβδομάδα ο κρεμασθείς κατώρθωσε να ρίψη φωτιά μέσα εις τις φωλιές που ήσαν γεμάτες μικρά πουλιά. Οι αετοί έφθασαν αφού πλέον ήρχισαν να καίωνται αι φωλιές των.
Οι παρευρεθέντες περιγράφουν ένα σπαρακτικόν θέαμα. Ετουφέκιζαν απ’ επάνω τους αετούς, αλλ’ εκείνοι ωρμούσαν εις την φωτιάν διά να σώσουν τα μικρά των, και άλλοι εκαίοντο μαζί τους, άλλοι εκαψαλί­ζοντο και έπεφταν δίχως πτερά κάτω στους βράχους. Όσοι εγλύτωσαν έφυγαν και δεν εξαναγύρισαν στα μέρη μας. Από τότε είμεθα πλέον ήσυχοι. Όσο για φλογέρες - το φτερό του αετού γίνεται η γλυκυτέρα φλογέρα - έχομεν υλικά από την εποχήν εκείνην. Πέρυσι μόνον μας επεσκέφθησαν δύο τρεις, εσήκωσαν κάμποσα αρνιά, και το τελευταίο θύμα των ήτο ένα σκυλί του κυνηγιού. Το ήρπασαν ενώ εκυνηγούσεν ένα λαγόν. Να το εξέλαβον για λαγό, ή να το ετιμώρησαν διότι επενέβαινεν εις τα καθήκοντά των;
Επειδή πιθανόν να υπάρξουν και ζωόφιλοι κυρίαι, αι οποίαι ίσως συγκινηθούν από το άγριον χάλασμα των φωλεών, σημειώνομεν και την γνώμην την οποίαν έχουν οι αετοί περί γυναικών. Τρεις σταυραετοί καθόντανε, λέγει ένα τραγούδι, και έκλαιγαν «τα ντέρτια τους και τα παράπονά τους». Ο ένας έκλαιγε πως μέθυσε, ο δεύτερος πως εχήρευσε. Τότε ο τρίτος εγύρισε και τους είπεν:
Τι κλαις εσύ που μέθυσες,
ταχειά θα ξεμεθύσης.
Τι κλαις εσύ που χήρεψες,
άλλη γυναίκα παίρνεις.
Τουτέστι η γυναίκα του έλειπεν ή αρνί το ίδιο πράγμα είναι.


Δεν υπάρχουν σχόλια: