16/9/09

Δύο μεγάλες συναυλίες αφιέρωμα στον Καζαντζίδη: Έξι κορυφαίοι τραγουδούν για το Στέλιο.

Οκτώ χρόνια συμπληρώνονται φέτος τον Σεπτέμβριο από τότε που ο Στέλιος Καζαντζίδης έφυγε από κοντά μας.
Για να τιμήσουν τη μνήμη του μεγαλύτερου λαϊκού βάρδου θα συναντηθούν επί σκηνής έξι κορυφαίοι έλληνες ερμηνευτές: η Μαρινέλλα, η Χάρις Αλεξίου, ο Γιώργος Νταλάρας, ο Δημήτρης Μητροπάνος, η Γλυκερία και ο Πασχάλης Τερζής.

Το ραντεβού δίνεται σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη και πιο συγκεκριμένα…
Η πρώτη συναυλία στις 18 Σεπτεμβρίου θα δοθεί στην Αθήνα και στο Καλλιμάρμαρο Στάδιο, ενώ θα ακολουθήσει αυτή της Θεσσαλονίκης στις 23 Σεπτεμβρίου στο Καυτατζόγλειο Στάδιο. Αυτή η μοναδική μουσική παράσταση, που φέρει τη σκηνοθετική υπογραφή του Σταμάτη Φασουλή, ξεκίνησε μετά από πρωτοβουλία της κας Μαρινέλλας (συντρόφου του Στέλιου στη ζωή και το τραγούδι). Χάρη στην προθυμία και τον ενθουσιασμό των: Χάρις Αλεξίου, Γλυκερία, Δημήτρη Μητροπάνου, Γιώργου Νταλάρα και Πασχάλη Τερζή, το αφιέρωμα στον μεγάλο αυτόν καλλιτέχνη είναι γεγονός.
Τα έσοδα από τις δύο αυτές μεγάλες συναυλίες θα διατεθούν για τους σκοπούς του φιλανθρωπικού σωματείου «Η ΑΡΩΓΗ», που με το έργο του βοηθά οικογένειες που έχουν ανάγκη να ορθοποδήσουν και να βελτιώσουν το επίπεδο διαβίωσής τους. Άμεσος στόχος του σωματείου είναι η ανέγερση ενός ξενώνα για τα ορφανά και απροστάτευτα παιδιά με ειδικές ανάγκες.
Είναι περιττό να πούμε ότι ο Στέλιος Καζαντζίδης αποτελεί σημείο αναφοράς για το ήθος, την συνέπεια και το πάθος, έχοντας σημαδέψει με την φωνή και τα τραγούδια του γενιές και γενιές αυτού του τόπου. Άνθρωπος του λαού στην ζωή και την τέχνη έγινε αντικείμενο λατρείας απʼ όλον τον ελληνισμό. Όπως έλεγε ο ίδιος “Υπάρχω σαν καλλιτέχνης και σαν άνθρωπος απʼ τον καιρό που εσείς, οι γνωστοί και άγνωστοι φίλοι μου, με αγαπήσατε και με κάνατε δικό σας. Υπάρχω, εφόσον εξακολουθείτε να πιστεύετε ότι εκφράζω τους καημούς, τα προβλήματα σας, την πίκρα της ξενιτιάς, το μόχθο του εργάτη, την εγκατάλειψη, τη μοίρα του ανθρώπου της συνοικίας. Και θα υπάρχω όσο υπάρχουν ταπεινοί, αγνοί και τίμιοι άνθρωποι του λαού. Γιατί μόνο στην καρδιά του λαού ζω. Εκεί είναι το σπίτι μου, εκεί γεννήθηκα, εκεί θα πάψω κάποτε να υπάρχω! Σας ευχαριστώ”.
Τραγούδησε καημούς, πίκρες κι αδικίες.
Στο πελώριο «α» της ερμηνείας του, στο μοναδικό ηχόχρωμα της φωνής του με τις τεράστιες εκφραστικές δυνατότητες, συμπυκνωνόταν η αγωνία των μεροκαματιάρηδων για επιβίωση, το κοινό παράπονο ενάντια στην κοινωνική αδικία, η πίκρα της ξενιτιάς...Τραγούδησε για τα παλικάρια με τα «Μουτζουρωμένα χέρια», που μοχθούσαν καθημερινά για το μεροκάματο στις «Φάμπρικες», γι' αυτούς που αναγκάζονταν να «γευτούν» το «ψωμί της ξενιτιάς», «Στον Καναδά, στη Βραζιλία», ή στου «Βελγίου τις στοές»... Τα τραγούδια του έγιναν κομμάτι ενός λαού που πάσχιζε, δούλευε, ερωτευόταν, αγωνιούσε, ονειρευόταν στις φτωχογειτονιές, την ίδια ώρα που μαστιζόταν από τις μετεμφυλιακές διώξεις, τη φτώχεια, τις σκληρές οικονομικοκοινωνικές συνθήκες, τη μετανάστευση...Γέννημα - θρέμμα και ο ίδιος μιας τέτοιας φτωχογειτονιάς, της προσφυγούπολης Νέας Ιωνίας, ο Στέλιος Καζαντζίδης (γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1931), από νωρίς ξεκίνησε το δύσκολο αγώνα της επιβίωσης, βιώνοντας στο πετσί του όλα αυτά, που αργότερα τραγούδησε. Ορφανός από πατέρα, στην αρχή της εφηβείας του, αναγκάζεται να κάνει όλες τις δουλειές του ποδαριού, προκειμένου να ζήσει τη μητέρα του και το νεογέννητο αδελφό του: Αχθοφόρος και μικροπωλητής στις αγορές και λίγο αργότερα, κάτω από αντίξοες συνθήκες σε οικοδομές και εργοστάσια της Ν. Ιωνίας...
Θρυλική διαδρομή.
Οκτώ χρόνια κλείνουν από το θάνατο (14/9/2001) του μεγάλου λαϊκού βάρδου, με τις δύο χιλιάδες δίσκους και τα τεσσεράμισι χιλιάδες τραγούδια. Ο μόχθος του εργάτη, ο καημός και ο θυμός του μετανάστη, η αγωνία και οι πόθοι των απλών ανθρώπων της δουλειάς μπόλιασαν εκατοντάδες τραγούδια που μέσα από την ερμηνεία του Καζαντζίδη έμειναν αθάνατα και συνεχίζουν να μας συντροφεύουν. «Δυο πόρτες έχει η ζωή», «Η κοινωνία με κατακρίνει», «Απόκληρος της κοινωνίας», «Φεύγω με πίκρα στα ξένα», «Στις φάμπρικες της Γερμανίας», «Το ψωμί της ξενιτιάς», είναι κάποια απ' αυτά... Στην 50χρονη πορεία του, ερμήνευσε τραγούδια όλων των μεγάλων δημιουργών: Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Χιώτη, Μητσάκη, Καλδάρα, Παπαγιαννοπούλου, Δερβενιώτη, Βίρβου, Κολοκοτρώνη, Καραπατάκη, Μπακάλη κ.ά., ενώ έγραψε και δικά του τραγούδια. Κι αν σε πολλά απ' αυτά δεν υπήρχαν ή δεν ήταν εμφανείς οι πολιτικές ανησυχίες, τα περισσότερα είχαν άμεσους προβληματισμούς και μιλούσαν εύκολα στις καρδιές. Σταθμοί στην πορεία του Στέλιου Καζαντζίδη υπήρξαν οι συνεργασίες του με τους «έντεχνους» δημιουργούς Μίκη Θεοδωράκη, Χρήστο Λεοντή, Μάνο Χατζιδάκι, Μάνο Λοΐζο, Σταύρο Ξαρχάκο - πολλές μαζί με τη Μαρινέλλα. Μοναδικές είναι οι ερμηνείες του στην «Καταχνιά», το πρώτο ολοκληρωμένο έργο τού - πολύ νέου τότε - συνθέτη Χρήστου Λεοντή, βασισμένο στους στίχους του Κώστα Βίρβου, που είχε ως θέμα του το τρίπτυχο «Κατοχή - Αντίσταση - Απελευθέρωση». Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1964 με ερμηνευτές τον Στέλιο Καζαντζίδη και τη Μαρινέλλα, καθώς και τη χορωδία Κορίνθου. Ανάμεσα στα τραγούδια το συγκλονιστικό «Δεν θέλω να μου δέσετε τα μάτια/ τον ήλιο π' ανατέλλει να χαρώ/ κι αν κάνετε τα στήθια μου κομμάτια/ εσείς πεθαίνετε κι όχι εγώ...».
Ανάλογες είναι και οι ερμηνείες του στην «Πολιτεία» του Μ. Θεοδωράκη, με αθάνατα τραγούδια όπως «Βράχο-βράχο», «Καημός», «Παράπονο», «Μετανάστης», «Σαββατόβραδο», «Εχω μια αγάπη», καθώς και στις συνθέσεις του Μ. Χατζιδάκι «Αθήνα», «Κυρ - Αντώνης», «Κουρασμένο παλικάρι», «Το πέλαγο είναι βαθύ».
Η αρχή της μεγάλης πορείας του Στ. Καζαντζίδη στο τραγούδι ξεκίνησε το 1950. Πρωτοτραγουδά επαγγελματικά στις ταβέρνες του «Μπόκαρη», στην Κηφισιά και στο «Βουτσά», στην Καλογρέζα, όμως ο πρώτος του δίσκος με το τραγούδι του Απ. Καλδάρα «Για μπάνιο πάω κι αν θέλεις έλα» δεν είχε επιτυχία. Αυτή έρχεται με το δεύτερο δίσκο του, τις «Βαλίτσες» του Γιάννη Παπαϊωάννου, ο οποίος τον στηρίζει και στη συνέχεια. Εμφανίζεται σε διάφορα λαϊκά κέντρα της εποχής, γνωρίζεται με την Καίτη Γκρέυ, με την οποία ερμήνευσαν και το «Απόψε φίλα με» του Μανώλη Χιώτη (1956), ενώ από τα τέλη του ίδιου χρόνου συνεργάζεται με τη Μαρινέλλα. Μαζί καθιερώνουν ένα νέο στιλ στο πάλκο και τη δισκογραφία και στα χρόνια που ακολουθούν μέχρι το 1965 βρίσκονται στο προσκήνιο του τραγουδιού. Οι επιτυχίες εκατοντάδες, οι προτάσεις έρχονταν από παντού. Τραγουδούν μαζί σε δίσκους, κέντρα, θέατρα, στην Ελλάδα και το εξωτερικό: Από την «Τριάνα» στο «Κάρνεγκι Χολ» της Ν. Υόρκης και από τον «Κουλουριώτη» στην Οπερα της Φραγκφούρτης. Στη δισκογραφία η επιτυχία του, πολύ μεγάλη. Μέσα σε μια χρονιά, το 1959, το δισκάκι 45 στροφών με τη «Μαντουμπάλα» στη μια πλευρά και το «Δυο πόρτες έχει η ζωή», στην άλλη, πούλησε 96 χιλιάδες αντίτυπα, σπάζοντας το ρεκόρ των 45.000 που είχε ως τότε το «Γαρίφαλο στ' αυτί» των Χατζιδάκι - Σακελλάριου. Οι πωλήσεις, μάλιστα, παρέμειναν σε υψηλό επίπεδο για ακόμα 7 - 8 χρόνια. Απόλυτος κυρίαρχος στο λαϊκό τραγούδι μέχρι το '65, ο Στ. Καζαντζίδης ερμηνεύει κοινωνικά τραγούδια, τα περισσότερα από τα οποία αναφέρονταν στη μάστιγα της μετανάστευσης. Παράλληλα, συμμετέχοντας στο «τοπίο» του εξωτισμού, σε μια εποχή που κυριαρχούσαν οι ινδικές ταινίες, και ακολουθώντας το παράδειγμα του Μανώλη Αγγελόπουλου, τραγουδά για εξωτικές γυναίκες με παράξενα ονόματα: Μαντουμπάλα, Ζιγκουάλα, Μανώλια...Το 1962, για τις ανάγκες της παράστασης «Ομορφη πόλη» του Μ. Θεοδωράκη, σε κείμενα Μποστ, στο Θέατρο «Παρκ» της λεωφόρου Αλεξάνδρας, σμίγουν για πρώτη και τελευταία φορά στο ίδιο μικρόφωνο οι φωνές του Στ. Καζαντζίδη και του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Το 1974 ηχογράφησε το έργο του Μίκη Θεοδωράκη «Στην Ανατολή», ένας δίσκος σημαντικός, που όμως θάφτηκε κυριολεκτικά από το μάρκετινγκ.
«Με βασάνιζαν οι εταιρείες...»
Πολλά έχουν γραφτεί για τον μεθοδευμένο και εξουθενωτικό πόλεμο που έκαναν εναντίον του λαϊκού τραγουδιστή οι δισκογραφικές εταιρείες, με αποτέλεσμα να μείνει έξω από τα στούντιο για πολλά χρόνια, στην πιο ώριμη περίοδο της καριέρας του. Από τη δεκαετία του '60 ακόμη, ο Στ. Καζαντζίδης συγκρούστηκε με το κατεστημένο των δισκογραφικών εταιρειών και τη νύχτα. Ουσιαστική αφορμή της αποχώρησής του από το πάλκο, υπήρξε η αλλαγή των συνθηκών στα νυχτερινά κέντρα, που ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τον νεοπλουτισμό. Από το 1965 που αποχώρησε από το «Φαληρικόν», η επαφή του με τον κόσμο γίνεται μόνο μέσα από μικρούς δίσκους 45 στροφών που κυκλοφορούν τακτικά, με μεγάλη επιτυχία. Προσπαθώντας να φύγει από την «Odeon - Parlophone - Megaphone» του Μάτσα (κατοπινή «Μίνως»), στην οποία πήγε αφήνοντας την «Κολούμπια», δημιούργησε τη δική του εταιρεία, την «Standard», που έκλεισε μετά από μικρό διάστημα λειτουργίας, ενώ ηχογράφησε και λίγα τραγούδια στη μικρή τότε «Philips». Αναγκάζεται να γυρίσει στη «Μίνως» κι όλες του οι ηχογραφήσεις στη δεκαετία του '70 γίνονται εκεί. Το 1976 κι ενώ έχει γνωρίσει μεγάλη επιτυχία με το δίσκο «Υπάρχω», η φωνή του Καζαντζίδη μπαίνει σε καραντίνα εντεκάμισι χρόνων, με δικαστικές αποφάσεις. «Χρόνια ολόκληρα με βασάνιζαν οι εταιρίες. Μου τσάκισαν την ψυχολογία», έλεγε αργότερα. Το δεσμευτικό συμβόλαιό του λύθηκε μόλις το 1987, με νόμο που εισηγήθηκε ο Αντώνης Τρίτσης. Από τότε επέστρεψε στη δισκογραφία, ερμηνεύοντας τραγούδια σε ποντιακή γλώσσα, αλλά και κομμάτια όπως «Στην Ελλάς του 2000» του Αντώνη Βαρδή, με τους Χ. και Π. Κατσιμίχα. Τελευταίο τραγούδι που ερμηνεύει λίγους μήνες πριν εισαχθεί στο νοσοκομείο είναι το "Έρχονται χρόνια δύσκολα" και τον δίσκο αυτό, που ήταν και το κύκνειο άσμα του καλλιτέχνη, τον προλογίζει ο ίδιος απευθύνοντας χαιρετισμό στους θαυμαστές του.
Ζωντανός ο μύθος του.
Σήμερα, οκτώ χρόνια μετά το χαμό του, η λατρεία των θαυμαστών του παραμένει ζωντανή. Δεν έφυγε και δεν θα φύγει όμως ποτέ από τις καρδιές των απανταχού Ελλήνων.
Και αυτό επιβεβαιώνεται απ’ τους δεκάδες συλλόγους που φτιάχνονται προς τιμήν του σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό, κατορθώνοντας κάτι μοναδικό για Έλληνα καλλιτέχνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: