Η πατρίδα των μεγάλων ιδεών και των μικρών ευθυνών.
Υπάρχουν ονόματα που η Ιστορία τα γράφει με χρυσά γράμματα κι άλλα που τα αφήνει να σκονίζονται στις στήλες παλιών εφημερίδων. Όχι κατ’ ανάγκην επειδή οι άνθρωποι που τα έφεραν ήταν λιγότερο γενναίοι, αλλά επειδή η Ιστορία δεν είναι πάντοτε η μνήμη των λαών. Είναι συχνά η επιλεκτική μνήμη εκείνων που είχαν την εξουσία να την υπαγορεύουν.
Ο Γιάννης ο Δήμαρχος, ο οπλαρχηγός που εμφανίζεται στις κιτρινισμένες σελίδες του «Έμπρος» για τα γεγονότα του 1897, έρχεται από μια τέτοια ξεχασμένη Ελλάδα. Ένας «τρομερώτατος οπλαρχηγός», σύμφωνα με τον δημοσιογράφο της εποχής. Ένα όνομα που επιβιώνει, ενώ η βιογραφία του χάνεται. Ένας άνθρωπος που πέρασε από το προσκήνιο μιας εθνικής περιπέτειας και βρέθηκε στη συνέχεια στο περιθώριο της επίσημης μνήμης.
Ποιος ήταν; Πού τελειώνει η ιστορική του διαδρομή και πού αρχίζει ο θρύλος; Δεν διαθέτουμε αρκετά τεκμήρια για να απαντήσουμε με βεβαιότητα. Διαθέτουμε, όμως, το ιστορικό σκηνικό μέσα στο οποίο εμφανίζεται. Και αυτό το σκηνικό είναι πολύ πιο αποκαλυπτικό από οποιονδήποτε ηρωικό χαρακτηρισμό.
Το 1897 η Ελλάδα αποφάσισε να αναμετρηθεί με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, έχοντας προηγουμένως αναμετρηθεί με τη λογική της. Η Μεγάλη Ιδέα, αυτό το εύπλαστο εθνικό όνειρο που μπορούσε να χωρέσει από την απελευθέρωση υπόδουλων πληθυσμών μέχρι τις πιο ασυλλόγιστες πολιτικές φιλοδοξίες, είχε γίνει το αγαπημένο καταφύγιο μιας κοινωνίας που ήθελε να αισθάνεται μεγάλη πριν αποκτήσει τα μέσα για να γίνει.
Η Εθνική Εταιρεία καλλιέργησε τον εθνικό πυρετό, οργάνωσε άτακτα ένοπλα σώματα και συνέβαλε στην πίεση για πολεμική αναμέτρηση. Χιλιάδες εθελοντές πέρασαν τα σύνορα, πιστεύοντας ότι τα όπλα τους θα ξεσήκωναν τη Μακεδονία και θα άνοιγαν τον δρόμο για την εθνική ολοκλήρωση. Ανάμεσα στους ανθρώπους αυτής της περιπέτειας τοποθετείται και ο Γιάννης Δήμαρχος.
Η εποχή είχε ανάγκη από ήρωες. Κυρίως επειδή δεν είχε αρκετούς ανθρώπους πρόθυμους να της πουν την αλήθεια.
Και η αλήθεια ήταν ενοχλητική: τα σύνορα δεν κατακτώνται με την ένταση των πατριωτικών αισθημάτων, ούτε οι στρατοί νικιούνται με την ευγλωττία των πολιτικών. Η γενναιότητα του ανθρώπου που κρατάει το όπλο δεν αναπληρώνει την ανικανότητα εκείνου που τον στέλνει να πολεμήσει. Ο ενθουσιασμός δεν υποκαθιστά τον σχεδιασμό και η εθνική υπερηφάνεια δεν αποτελεί στρατιωτικό εφόδιο.
Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για όσους έχουν ανακαλύψει ότι ο πατριωτισμός αποτελεί εξαιρετικό μέσο πολιτικής σταδιοδρομίας. Όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά, η νίκη ανήκει στην ηγεσία. Όταν πηγαίνουν άσχημα, φταίει η κακή τύχη, η ανεπάρκεια των άλλων, οι διεθνείς συνθήκες ή, αν χρειαστεί, ο ίδιος ο λαός που δεν στάθηκε στο ύψος των προσδοκιών των ηγετών του.
Το 1897, όμως, δεν υπήρχε τρόπος να κρυφτεί η πραγματικότητα πίσω από τις σημαίες.
Η ήττα υπήρξε συντριπτική. Ο οθωμανικός στρατός προέλασε στη Θεσσαλία, η ελληνική στρατιωτική οργάνωση αποδείχθηκε ανεπαρκής και η χώρα οδηγήθηκε σε μια ταπεινωτική ειρήνη, με οικονομικές συνέπειες που επιβάρυναν για χρόνια την ήδη εύθραυστη οικονομία της. Η Μεγάλη Ιδέα δεν εξαφανίστηκε. Απλώς απέκτησε ένα ακόμη κεφάλαιο που προτιμούσε να διηγείται διαφορετικά.
Κι εδώ βρίσκεται η ουσία του ονείδους.
Δεν είναι ντροπή να ηττηθεί ένας λαός. Ντροπή είναι να τον οδηγούν στον πόλεμο άνθρωποι που μετατρέπουν την εθνική επιθυμία σε πολιτικό κεφάλαιο και ύστερα αφήνουν τους άλλους να πληρώσουν το τίμημα. Ντροπή είναι να χρησιμοποιείται ο ηρωισμός των απλών ανθρώπων ως άλλοθι για την ανευθυνότητα των ισχυρών. Να ζητείται από τον φτωχό να θυσιάσει τη ζωή του για την πατρίδα, ενώ εκείνος που διαχειρίζεται την πατρίδα δεν διακινδυνεύει παρά τη δημόσια εικόνα του.
Ο Γιάννης ο Δήμαρχος δεν μπορεί να καταδικαστεί ούτε να στεφανωθεί εκ των υστέρων με βεβαιότητες που δεν διαθέτουμε. Μπορεί, όμως, να γίνει αφορμή για μια διαφορετική ανάγνωση της εποχής του. Όχι την ανάγνωση των επετείων, όπου οι νεκροί στέκονται προσοχή και οι ζωντανοί εκφωνούν λόγους, αλλά εκείνη που αναζητά ποιος αποφάσισε, ποιος παρασύρθηκε, ποιος πολέμησε και ποιος τελικά λογοδότησε.
Γιατί η εθνική μυθολογία έχει μια παράξενη λογιστική: καταγράφει με ακρίβεια τις θυσίες των ανωνύμων και με αξιοθαύμαστη επιείκεια τα λάθη των επωνύμων.
Ίσως, λοιπόν, ο Γιάννης ο Δήμαρχος να αξίζει να ξαναβγεί από τη λήθη όχι για να προστεθεί σε έναν ακόμη κατάλογο ηρώων, αλλά για να θυμίσει ότι πίσω από κάθε εθνικό μεγαλείο που διακηρύσσεται χωρίς μέτρο παραμονεύει ένας λογαριασμός που κάποιος άλλος θα κληθεί να πληρώσει.
Το 1897 η Ελλάδα έχασε έναν πόλεμο. Το χειρότερο ήταν ότι εκείνοι που την έσπρωξαν προς αυτόν είχαν προηγουμένως πείσει τον λαό πως η ήττα ήταν σχεδόν αδύνατη. Γιατί τίποτε δεν είναι πιο επικίνδυνο από έναν πολιτικό που παριστάνει τον προφήτη, όταν πρόκειται να πολεμήσουν τα παιδιά των άλλων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου