Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

31/8/26

Όταν η Δημοκρατία δίνει το Τσεκούρι στον Δήμιο της: το μοιραίο μάθημα της Βαϊμάρης.



Η «νεαρή δημοκρατία» που αυτοκτόνησε: πώς το "Άρθρο 48" γκρέμισε τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Στις 28 Απριλίου 1930, το κορυφαίο γερμανικό σατιρικό περιοδικό Simplicissimus κυκλοφόρησε με ένα εξώφυλλο που έμελλε να αποδειχθεί ανατριχιαστικά προφητικό. Στο σκίτσο του Karl Arnold, η γερμανική δημοκρατία απεικονίζεται σαν ένα νεαρό, λυγερόκορμο δέντρο-κορίτσι. Ο τίτλος; «Ο νεαρός κοινοβουλευτισμός» (Der junge Parlamentarismus). Στα κλαδιά του, δεκάδες πουλιά -που συμβολίζουν τα πολιτικά κόμματα της εποχής- τσακώνονται ασταμάτητα, βαραίνοντας το δέντρο. Δίπλα του, ένας τρομακτικός, απρόσωπος δήμιος κρατά ένα τεράστιο πριόνι. Στη ζώνη του αναγράφεται ένας μοιραίος αριθμός: "48".

Η λεζάντα στο κάτω μέρος προειδοποιούσε: «Μόλις που άνθισε -και ήδη πλησιάζει το καταστροφικό Άρθρο 48!». Λίγοι μπορούσαν να φανταστούν τότε ότι αυτό το πριόνι θα έκοβε σύρριζα τις ρίζες της πρώτης γερμανικής δημοκρατίας, ανοίγοντας την κερκόπορτα για τον ολοκληρωτισμό.

➡️Το Συνταγματικό Παράδοξο: ένας «νόμιμος Δικτάτορας».

Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, που γεννήθηκε μέσα από τις στάχτες του Α' Παγκοσμίου Πολέμου το 1919, διέθετε ένα από τα πιο προοδευτικά αλλά και πιο εύθραυστα συντάγματα της εποχής. Το μεγάλο της ελάττωμα κρυβόταν στο Άρθρο 48.

Η διάταξη αυτή σχεδιάστηκε αρχικά ως δικλείδα ασφαλείας. Σε περιπτώσεις σοβαρής απειλής για τη δημόσια ασφάλεια, έδινε στον Πρόεδρο του Ράιχ το δικαίωμα να λαμβάνει έκτακτα μέτρα και να κυβερνά με προεδρικά διατάγματα, παρακάμπτοντας το κοινοβούλιο. Στην πράξη, όμως, το Άρθρο 48 μετέτρεπε τον εκάστοτε Πρόεδρο σε έναν εν δυνάμει "νόμιμο" δικτάτορα.

➡️1930: Η Αρχή του Τέλους και η παράκαμψη της Βουλής.

Τον Μάρτιο του 1930, ακριβώς έναν μήνα πριν από την κυκλοφορία του επίμαχου εξωφύλλου, η τελευταία πλειοψηφική δημοκρατική κυβέρνηση της Γερμανίας κατέρρευσε υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης του 1929. Ο γηραιός Πρόεδρος, Πολ φον Χίντενμπουργκ διόρισε καγκελάριο τον Χάινριχ Μπρούνινγκ, ο οποίος δεν διέθετε τη στήριξη της πλειοψηφίας των βουλευτών.

Αντί να αναζητήσει πολιτική συναίνεση, ο Μπρούνινγκ επέλεξε τον εύκολο δρόμο: άρχισε να περνά κρίσιμους νόμους και προϋπολογισμούς χρησιμοποιώντας το Άρθρο 48. Όταν το κοινοβούλιο (Ράιχσταγκ) προσπάθησε να αντισταθεί, ο Χίντενμπουργκ απλά το διέλυσε. Ο «νεαρός κοινοβουλευτισμός» είχε ήδη μπει στον αναπνευστήρα. Η χώρα δεν διοικούνταν πλέον από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους του λαού, αλλά από μια κλειστή ομάδα αυταρχικών συμβούλων γύρω από τον Πρόεδρο.

➡️ Ο Εθισμός στον Αυταρχισμό.

Μεταξύ του 1930 και του 1932, η χρήση των προεδρικών διαταγμάτων μετατράπηκε από «λύση έκτακτης ανάγκης» σε καθημερινή πολιτική πρακτική. Η δημοκρατία απογυμνώθηκε από τη νομιμοποίησή της στα μάτια των πολιτών. Οι Γερμανοί, εξουθενωμένοι από την ανεργία και τη φτώχεια, συνήθισαν στην ιδέα ότι το κοινοβούλιο είναι ανίσχυρο και ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται με το έτσι θέλω από την εκτελεστική εξουσία. Το έδαφος είχε προετοιμαστεί ιδανικά για κάποιον που θα υποσχόταν "απόλυτη τάξη".

➡️ 1933: Το Τελειωτικό Χτύπημα.

Όταν ο Αδόλφος Χίτλερ διορίστηκε Καγκελάριος τον Ιανουάριο του 1933, δεν χρειάστηκε να καταλύσει βίαια το Σύνταγμα της Βαϊμάρης. Το βρήκε ήδη ημιθανές και χρησιμοποίησε τα δικά του όπλα.

Τον Φεβρουάριο του 1933, με αφορμή τον προβοκατόρικο εμπρησμό του Ράιχσταγκ, ο Χίτλερ έπεισε τον Χίντενμπουργκ να υπογράψει το περιβόητο «Διάταγμα για την προστασία του Λαού και του Κράτους». Φυσικά, το διάταγμα εκδόθηκε βάσει του Άρθρου 48. Με μια μονοκονδυλιά, καταργήθηκαν μόνιμα οι θεμελιώδεις ελευθερίες του τύπου, της συγκέντρωσης και της έκφρασης. Οι πολιτικοί αντίπαλοι συνελήφθησαν και η ναζιστική δικτατορία εγκαθιδρύθηκε με απόλυτα «νόμιμο» τρόπο.

➡️ Το Ιστορικό Δίδαγμα.

Η τραγωδία της Βαϊμάρης παραμένει ένα από τα πιο διδακτικά μαθήματα της παγκόσμιας ιστορίας. Αποδεικνύει ότι μια δημοκρατία σπάνια γκρεμίζεται σε μία μόνο νύχτα. Συνήθως, πεθαίνει σταδιακά, όταν οι ίδιοι οι θεσμοί της δημιουργούν «παράθυρα» αυταρχισμού και όταν η πολιτική ηγεσία επιλέγει να παρακάμψει το κοινοβούλιο στο όνομα της αποτελεσματικότητας. Το σκίτσο του Simplicissimus το 1930 είχε δίκιο: αν δεν προστατεύσεις το δέντρο της δημοκρατίας από εκείνους που κρατούν το πριόνι της εξουσίας, η καταστροφή είναι απλά θέμα χρόνου.

26/8/26

Ο Χορός του Ζαλόγγου: Μια σύγχρονη πολιτική αλληγορία.

 

Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική θυμίζει περισσότερο τον Χορό του Ζαλόγγου παρά μια σοβαρή συζήτηση για το μέλλον μιας χώρας. Όχι επειδή οι πολιτικοί οδηγούνται στον γκρεμό - αυτό θα ήταν υπερβολικά αισιόδοξο. Επειδή, συνήθως, φροντίζουν να οδηγούν τους άλλους.

Ο «χορός» έχει αλλάξει μορφή. Δεν γίνεται πλέον στην άκρη ενός βράχου. Γίνεται μπροστά στις κάμερες, στα κοινοβουλευτικά έδρανα, στα τηλεοπτικά πάνελ και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν ακούγονται νταούλια και δημοτικά τραγούδια. Ακούγονται συνθήματα, χειροκροτήματα, κομματικές αντιπαραθέσεις και, κυρίως, υποσχέσεις.

Και όλοι χορεύουν.

Η σύγχρονη πολιτική έχει αναπτύξει μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να παρουσιάζει την υποχώρηση ως νίκη. Κάνουμε ένα βήμα πίσω και το ονομάζουμε «στρατηγική». Κάνουμε δύο βήματα πίσω και το ονομάζουμε «ρεαλισμό». Φτάνουμε στην άκρη του γκρεμού και κάποιος ανακοινώνει ότι πρόκειται για «ιστορική ευκαιρία».

Το κοινό χειροκροτεί,...και χορεύει.

Άλλωστε, ο πολιτικός χορός απαιτεί συγχρονισμό. Ο ένας λέει «όλα πάνε καλά», ο άλλος απαντά «θα πάνε ακόμη καλύτερα», ο τρίτος εξηγεί ότι ποτέ δεν πήγαν καλύτερα και ο τέταρτος καταγγέλλει τους τρεις πρώτους επειδή δεν κατάλαβαν ότι η κατάσταση είναι εξαιρετική.

Και κάπου εκεί χορεύει ο πολίτης.

Ο πολίτης είναι το πιο απαραίτητο πρόσωπο σε αυτό το χορευτικό. Είναι εκείνος που πληρώνει τον λογαριασμό, ψηφίζει, περιμένει, διαμαρτύρεται και στο τέλος καλείται να αισθανθεί και υπεύθυνος για όλα όσα αποφασίστηκαν χωρίς αυτόν.

Η πολιτική, άλλωστε, έχει έναν θαυμαστό μηχανισμό μεταφοράς ευθύνης. Όταν κάτι πηγαίνει καλά, είναι αποτέλεσμα της κυβερνητικής πολιτικής. Όταν κάτι πηγαίνει στραβά, φταίνε οι προηγούμενοι, οι επόμενοι, η διεθνής συγκυρία, η αντιπολίτευση, τα μέσα ενημέρωσης, η κοινωνία, ο καιρός και, αν χρειαστεί, ο Ερμής ανάδρομος.

Ποτέ όμως ο πρωτοχορευτής. Ούτε η ορχήστρα.

Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι κάθε παράταξη έχει τον δικό της «Χορό του Ζαλόγγου». Άλλος χορεύει προς τα δεξιά, άλλος προς τα αριστερά, άλλος προς το κέντρο και κάποιος πάντοτε δηλώνει ότι δεν χορεύει καθόλου.

Μέχρι να ανοίξει η μουσική.

Τότε όλοι βρίσκουν ρυθμό.

Η σύγχρονη πολιτική έχει μετατρέψει ακόμη και την τραγωδία σε επικοινωνιακό προϊόν. Μια καταστροφή γίνεται ανακοίνωση, μια κοινωνική αδικία γίνεται σύνθημα, ένα σκάνδαλο γίνεται τηλεοπτικό επεισόδιο και μια ανθρώπινη απώλεια γίνεται αφορμή για φωτογραφίες, δηλώσεις και πολιτική αντιπαράθεση.

Και ύστερα έρχεται η επόμενη είδηση.

Ο χορός συνεχίζεται.

Ίσως λοιπόν το πραγματικό πρόβλημα της εποχής μας δεν είναι ότι οι πολιτικοί μάς οδηγούν στον γκρεμό. Είναι ότι έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ να χορεύουμε μαζί τους, ώστε κάποτε ξεχνάμε να ρωτήσουμε πού βρίσκεται ο γκρεμός.

Κι αυτό είναι το επικίνδυνο σημείο.

Γιατί ο ιστορικός Χορός του Ζαλόγγου συμβολίζει, μέσα στη συλλογική μνήμη, την επιλογή μπροστά στην απόλυτη απελπισία.

Ο σύγχρονος πολιτικός «χορός» κινδυνεύει να σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό: να ξέρουμε ότι πλησιάζουμε στην άκρη και παρ' όλα αυτά να συνεχίζουμε να ακολουθούμε τον ρυθμό.

Μόνο που στην πολιτική υπάρχει μια σημαντική διαφορά.

Στον Ζάλογγο δεν υπήρχε αύριο.

Στη Δημοκρατία υπάρχει.

Αρκεί να μη χορέψουμε όλοι μέχρι την άκρη.

Φούστες, Σκύλοι και Δικτάτορες: Η Ελλάδα του Θεόδωρου Πάγκαλου.




Θεόδωρος Πάγκαλος: Ο «αδίστακτος» αντικομμουνιστής στρατηγός και η ιδιόρρυθμη δικτατορία της μεζούρας.

Η περίοδος του ελληνικού Μεσοπολέμου υπήρξε μία από τις πιο ταραχώδεις και πυκνές σε πολιτικά γεγονότα εποχές της σύγχρονης Ελλάδας. Στο επίκεντρο αυτής της δίκης των παθών και των στρατιωτικών κινημάτων βρέθηκε ο Θεόδωρος Πάγκαλος (1878–1952). Υπήρξε ένας κορυφαίος αλλά και αδίστακτος βενιζελικός αξιωματικός, ο οποίος μετατράπηκε σε απόλυτο δικτάτορα, σφραγίζοντας την περίοδο 1925–1926 με αποφάσεις που κινήθηκαν μεταξύ του ακραίου αυταρχισμού και της ιστορικής γραφικότητας.


Η Δράση Πριν από την Εξουσία: Ο «Αποφασιστικός Άνδρας».

Πριν καταλύσει το πολίτευμα, ο Πάγκαλος είχε ήδη χτίσει τη φήμη ενός ανθρώπου των όπλων που δεν δίσταζε μπροστά σε καμία πρόκληση:

Βαλκανικοί Πόλεμοι & Εθνικός Διχασμός: Αποφοίτησε πρώτος από τη Σχολή Ευελπίδων το 1900. Το 1916 συντάχθηκε αμέσως με το Κίνημα Εθνικής Αμύνης του Ελευθερίου Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, οργανώνοντας τον στρατό ενάντια στο παλάτι.

Μικρασιατική Εκστρατεία: Ως Επιτελάρχης του Στρατού στη Σμύρνη το 1920, πήρε την πρωτοβουλία –παρά τις αντιρρήσεις της ηγεσίας– και οδήγησε τα ελληνικά στρατεύματα στην κατάληψη της Προύσας.

Η «Δίκη των Έξι» (1922): Μετά την Καταστροφή, ορίστηκε Πρόεδρος της Ανακριτικής Επιτροπής. Ήταν ο άνθρωπος που πίεσε ανένδοτα για την εκτέλεση των έξι πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών στο Γουδή, αψηφώντας τις διεθνείς πιέσεις.

Η Στρατιά του Έβρου: Τον Δεκέμβριο του 1922 ανέλαβε μια διαλυμένη δύναμη και μέσα σε λίγους μήνες τη μετέτρεψε σε έναν ετοιμοπόλεμο στρατό 110.000 ανδρών, αναγκάζοντας τον Κεμάλ Ατατούρκ να υποχωρήσει σε αρκετές απαιτήσεις στη Συνθήκη της Λοζάννης.

Με αυτό το "βαρύ" βιογραφικό και εκμεταλλευόμενος την πολιτική αστάθεια της εποχής, στις 25 Ιουνίου 1925 ανέτρεψε την κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου με "αναίμακτο" πραξικόπημα, λαμβάνοντας αρχικά... "ψήφο εμπιστοσύνης" από τη φοβισμένη Βουλή.

Η Εκτροπή, ο Νόμος της Φούστας και οι Απαγχονισμοί.

Στις 3 Ιανουαρίου 1926, ο Πάγκαλος κατήργησε κάθε κοινοβουλευτικό πρόσχημα. Ανακήρυξε τον εαυτό του δικτάτορα, διέλυσε τη Βουλή και φυλάκισε πολιτικούς αντιπάλους, ακόμη και ...τον Γεώργιο Παπανδρέου. Τον Απρίλιο του ίδιου έτους, μετά την αναγκαστική παραίτηση του Παύλου Κουντουριώτη, εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας με το κατασκευασμένο ποσοστό του 93%.

Η δικτατορία του έμεινε στην ιστορία για τρία χαρακτηριστικά ορόσημα:

Ο Νόμος για το Μήκος της Φούστας: Με αστυνομική διάταξη απαγορεύτηκε στις γυναίκες να φοράνε φούστες που απείχαν περισσότερο από 30 εκατοστά από το έδαφος, με τους αστυνομικούς να κυνηγούν τις κοπέλες στους δρόμους με μεζούρες. Για αυτό και η δικτατορία του χαρακτηρίστηκε ως η "Δικτατορία της Μεζούρας".

Δημόσιοι Απαγχονισμοί για Διαφθορά: Θέλοντας να δείξει πυγμή κατά της κατάχρησης χρήματος, οδήγησε σε δημόσιο απαγχονισμό στο Γουδή δύο στρατιωτικούς υπαλλήλους (Μέρτεν και Ζαριφόπουλο) που καταδικάστηκαν από έκτακτο στρατοδικείο.

Το Επεισόδιο του Πετριτσίου (Ο Πόλεμος του Σκύλου): Τον Οκτώβριο του 1925, με αφορμή έναν Έλληνα στρατιώτη που σκοτώθηκε όταν πέρασε τα σύνορα με την Βουλγαρία κυνηγώντας τον ...σκύλο του, ο Πάγκαλος διέταξε εισβολή στη Βουλγαρία. Οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις εισέβαλαν σε βουλγαρικό έδαφος και κατέλαβαν την πόλη Πετρίτσι. Οι συγκρούσεις διήρκεσαν περίπου μία εβδομάδα, με αποτέλεσμα τον θάνατο δεκάδων στρατιωτών και αμάχων. Η Βουλγαρία προσέφυγε στην Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ – τον προκάτοχο του ΟΗΕ), η οποία διέταξε άμεση κατάπαυση του πυρός και αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων. Η Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ) καταδίκασε την Ελλάδα, αναγκάζοντάς την σε ταπεινωτική αποχώρηση και στην καταβολή ενός τεράστιου προστίμου 45.000 λιρών.


Η Οικονομική «Λύση»: Η Διχοτόμηση του Χαρτονομίσματος.

Το πρόστιμο της ΚτΕ και τα άδεια ταμεία οδήγησαν το καθεστώς σε απόγνωση. Τον Ιανουάριο του 1926, ο Πάγκαλος εφάρμοσε για δεύτερη φορά στην ελληνική ιστορία (μετά το 1922) τη "διχοτόμηση" του χαρτονομίσματος.

Οι πολίτες υποχρεώθηκαν να κόψουν τα λεφτά τους στα δύο. Το αριστερό κομμάτι κρατούσε το 75% της αξίας του και κυκλοφορούσε στην αγορά, ενώ το δεξί κομμάτι (το 25%) παραδιδόταν στο κράτος ως αναγκαστικό εσωτερικό δάνειο με αντάλλαγμα έντοκες ομολογίες. Το μέτρο απέτρεψε τον πληθωρισμό, αλλά εξόργισε τον εμπορικό κόσμο και στέρησε από τον Πάγκαλο κάθε λαϊκό έρεισμα.

Η Κινηματογραφική Ανατροπή στα Κύθηρα.

Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε από έναν πρώην σύμμαχό του, τον στρατηγό Γεώργιο Κονδύλη, γνωστό ως «Κεραυνό». Το Σαββατοκύριακο της 21ης προς 22α Αυγούστου 1926, ο Πάγκαλος βρισκόταν ανύποπτος για διακοπές στις Σπέτσες. Το πρωί της Κυριακής, ένα κυβερνητικό υδροπλάνο πέταξε πάνω από το νησί ρίχνοντας προκηρύξεις: ο Κονδύλης είχε ήδη καταλάβει την εξουσία στην Αθήνα.

Ο Πάγκαλος επιβιβάστηκε εσπευσμένα στο τορπιλοβόλο «Πέργαμος» με κυβερνήτη τον Βασίλειο Λάσκο (τον μετέπειτα ήρωα του υποβρυχίου «Κατσώνης») για να διαφύγει στο εξωτερικό. Όμως, το πλοίο σάλπαρε χωρίς επαρκή αποθέματα άνθρακα (κάρβουνου). Καθώς έπλεε αργά για εξοικονόμηση καυσίμων, το αντιτορπιλικό «Λέων» και το θωρηκτό «Κιλκίς» το καταδίωξαν. Κοντά στα Κύθηρα, κυκλωμένος και χωρίς καύσιμα, ο δικτάτορας παραδόθηκε.

Η ειρωνεία της τύχης; Φυλακίστηκε για δύο χρόνια στο φρούριο Ιτζεντίν της Κρήτης, στο ίδιο ακριβώς κελί που ο ίδιος είχε κλείσει τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Ο Παρασκηνιακός Ρόλος στην Κατοχή και το Τέλος.

Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής (1941–1944), ο γηραιός πλέον Πάγκαλος επέστρεψε στο προσκήνιο με έναν άκρως αμφιλεγόμενο ρόλο. Υπήρξε ένας από τους βασικούς πολιτικούς καθοδηγητές πίσω από την ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας το 1943.

Κίνητρό του ήταν ο ακραίος αντικομμουνισμός του ενάντια στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Οι αξιωματικοί που στελέχωσαν τα Τάγματα ήταν στην πλειονότητά τους παλιοί πιστοί του συνεργάτες από τη δικτατορία του 1925. Τον Σεπτέμβριο του 1944 συνελήφθη προσωρινά από τον ΕΛΑΣ ως όμηρος, αλλά απελευθερώθηκε με τη μεσολάβηση των Βρετανών. Μετά την απελευθέρωση, παραπέμφθηκε στο Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων, το οποίο όμως τον αθώωσε, κρίνοντας ότι η δράση του δεν είχε σκοπό την εξυπηρέτηση των Γερμανών, αλλά την αποτροπή του κομμουνισμού.



Επιχείρησε να επιστρέψει στο πολιτικό προσκήνιο συμμετέχοντας στις εθνικές εκλογές του Μαρτίου του 1946 με το δικό του κόμμα («Εθνικό Κόμμα Εθνικής Αναγεννήσεως»), χωρίς όμως να καταφέρει να εκλεγεί. Το κόμμα κατέγραψε εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά σε πανελλαδικό επίπεδο, συγκεντρώνοντας μόλις το 0,18% των ψήφων (2.102 ψήφους).

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος προσπάθησε να πολιτευτεί ξανά το 1950 με το «Εθνικόν Κόμμα Ελλάδος» του πρώην υφισταμένου του και αρχηγού του ΕΔΕΣ, Ναπολέοντα Ζέρβα. Ωστόσο, ούτε τότε κατάφερε να εκλεγεί βουλευτής, καθώς το κόμμα κέρδισε έδρες κυρίως στην Ήπειρο. Πέθανε ξεχασμένος στην Κηφισιά το 1952. Το πολιτικό του όνομα πάντως συνεχίστηκε, καθώς ο συνώνυμος εγγονός του, Θεόδωρος Πάγκαλος, αποτέλεσε έναν από τους πιο προβεβλημένους υπουργούς των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ τις επόμενες δεκαετίες.



25/8/26

Ο Εχθρός του Λαού.

 


Χένρικ Ίψεν: Ο Εχθρός του Λαού και η μοναξιά της αλήθειας.

Πόσο εύκολα μια κοινωνία είναι διατεθειμένη να θυσιάσει την αλήθεια όταν αυτή απειλεί την οικονομική της ευημερία; Πόσο ελεύθερος παραμένει ο Τύπος όταν η αλήθεια συγκρούεται με τα συμφέροντα; Και, τελικά, πόσο αξίζει η γνώμη της πλειοψηφίας όταν η πλειοψηφία έχει συμφέρον να μην γνωρίζει; Αυτά τα ερωτήματα δεν γεννήθηκαν στον 21ο αιώνα. Τα έθεσε με σκληρότητα και διορατικότητα ο Χένρικ Ίψεν στον «Εχθρό του Λαού», το έργο που έγραψε το 1882 και το οποίο, περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, εξακολουθεί να μοιάζει σχεδόν προκλητικά σύγχρονο.

Η ιστορία είναι απλή, αλλά η ηθική της σύγκρουση βαθιά. Ο γιατρός Τόμας Στόκμαν ανακαλύπτει ότι τα νερά των ιαματικών λουτρών της πόλης είναι μολυσμένα. Τα λουτρά αποτελούν την οικονομική βάση της περιοχής και η αποκάλυψη της μόλυνσης σημαίνει οικονομική καταστροφή. Ο Στόκμαν, όμως, θεωρεί αυτονόητο ότι η αλήθεια πρέπει να ειπωθεί.

Εκεί ακριβώς αρχίζει η τραγωδία.

Αρχικά όλοι μοιάζουν να τον στηρίζουν. Ο Τύπος, οι φιλελεύθεροι πολίτες, όσοι εμφανίζονται ως υπερασπιστές της προόδου. Όταν όμως γίνεται αντιληπτό το πραγματικό κόστος της αλήθειας, οι συμμαχίες διαλύονται. Η επιστημονική διαπίστωση παύει να είναι «αλήθεια» και μετατρέπεται σε πολιτικό πρόβλημα.

Ο αδελφός του, ο δήμαρχος Πέτερ Στόκμαν, δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο γιατρός κάνει λάθος. Του αρκεί να αποδείξει ότι η αλήθεια του είναι… ασύμφορη. Ασύμφορη για την πόλη, τους πολίτες, για όλους.

Και τότε συμβαίνει κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον: ο ίδιος ο μηχανισμός που αρχικά φαινόταν να υπηρετεί την αλήθεια στρέφεται εναντίον της.

Ο Τύπος υποχωρεί. Οι πολιτικοί υποχωρούν. Οι πολίτες υποχωρούν. Η πλειοψηφία υποχωρεί.

Όχι επειδή άλλαξαν τα επιστημονικά δεδομένα, αλλά επειδή έβαλαν τα συμφέροντά τους πάνω από την αλήθεια.

Αυτό είναι ίσως το πιο σκοτεινό σημείο του έργου. Η αλήθεια δεν ηττάται επειδή αποδεικνύεται ψευδής. Ηττάται επειδή γίνεται δυσάρεστη.

Η πλειοψηφία δεν είναι πάντοτε η αλήθεια.

Ο Ίψεν αγγίζει εδώ ένα από τα δυσκολότερα προβλήματα της δημοκρατίας: η πλειοψηφία έχει πολιτική δύναμη, αλλά δεν διαθέτει αυτομάτως και γνωσιολογική ορθότητα.

Το γεγονός ότι κάτι πιστεύεται από τους πολλούς δεν το καθιστά αληθινό.

Μια κοινωνία μπορεί να συμφωνεί σε ένα ψέμα, να υπερασπίζεται μια αυταπάτη και να τιμωρεί εκείνον που προσπαθεί να την αποκαλύψει. Η δημοκρατική διαδικασία δεν προστατεύει από μόνη της την αλήθεια. Μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να γίνει ακόμη και ο μηχανισμός μέσω του οποίου η πλειοψηφία επιβάλλει την άρνησή της.

Ο Στόκμαν το καταλαβαίνει με τον πιο οδυνηρό τρόπο.

Όταν αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί πλέον να πείσει την κοινωνία, δεν εγκαταλείπει την αλήθεια. Επιλέγει τη σύγκρουση.

Και τότε εκστομίζει την περίφημη ιδέα που αποτελεί τον πυρήνα ολόκληρου του έργου: ο ισχυρότερος άνθρωπος είναι εκείνος που μπορεί να σταθεί μόνος.

Δεν πρόκειται απλώς για έναν ύμνο στην ατομικότητα. Είναι ένας ύμνος στην ηθική αυτονομία.

Ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος επειδή έχει τη δυνατότητα να λέει ό,τι θέλει. Είναι ελεύθερος όταν μπορεί να παραμένει πιστός σε αυτό που θεωρεί αληθινό ακόμη και όταν όλοι γύρω του απαιτούν να το αρνηθεί.

Το τίμημα της αλήθειας.

Ο Στόκμαν πληρώνει ακριβά την επιλογή του. Χάνει τη θέση του, την κοινωνική του αποδοχή, την οικονομική του ασφάλεια και την ηρεμία της οικογένειάς του.

Η κοινωνία δεν τον σκοτώνει σωματικά. Τον τιμωρεί κοινωνικά.

Και ίσως αυτό να είναι πιο σύγχρονο από ποτέ.

Ο αποκλεισμός, η διαπόμπευση, η απαξίωση, η δημόσια επίθεση και η μετατροπή εκείνου που αποκαλύπτει ένα πρόβλημα σε «πρόβλημα» είναι μηχανισμοί που δεν χρειάζονται αυταρχικά καθεστώτα. Μπορούν να λειτουργήσουν μέσα στις ίδιες τις κοινωνίες που θεωρούν τον εαυτό τους ελεύθερο.

Ο Ίψεν αντιλαμβάνεται κάτι θεμελιώδες: η εξουσία δεν προστατεύεται μόνο με την καταστολή. Συχνά προστατεύεται όταν κατορθώνει να πείσει τους ανθρώπους ότι η αλήθεια είναι επικίνδυνη.

Και τότε ο άνθρωπος αρχίζει να φοβάται όχι το ψέμα, αλλά την αλήθεια που μπορεί να ανατρέψει την κανονικότητά του.

Η αλήθεια απέναντι στο συμφέρον.

Τα μολυσμένα νερά του έργου μπορούν να διαβαστούν και ως μια μεγάλη μεταφορά.

Δεν είναι μόνο τα νερά που έχουν μολυνθεί.

Έχει μολυνθεί ολόκληρο το κοινωνικό σύστημα.

Η οικονομία έχει μολύνει την πολιτική. Η πολιτική έχει μολύνει τον Τύπο. Ο φόβος έχει μολύνει την κρίση. Και η ανάγκη διατήρησης μιας ευχάριστης εικόνας έχει μολύνει την ίδια την έννοια της αλήθειας.

Το πραγματικό πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο η μόλυνση των λουτρών. Είναι η κοινωνική προθυμία να ζήσει με τη μόλυνση, αρκεί να συνεχίσει να κερδίζει από αυτήν.

Γι' αυτό και το έργο ξεπερνά κατά πολύ την εποχή του. Θα μπορούσε να αφορά ένα περιβαλλοντικό σκάνδαλο, ένα πρόβλημα δημόσιας υγείας, μια οικονομική απάτη ή οποιαδήποτε περίπτωση όπου η αποκάλυψη ενός γεγονότος απειλεί ισχυρά συμφέροντα.

Η μορφή αλλάζει.

Ο μηχανισμός παραμένει ίδιος.

Ο Ίψεν και η απογοήτευση από την κοινωνία.

Ο «Εχθρός του Λαού» γράφτηκε σε μια περίοδο κατά την οποία ο Ίψεν είχε ήδη βιώσει έντονα την κοινωνική και πολιτιστική αντίδραση απέναντι στα έργα του. Οι «Βρικόλακες», που είχαν προηγηθεί, είχαν προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις επειδή έθιγαν θέματα που η κοινωνία προτιμούσε να παραμένουν κρυμμένα.

Η εμπειρία αυτή αναμφίβολα συνέβαλε στη δημιουργία του κλίματος μέσα στο οποίο γεννήθηκε ο «Εχθρός του Λαού».

Ο Στόκμαν, όμως, δεν είναι απλώς ο Ίψεν μεταμφιεσμένος σε γιατρό. Είναι κάτι ευρύτερο: η δραματική μορφή του ανθρώπου που ανακαλύπτει ότι η κοινωνία μπορεί να αγαπά την ελευθερία μόνο όσο η ελευθερία δεν την υποχρεώνει να αλλάξει.

Και αυτό είναι το πιο πικρό μάθημα του έργου.

Δεν είναι δύσκολο να υπερασπιστείς την αλήθεια όταν δεν σου κοστίζει τίποτα.

Το πραγματικό ερώτημα αρχίζει όταν η αλήθεια έχει τίμημα.

Η μοναξιά ως μορφή ελευθερίας.

Ο Στόκμαν δεν γίνεται δυνατός επειδή νικά.

Στην πραγματικότητα, χάνει σχεδόν τα πάντα.

Γίνεται όμως ελεύθερος επειδή αρνείται να αγοράσει την κοινωνική του ασφάλεια με το τίμημα της συνείδησής του.

Εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη φιλοσοφική διάσταση του έργου.

Η ατομική ευθύνη δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος πρέπει να περιφρονεί την κοινωνία ή να θεωρεί τον εαυτό του πάντοτε σωστό. Σημαίνει ότι δεν μπορεί να παραδώσει την κρίση του στην πλειοψηφία.

Η συνείδηση δεν ψηφίζεται.

Η αλήθεια δεν αποφασίζεται με ανάταση χεριού.

Και η ηθική δεν γίνεται λιγότερο ηθική επειδή έμεινε μειοψηφική.

Ο Ίψεν μας υπενθυμίζει ότι ο πολιτισμός προχωρά όχι μόνο όταν οι άνθρωποι συμφωνούν, αλλά και όταν κάποιος έχει το θάρρος να πει «διαφωνώ» τη στιγμή που όλοι οι άλλοι λένε «συμφωνούμε».

Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πραγματικό νόημα του «Εχθρού του Λαού».

Ο εχθρός δεν είναι πάντοτε εκείνος που αποκαλύπτει το πρόβλημα.

Μερικές φορές εχθρός της κοινωνίας είναι εκείνος που, γνωρίζοντας την αλήθεια, επιλέγει να τη σιωπήσει επειδή τον βολεύει.

Και η πιο δύσκολη μορφή ευθύνης δεν είναι να ακολουθήσεις το πλήθος.

Είναι να παραμείνεις όρθιος όταν το πλήθος αποφασίζει ότι η αλήθεια σου είναι ενοχλητική.

Γιατί η ιστορία δεν αλλάζει πάντοτε από τους πολλούς.

Μερικές φορές αλλάζει από έναν μόνο άνθρωπο που αρνείται να προσποιηθεί ότι δεν βλέπει αυτό που βλέπει.

Και τότε η μοναξιά παύει να είναι αδυναμία.

Γίνεται το τίμημα της ελευθερίας.

23/8/26

Ο κυρ-Μέντιος.

 

Ο γάιδαρος είναι ένα παράξενο πολιτικό ζώο. Δεν κυβερνά, δεν αποφασίζει, δεν ψηφίζει νόμους. Κι όμως, πάνω του καταλήγουν σχεδόν όλες οι αποφάσεις. Είναι εκείνος που βρίσκεται πάντα στο τέλος της αλυσίδας.

Άλλοι σχεδιάζουν την οικονομία, άλλοι μοιράζουν τα προνόμια, άλλοι μιλούν για θυσίες. Και κάποιος πρέπει να τις κάνει αυτές τις θυσίες. Ο γάιδαρος.

Όταν η οικονομία πάει καλά, είναι η «ραχοκοκαλιά της κοινωνίας». Όταν πάει άσχημα, γίνεται «δημοσιονομικό βάρος». Όταν χρειάζονται φόροι, είναι υπεύθυνος πολίτης. Όταν ζητά δικαιοσύνη, γίνεται λαϊκιστής κι ανεύθυνος.

Τον θέλουν δυνατό για να σηκώνει βάρη και αδύναμο για να μην τα αμφισβητεί.

Κι έτσι η πολιτική έχει μάθει να μιλά για τον λαό χωρίς να μιλά μαζί του.

Ο γάιδαρος, όμως, έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα απέναντι στους ανθρώπους: δεν ξεγελιέται από τις λέξεις. Αν πεινάσει, πεινάει. Αν κουραστεί, σταματά. Αν διψάσει, ψάχνει νερό.

Ο άνθρωπος είναι πιο περίπλοκος.

Μπορεί να πεινά και να χειροκροτά εκείνον που του εξηγεί γιατί πρέπει να πεινάσει. Μπορεί να χάνει και να πιστεύει ότι κάποτε θα κερδίσει. Μπορεί να πληρώνει τον λογαριασμό και να αισθάνεται ότι συμμετέχει στη διακυβέρνηση.

Ίσως γι’ αυτό ο γάιδαρος να είναι τελικά πιο ελεύθερος από εμάς.

Δεν χρειάζεται να του υποσχεθούν ένα καλύτερο αύριο για να δεχτεί ένα χειρότερο σήμερα.

Ξέρει απλώς πως όταν ο δρόμος δεν οδηγεί πουθενά, κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσεις.

Και ίσως εκεί να αρχίζει η πολιτική.


«Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου.»
Στίχοι: Κώστα Βάρναλη, 
Μελοποίηση: Λουκάς Θάνος, 
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης.

"Δεν λυγάνε τα ξεράδια και πονάνε τα ρημάδια

Kούτσα μια και κούτσα δυο στης ζωής το ρημαδιό

Μεροδούλι ξενοδούλι δέρναν ούλοι οι αφέντες δούλοι

Oύλοι δούλοι αφεντικό και μ' αφήναν νηστικό

Kαι μ' αφήναν νηστικό

Ανωχώρι κατωχώρι ανηφόρι κατηφόρι

Kαι με κάμα και βροχή ώσπου μου 'βγαινε η ψυχή

Είκοσι χρονώ γομάρι σήκωσα όλο το νταμάρι

Kι έχτισα στην εμπασιά του χωριού την εκκλησιά

Tου χωριού την εκκλησιά

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο

Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο

Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Και ζευγάρι με το βόδι άλλο μπόι κι άλλο πόδι

Όργωνα στα ρέματα τ' αφεντός τα στρέμματα

Και στον πόλεμο όλα για όλα κουβαλούσα πολυβόλα

Να σκοτώνονται οι λαοί για τ' αφέντη το φαΐ

Να σκοτώνονται οι λαοί για τ' αφέντη το φαΐ

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο

Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο

Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει'

Άλλος ήλιος έχει βγει σ' άλλη θάλασσα άλλη γη

Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει

Άλλος ήλιος έχει βγει σ' άλλη θάλασσα άλλη γη

Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει

Άλλος ήλιος έχει βγει σ' άλλη θάλασσα άλλη γη

Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει

Άλλος ήλιος έχει βγει σ' άλλη θάλασσα άλλη γη

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο

Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο

Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς."




22/8/26

Πόση γη χρειάζεται ο άνθρωπος;

«Πόση γη χρειάζεται ο άνθρωπος;»: Το διαχρονικό αριστούργημα του Τολστόι για την παγίδα της απληστίας.

Πόσα υλικά αγαθά είναι αρκετά για να μας κάνουν ευτυχισμένους; Πού σταματά η λογική επιθυμία για μια καλύτερη ζωή και πού ξεκινά η απληστία που μας καταστρέφει; Το 1886, ο κορυφαίος Ρώσος συγγραφέας Λέων Τολστόι δημοσίευσε το διήγημα «Πόση γη χρειάζεται ο άνθρωπος;». Μέσα σε λίγες μόνο σελίδες, κατάφερε να αποτυπώσει την ανθρώπινη φύση με χειρουργική ακρίβεια, δημιουργώντας μια από τις πιο δυνατές ηθικές παραβολές στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Η Πλοκή: Το Στοίχημα με τον Διάβολο και το Μοιραίο Κυνήγι.

Η ιστορία ξεκινά με μια απλή κουβέντα σε ένα χωριάτικο σπίτι. Ο πρωταγωνιστής, ένας φτωχός αλλά εργατικός αγρότης που ονομάζεται Παχόμ, ακούει τη γυναίκα του να συζητά με την αδελφή της για τα πλούτη της πόλης. Ο Παχόμ σκέφτεται φωναχτά: «Το μόνο μας πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε αρκετή γη. Αν είχα όση γη ήθελα, δεν θα φοβόμουν ούτε τον ίδιο τον Διάβολο!».

Ο Διάβολος, που κρύβεται πίσω από τη σόμπα, ακούει την πρόκληση και αποφασίζει να παγιδεύσει τον Παχόμ, δίνοντάς του ακριβώς αυτό που ζητάει: γη.

Σταδιακά, η τύχη του Παχόμ αλλάζει. Αγοράζει το πρώτο του χωράφι, πλουτίζει, αλλά σύντομα έρχεται σε ρήξη με τους γείτονές του. Μετακομίζει πέρα από τον ποταμό Βόλγα για περισσότερη έκταση, όμως η δίψα του για ιδιοκτησία παραμένει άσβεστη.

Η κορύφωση του έργου έρχεται όταν ο Παχόμ μαθαίνει για τους Μπασκίρους, μια απλοϊκή φυλή που ζει σε μια μακρινή περιοχή και κατέχει απέραντες εκτάσεις. Ο Παχόμ τους επισκέπτεται και εκείνοι του προτείνουν μια παράξενη συμφωνία: για 1.000 ρούβλια, μπορεί να αποκτήσει όση γη προλάβει να περικλείσει περπατώντας μέσα σε μία ημέρα.

Ο όρος είναι ένας και απαράβατος: Πρέπει να ξεκινήσει με την ανατολή του ήλιου, να ανοίγει λάκκους με ένα φτυάρι για να σημαδεύει την πορεία του, και να επιστρέψει στο σημείο εκκίνησης πριν από τη δύση του ήλιου. Αν καθυστερήσει έστω και ένα λεπτό, χάνει τα χρήματα και τη γη.

Το βράδυ πριν τη δοκιμασία, ο Παχόμ βλέπει ένα προφητικό όνειρο: βλέπει τον εαυτό του νεκρό και γυμνό, και πάνω από το πτώμα του να γελάει ο Διάβολος, μεταμορφωμένος σε όλους εκείνους τους ανθρώπους που τον ώθησαν να αγοράσει γη.

Την επόμενη ημέρα, η απληστία του Παχόμ τον παρασύρει. Βλέποντας το εύφορο έδαφος, πηγαίνει όλο και πιο μακριά. Όταν συνειδητοποιεί ότι ο χρόνος τελειώνει, ο ήλιος έχει ήδη αρχίσει να δύει. Καταλαμβάνεται από πανικό και αρχίζει να τρέχει απελπισμένα πίσω. Με ματωμένα πόδια και τους πνεύμονες να σπάνε, φτάνει στον λόφο της εκκίνησης ακριβώς τη στιγμή που ο ήλιος κρύβεται στον ορίζοντα.

Οι Μπασκίροι ζητωκραυγάζουν, αλλά ο Παχόμ καταρρέει. Είναι νεκρός από την εξάντληση. Ο υπηρέτης του παίρνει το φτυάρι, σκάβει έναν τάφο έξι ποδών (περίπου δύο μέτρων) και τον θάβει. Η τελευταία φράση του έργου κρύβει όλη την ειρωνεία: «Δύο μέτρα, από το κεφάλι ως τα πόδια του ήταν όλη η γη που χρειάστηκε».

Η Φιλοσοφία πίσω από το Έργο: Η Θεωρία του Τολστόι για τη Γη.

Το διήγημα δεν είναι απλώς ένα διδακτικό παραμύθι· είναι η αποτύπωση της βαθιάς πνευματικής και υπαρξιακής μεταστροφής που πέρασε ο Τολστόι στα τέλη της δεκαετίας του 1870, η οποία τον οδήγησε να απορρίψει τον πλούτο και την αριστοκρατική του καταγωγή.

Η επιρροή του Γεωργισμού: Ο Τολστόι ήταν θερμός υποστηρικτής του οικονομολόγου Χένρι Τζορτζ, ο οποίος πίστευε ότι η φύση και η γη ανήκουν εξίσου σε όλη την ανθρωπότητα. Ο Γεωργισμός, ο οποίος στα ελληνικά αποδίδεται και ως Γεωκρατία, ήταν μια οικονομική και κοινωνική φιλοσοφία που πήρε το όνομά της από τον Αμερικανό πολιτικό οικονομολόγο Χένρι Τζορτζ (Henry George, 1839–1897). Η κεντρική ιδέα της θεωρίας αυτής είναι απλή αλλά ριζοσπαστική: Ενώ οτιδήποτε παράγει ο άνθρωπος με τον κόπο και την εργασία του τού ανήκει ολοκληρωτικά, η ίδια η φύση και η γη ανήκουν εξίσου σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Στο διάσημο βιβλίο του «Πρόοδος και Φτώχεια» (1879), ο Τζορτζ προσπάθησε να λύσει ένα μεγάλο παράδοξο της βιομηχανικής εποχής: γιατί όσο προοδεύει η τεχνολογία και αυξάνεται ο πλούτος, η φτώχεια αντί να εξαφανίζεται, μεγαλώνει; Η απάντηση που έδωσε ήταν η μονοπώληση της γης. Η λύση που πρότεινε βασιζόταν σε δύο άξονες. 

-Την κατάργηση των φόρων στην εργασία: Δεν πρέπει να φορολογείται ο μισθός του εργαζόμενου, η ανέγερση ενός σπιτιού, η καλλιέργεια ή η επιχειρηματικότητα. Αυτός ο πλούτος παράγεται από τον άνθρωπο και του ανήκει.

-Ένας ενιαίος φόρος στη γη (Land Value Tax): Όποιος κατέχει ένα κομμάτι γης πρέπει να πληρώνει έναν φόρο στην κοινότητα, ο οποίος υπολογίζεται αποκλειστικά με βάση την αξία της τοποθεσίας του οικοπέδου (χωρίς να υπολογίζεται τι έχει χτίσει πάνω). Αν κάποιος θέλει να κρατά στην κατοχή του ένα μεγάλο ή προνομιακό κομμάτι γης, στερώντας το από τους άλλους, πρέπει να αποζημιώνει την κοινωνία.

Όταν ο Τολστόι πέρασε τη βαθιά πνευματική του μεταστροφή, ένιωθε τρομερές τύψεις για το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν ένας πλούσιος αριστοκράτης (κόμης) με τεράστια κτήματα, την ώρα που οι αγρότες γύρω του λιμοκτονούσαν και ο Γεωργισμός τού έδωσε το τέλειο οικονομικό μοντέλο που ταίριαζε με τις χριστιανικές του αξίες. Ο Τολστόι έλεγε ότι εφόσον κανένας άνθρωπος δεν κατασκεύασε τον πλανήτη Γη, κανένας δεν έχει το ηθικό δικαίωμα να βάζει φράχτες, να την πουλάει ή να την αγοράζει. Στα ύστερα ημερολόγιά του, μάλιστα ο Τολστόι έγραψε ότι η αγοραπωλησία της γης είναι ένα έγκλημα εξίσου αποτρόπαιο με τη δουλεία.

Ο Χριστιανικός Αναρχισμός του Τολστόι: Ο συγγραφέας πίστευε ότι η γη είναι θείο δώρο για να την καλλιεργούν οι άνθρωποι με τα χέρια τους, όχι για να γίνεται αντικείμενο κερδοσκοπίας. Ο Χριστιανικός Αναρχισμός (Christian Anarchism) είναι μια ριζοσπαστική πολιτική και θεολογική φιλοσοφία, της οποίας ο Λέων Τολστόι υπήρξε ο σημαντικότερος και πιο επιδραστικός εκφραστής στην παγκόσμια ιστορία. Αν και οι δύο λέξεις φαίνονται εκ πρώτης όψεως αντιφατικές, για τον Τολστόι η σύνδεσή τους ήταν απόλυτα φυσική. Η φιλοσοφία αυτή βασίζεται σε μια πολύ συγκεκριμένη παραδοχή: Αν αποδεχτείς τον Θεό ως τον μόνο αυθεντικό κυβερνήτη και την αγάπη ως τον μόνο νόμο, τότε αυτόματα απορρίπτεις κάθε ανθρώπινη εξουσία, κράτος και θεσμό.

Ο Τολστόι απέρριψε τα περίπλοκα δόγματα της Εκκλησίας και επικεντρώθηκε αποκλειστικά στα λόγια του Ιησού στην "Επί του Όρους Ομιλία" (Κατά Ματθαίον, Κεφάλαια 5-7). Θεώρησε ότι οι εντολές αυτές δεν είναι αφηρημένες ηθικές συμβουλές, αλλά πρακτικές οδηγίες για το πώς πρέπει να είναι οργανωμένη η κοινωνία.

-Η Μη-Βία (Pacifism): Η βάση του τολστοϊκού αναρχισμού είναι η ρήξη: «Μην αντισταθείτε στον κακό» (με τη βία). Εφόσον όλα τα κράτη (δημοκρατίες, μοναρχίες, αυτοκρατορίες) βασίζουν την ύπαρξή τους στη βία (στρατός, αστυνομία, φυλακές, δικαστήρια), ένας αληθινός Χριστιανός δεν μπορεί να τα υποστηρίζει.

-Άρνηση Στράτευσης και Όρκων: Ο Τολστόι κάλεσε τους ανθρώπους να αρνηθούν να υπηρετήσουν στον στρατό, να πληρώνουν φόρους που χρηματοδοτούν πολέμους και να ορκίζονται πίστη σε επίγειους ηγεμόνες.

-Γιατί «Αναρχισμός»; Ο Τολστόι ήταν αναρχικός επειδή θεωρούσε το Κράτος ως μια εγκληματική οργάνωση που υπάρχει μόνο και μόνο για να προστατεύει τα προνόμια των πλουσίων και να εκμεταλλεύεται τους φτωχούς. Ωστόσο, διαφοροποιήθηκε από τους παραδοσιακούς αναρχικούς της εποχής του (όπως ο Μπακούνιν ή ο Κροπότκιν). Οι άλλοι αναρχικοί πίστευαν στην ένοπλη επανάσταση για την ανατροπή του κράτους. Ο Τολστόι πίστευε στην πνευματική επανάσταση. Έλεγε ότι αν ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά αρνηθεί να γίνει γρανάζι της κρατικής μηχανής και να ασκήσει βία, το κράτος θα καταρρεύσει από μόνο του, σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.

-Η Σύγκρουση με την Εκκλησία: Για τον Τολστόι, η επίσημη Εκκλησία (και ειδικά η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία της εποχής του) είχε προδώσει το μήνυμα του Χριστού, συμμαχώντας με την τσαρική εξουσία και ευλογώντας τους πολέμους και τις εκτελέσεις. Αυτή η σκληρή κριτική στο βιβλίο του «Η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας» (1894) οδήγησε στον αφορισμό του από τη Ρωσική Εκκλησία το 1901.

Στο διήγημα "Πόση γη χρειάζεται ο άνθρωπος;", ο Χριστιανικός Αναρχισμός διαφαίνεται μέσα από την αποδόμηση των νομικών και κοινωνικών θεσμών:

-Ο Παχόμ παγιδεύεται στον κύκλο της απληστίας επειδή προσπαθεί να λειτουργήσει με τους όρους του συστήματος: να υπογράψει συμβόλαια, να κάνει δικαστήρια στους γείτονές του, να γίνει «αφεντικό».

-Αντίθετα, οι Μπασκίροι παρουσιάζονται ως μια ιδανική, πρωτόγονη κοινότητα που ζει εκτός κρατικών δομών. Δεν έχουν νόμους για την ατομική ιδιοκτησία, δεν ξέρουν τι θα πει «αγοραπωλησία γης», ζουν ειρηνικά και μοιράζονται τα πάντα. Για τον Τολστόι, οι Μπασκίροι (πριν τους διαφθείρει το χρήμα του Παχόμ) βρίσκονταν πιο κοντά στον Θεό από ό,τι η πολιτισμένη, θεσμοθετημένη κοινωνία.

Η Ψευδαίσθηση της Ιδιοκτησίας: Στο δοκίμιό του «Τι πρέπει λοιπόν να κάνουμε;» (1886), ο Τολστόι εξηγεί ότι η ατομική ιδιοκτησία είναι η ρίζα της ανθρώπινης δυστυχίας. Ο άνθρωπος νομίζει ότι κατέχει τη γη, αλλά στην πραγματικότητα η γη κατέχει αυτόν, αφού καταναλώνει όλη του τη ζωή για να την αποκτήσει.

Ο Τολστόι αναλύει αυτή την ψευδαίσθηση μέσα από τρεις βασικές παραδοχές:

-Η Ιδιοκτησία ως Μορφή Σύγχρονης Δουλείας: στο δοκίμιο, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η ιδιοκτησία (και ειδικά η ιδιοκτησία της γης ή των μέσων παραγωγής) δεν είναι ένα φυσικό δικαίωμα, αλλά ένας θεσμοθετημένος τρόπος εξαναγκασμού. Όταν κάποιος κατέχει περισσότερη γη από όση μπορεί να καλλιεργήσει ο ίδιος, αναγκάζει τους άλλους (τους ακτήμονες) να δουλέψουν γι' αυτόν κάτω από άθλιες συνθήκες απλώς και μόνο για να επιβιώσουν. Για τον Τολστόι, η κλασική δουλεία δεν καταργήθηκε ποτέ· απλώς αντικαταστάθηκε από το χρήμα και την ατομική ιδιοκτησία.

-Το Παράδοξο της Κατοχής: Ποιος κατέχει ποιον; Εδώ βρίσκεται η άμεση σύνδεση με τον Παχόμ στο «Πόση γη χρειάζεται ο άνθρωπος;». Ο Τολστόι εξηγεί ότι ο άνθρωπος που πασχίζει να αποκτήσει περιουσία ζει με την αυταπάτη ότι γίνεται κυρίαρχος των πραγμάτων. Στην πραγματικότητα, συμβαίνει το αντίθετο: τα πράγματα κυριαρχούν πάνω στον άνθρωπο. Ο ιδιοκτήτης αναγκάζεται να θυσιάσει την ηρεμία του, τον ελεύθερο χρόνο του, την υγεία του και τις σχέσεις του με τους συνανθρώπους του για να προστατεύσει, να διοικήσει και να αυξήσει την περιουσία του. Ο Παχόμ πίστευε ότι θα γινόταν ελεύθερος αν αποκτούσε τη γη των Μπασκίρων, αλλά η ίδια η γη έγινε η φυλακή και ο δήμιος του.

-Η Ηθική και Πρακτική Λύση: Το ερώτημα του τίτλου («Τι πρέπει λοιπόν να κάνουμε;») βρίσκει την απάντησή του στην απλότητα και την απελευθέρωση από τα περιττά πλούτη. Ο Τολστόι προτείνει:

Αυτονομία και χειρωνακτική εργασία: Ο κάθε άνθρωπος πρέπει να παράγει ο ίδιος αυτά που καταναλώνει, χωρίς να εκμεταλλεύεται τον κόπο των άλλων.

Παραίτηση από τα προνόμια: Ο ίδιος ο Τολστόι προσπάθησε να εφαρμόσει αυτή τη θεωρία μεταβιβάζοντας την περιουσία του στην οικογένειά του και παραιτούμενος από τα πνευματικά δικαιώματα των ύστερων έργων του, γεγονός που προκάλεσε τεράστιες οικογενειακές συγκρούσεις.

Η Υποδοχή του Έργου: Από τους Αγρότες στον Τζέιμς Τζόις.

Το διήγημα κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Ρωσικός Πλούτος» το 1886. Σχεδόν ταυτόχρονα, εκδόθηκε σε εξαιρετικά φθηνή μορφή από τον εκδοτικό οίκο «Ποσρέντνικ» (Ο Μεσάζων), τον οποίο είχε ιδρύσει ο ίδιος ο Τολστόι για να προσφέρει ποιοτική λογοτεχνία στον απλό λαό. Οι φτωχοί αγρότες της ρωσικής υπαίθρου αγκάλιασαν αμέσως το έργο. Δεν το είδαν ως μια προσπάθεια ενός πλούσιου κόμη να τους κρατήσει στη φτώχεια, αλλά ως μια βαθιά αλήθεια για τους κινδύνους που κρύβει η απληστία. Σε αντίθεση με άλλα πολιτικά κείμενα του Τολστόι που απαγορεύτηκαν, το συγκεκριμένο πέρασε απαρατήρητο από τη λογοκρισία, καθώς οι αρχές το θεώρησαν ένα «ακίνδυνο» χριστιανικό παραμύθι, αποτυγχάνοντας να δουν την αιχμηρή κοινωνική κριτική ενάντια στον καπιταλισμό.

Ο Παγκόσμιος Θαυμασμός: Κορυφαίες προσωπικότητες των γραμμάτων υποκλίθηκαν στην ιδιοφυΐα του έργου. Ο Τζέιμς Τζόις, σε γράμμα προς την κόρη του, χαρακτήρισε το «Πόση γη χρειάζεται ο άνθρωπος;» ως «το σπουδαιότερο διήγημα που γνώρισε ποτέ η παγκόσμια λογοτεχνία», ενώ ο φιλόσοφος Λούντβιχ Βιτγκενστάιν επηρεάστηκε βαθιά από την απογυμνωμένη, ουσιαστική γραφή του.

Αντί Επιλόγου: Η «Γη» του Σύγχρονου Ανθρώπου.

Αν και γράφτηκε το 1886 σε μια αγροτική Ρωσία, η παραβολή του Τολστόι παραμένει τρομακτικά επίκαιρη. Στον σύγχρονο δυτικό κόσμο, η «γη» του Παχόμ έχει αντικατασταθεί από τα υλικά αγαθά, τα ψηφιακά νούμερα στους τραπεζικούς λογαριασμούς, την κοινωνική προβολή και την αέναη κατανάλωση. Τρέχουμε καθημερινά σε ένα ασταμάτητο κυνήγι, προσπαθώντας να «περικλείσουμε» όσα περισσότερα μπορούμε, ξεχνώντας ότι ο χρόνος μας (ο ήλιος που δύει) είναι περιορισμένος. Και στο τέλος, η φύση μας υπενθυμίζει με τον πιο ειρωνικό τρόπο τα πραγματικά μας όρια.

21/8/26

Άλλο η πολιτική ορθότητα κι άλλο η ορθότητα.

Η πολιτική ορθότητα παρουσιάζεται συχνά σαν μια διαμάχη ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά: ποιος μιλά σωστά, ποιος προσβάλλει, ποιος αποκλείει, ποιος υπερασπίζεται την ελευθερία. Ίσως όμως έτσι χάνουμε το σημαντικότερο ερώτημα: Ποιος καθορίζει τελικά τι θεωρείται «ορθό» και ποιος καθορίζει την ίδια την ατζέντα της συζήτησης;

Γιατί η πολιτική ορθότητα δεν είναι μόνο θέμα λέξεων. Είναι και θέμα εξουσίας.

Ξεκινά από μια θεμιτή ανάγκη. Η γλώσσα μπορεί να προσβάλει, να ταπεινώσει και να αποκλείσει. Η προσπάθεια να απαλλαγούμε από τον ρατσισμό, τον σεξισμό και τις διακρίσεις είναι αναμφισβήτητα στοιχείο κοινωνικής προόδου. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ευαισθησία μετατρέπεται σε μηχανισμό συμμόρφωσης: όταν δεν αρκεί να σέβεσαι τον άλλον, αλλά πρέπει να χρησιμοποιείς το «σωστό» λεξιλόγιο, να έχεις τη «σωστή» άποψη και, τελικά, να σκέφτεσαι μέσα στα όρια που έχουν ήδη οριστεί.

Εδώ η σκέψη του Νόαμ Τσόμσκι είναι ιδιαίτερα σημαντική. Δεν απορρίπτει την ηθική ευαισθησία που βρίσκεται πίσω από την πολιτική ορθότητα. Αντιθέτως, αναγνωρίζει τη διεύρυνση της ηθικής ανησυχίας ως θετική εξέλιξη. Η αντίρρησή του αρχίζει όταν η πολιτική ορθότητα γίνεται εργαλείο φίμωσης και δογματισμού. Η ελευθερία του λόγου δοκιμάζεται ακριβώς όταν προστατεύει απόψεις που μας ενοχλούν, όχι όταν προστατεύει μόνο τις δικές μας.

Ο Σλάβοϊ Ζίζεκ πηγαίνει ακόμη πιο μακριά. Βλέπει στην πολιτική ορθότητα έναν πιθανό νέο τύπο ιδεολογικής πειθαρχίας. Δεν χρειάζεται πλέον να υπάρχει μια εμφανής απαγόρευση. Αρκεί να δημιουργηθεί ένα κλίμα στο οποίο ο άνθρωπος αυτολογοκρίνεται, επειδή γνωρίζει ποια άποψη μπορεί να τον καταστήσει κοινωνικά ύποπτο. Η εξουσία δεν λέει πάντοτε «μη μιλήσεις». Μπορεί να σου λέει: «Μίλησε ελεύθερα, αλλά να ξέρεις ότι υπάρχει ένας σωστός τρόπος να μιλήσεις».

Για τον Ζίζεκ, η πολιτική ορθότητα μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως προοδευτικό άλλοθι του καπιταλισμού. Οι επιχειρήσεις μπορούν να μιλούν για συμπερίληψη, διαφορετικότητα και κοινωνική ευαισθησία, ενώ οι οικονομικές ανισότητες παραμένουν σχεδόν ανέγγιχτες. Αλλάζουμε το λεξιλόγιο χωρίς να αλλάζουμε τις κοινωνικές σχέσεις.

Ο Τομά Πικετί μεταφέρει το ζήτημα στο πεδίο της κοινωνικής τάξης. Η έννοια της «Βραχμανικής Αριστεράς» περιγράφει τη μετατόπιση της δυτικής Αριστεράς από την παραδοσιακή εργατική της βάση προς τους περισσότερο μορφωμένους και εκπαιδευμένους ψηφοφόρους.

Έτσι η πολιτική της αναδιανομής μπορεί να υποχωρεί μπροστά στην πολιτική της πολιτισμικής αναγνώρισης. Οι ταυτότητες, η γλώσσα και η πολιτισμική συμπερίληψη αποκτούν μεγαλύτερο βάρος, ενώ ζητήματα όπως ο πλούτος, η ιδιοκτησία, η φορολογία, οι μισθοί και η κοινωνική ανισότητα περνούν σε δεύτερο πλάνο.

Δεν σημαίνει ότι οι διακρίσεις ή οι ταυτότητες δεν έχουν σημασία. Σημαίνει ότι η αναγνώριση δεν αρκεί χωρίς αναδιανομή.

Και εδώ βρίσκεται ίσως το κοινό σημείο των τριών.

Μπορούμε να αλλάξουμε τις λέξεις χωρίς να αλλάξουμε την πραγματικότητα.

Και πραγματικότητα είναι η κυρίαρχη Δεξιά πολιτική ορθότητα.

Η Δεξιά έχει τα δικά της ταμπού: το έθνος, η παράδοση, η θρησκεία, η οικογένεια, η ασφάλεια, η ελεύθερη αγορά. Η κριτική στο κράτος μπορεί να χαρακτηριστεί «αντιπατριωτική». Η αμφισβήτηση μιας εθνικής αφήγησης μπορεί να θεωρηθεί «προδοσία». Η κριτική στη θρησκεία μπορεί να θεωρηθεί προσβολή της παράδοσης. Η αμφισβήτηση της οικονομικής ορθοδοξίας μπορεί να βαφτιστεί «κομμουνιστική προπαγάνδα» ή και «φθόνος για τους πλούσιους».

Η Δεξιά ορίζει σήμερα τα όρια του επιτρεπτού λόγου. Και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Γιατί σε αυτή βρίσκει την απόλυτη έκφραση ο λόγος της Κυρίαρχης  Αστικής Τάξης.

Η Κυρίαρχη Τάξη δεν χρειάζεται πάντοτε να μας υπαγορεύει τι θα πιστέψουμε. Της αρκεί συχνά να καθορίσει για ποια πράγματα θα συζητήσουμε.

Αυτή είναι μια πολύ βαθύτερη μορφή εξουσίας.

Μπορούμε να διαφωνούμε ατελείωτα για τις λέξεις, τις ταυτότητες, τα σύμβολα, τα αγάλματα, τις αντωνυμίες και τα αστεία. Μπορούμε να συγκρουόμαστε για το ποιος είναι αρκετά προοδευτικός ή αρκετά πατριώτης.

Αλλά ποιος αποφασίζει πόσο θα μιλήσουμε για τον πλούτο;

Ποιος αποφασίζει πόσο θα συζητήσουμε για τη συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης;

Ποιος αποφασίζει ποιοι πόλεμοι θα παρουσιαστούν ως άμυνα και ποιοι ως επιθετικότητα;

Ποιος αποφασίζει ποια κρατική βία είναι νόμιμη και ποια εγκληματική;

Εδώ η πολιτική ορθότητα συναντά την ιδεολογική ηγεμονία.

Το κράτος, για την Κυρίαρχη Τάξη, μπορεί να είναι ιερό -όταν είναι το δικό της κράτος. Το αντίπαλο κράτος, όμως, δεν απολαμβάνει πάντοτε την ίδια ιερότητα.

Η δική μας στρατιωτική επέμβαση μπορεί να ονομαστεί «άμυνα» ή «ανθρωπιστική δράση». Η αντίστοιχη πράξη του αντιπάλου «επιθετικότητα».

Η δική μας κρατική βία μπορεί να ονομαστεί «ασφάλεια». Η δική του «καταστολή».

Η δική μας προπαγάνδα μπορεί να ονομαστεί «ενημέρωση». Η δική του «προπαγάνδα».

Έτσι η πολιτική ορθότητα δεν αφορά μόνο το τι λέμε, αλλά και το ποιος έχει το δικαίωμα να ονομάζει τα πράγματα.

Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη εξουσία: όχι να σου απαγορεύει μια ερώτηση, αλλά να σε κάνει να πιστεύεις ότι η ερώτηση δεν χρειάζεται καν να τεθεί.

Η πραγματική σύγκρουση, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο ανάμεσα στην «αριστερή» και τη «δεξιά» πολιτική ορθότητα. Βρίσκεται ανάμεσα σε εκείνους που έχουν τη δύναμη να καθορίζουν την ατζέντα και σε εκείνους που προσπαθούν να την αμφισβητήσουν.

Γι' αυτό χρειάζεται να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα:

Άλλο η πολιτική ορθότητα κι άλλο η ορθότητα.

Η πολιτική ορθότητα αφορά συχνά το πώς μιλάμε.

Η ορθότητα αφορά το πώς κρίνουμε.

Να μην προσβάλλεις τον άλλον είναι πολιτισμός.

Να εφαρμόζεις όμως το ίδιο μέτρο στον εαυτό σου και στον αντίπαλό σου είναι δικαιοσύνη.

Το δικό μας κράτος δεν μπορεί να είναι ιερό και το αντίπαλο βέβηλο.

Η δική μας βία δεν μπορεί να είναι πάντοτε άμυνα και η απέναντι πάντοτε έγκλημα.

Η δική μας προπαγάνδα δεν μπορεί να είναι ενημέρωση και η απέναντι πάντοτε ψέμα.

Και η δική μας ιδεολογία δεν μπορεί να είναι «η πραγματικότητα», ενώ η αντίθετη άποψη «παρέκκλιση».

Ίσως λοιπόν η πραγματική ελευθερία της σκέψης να μην είναι η δυνατότητα να χρησιμοποιούμε όλες τις λέξεις που θέλουμε. Είναι η δυνατότητα να αμφισβητούμε την ίδια την ατζέντα.

Να ρωτάμε όχι μόνο «τι επιτρέπεται να πω;», αλλά: «Γιατί αυτή είναι η συζήτηση που κάνουμε;»

Και ακόμη:

«Ποιος κερδίζει επειδή αυτή είναι η συζήτηση που κάνουμε;»

Εκεί αρχίζει η πραγματική ορθότητα.

Όχι στην τελειότητα των λέξεων, αλλά στην εντιμότητα του μέτρου.

Όχι στο να φαίνεσαι σωστός, αλλά στο να προσπαθείς να είσαι δίκαιος.

Γιατί μια κοινωνία μπορεί να γίνει ολοένα και πιο πολιτικά ορθή και να παραμένει βαθιά άδικη.

Μπορεί να αλλάξει το λεξιλόγιό της χωρίς να αλλάξει τις σχέσεις εξουσίας.

Μπορεί να μάθει να μιλά καλύτερα για τον άνθρωπο χωρίς να μάθει να φέρεται καλύτερα στον άνθρωπο.

Και τότε η πιο δύσκολη ερώτηση δεν είναι αν είμαστε πολιτικά ορθοί.

Είναι αν είμαστε πραγματικά ορθοί απέναντι στη ζωή.

20/8/26

Το «Σιδερένιο Νησί».

Το «Σιδερένιο Νησί»: Η αιματηρή εξέγερση της Σερίφου, η Εργατική Κομμούνα του νησιού και ο Κωνσταντίνος Σπέρας.

Η Σέριφος σήμερα είναι διάσημη για τις άγριες ομορφιές της, τις χρυσαφένιες αμμουδιές και τη μοναδική Χώρα της. Όμως, κάτω από το κυκλαδίτικο φως κρύβεται μια ιστορία γραμμένη με σίδερο, ιδρώτα και αίμα.

Τον Αύγουστο του 1916, στο Μεγάλο Λιβάδι της Σερίφου, παίχτηκε μία από τις πιο συγκλονιστικές πράξεις του ελληνικού εργατικού κινήματος. Μια εξέγερση μεταλλωρύχων που συγκρούστηκε με την εργοδοτική αυθαιρεσία, αντιμετώπισε τις κάννες των όπλων, πήρε τον έλεγχο του νησιού και κατάφερε κάτι που φάνταζε αδιανόητο για την εποχή: την πρώτη ουσιαστική εφαρμογή του οκταώρου στην Ελλάδα.

Η Δυναστεία των Γκρόμαν και το Καθεστώς της Στυγνής Εκμετάλλευσης.

Η ιστορία των μεταλλείων της Σερίφου χάνεται στα βάθη της αρχαιότητας, όμως η σύγχρονη βιομηχανική της μοίρα σφραγίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Ουσιαστικά, η ιστορία των μεταλλείων της Σερίφου ξεκινά κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Από τη συγκρότηση ακόμη του ελληνικού κράτους, πολλοί κεφαλαιούχοι ενδιαφέρθηκαν να αποκτήσουν άδεια εξόρυξης μεταλλευμάτων, σε πολλές περιοχές του νεοσύστατου κράτους. Η πρώτη άδεια εκμετάλλευσης των μεταλλείων της Σερίφου δόθηκε το 1869, με βασιλικό διάταγμα του Οθωνα στην «Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία», για την εξόρυξη και εκμετάλλευση μαγνητικού και ανθρακικού σιδήρου. Η εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει ετησίως 3 λεπτά φόρο ανά τόνο, για κάθε ένα από τα παραχωρημένα στρέμματα, φόρο καθαρού εισοδήματος που προσδιοριζόταν κάθε χρόνο από το φορολογικό νόμο και μέρισμα 5 τοις χιλίοις στους ιδιοκτήτες των μεταλλοφόρων κτημάτων. Μετά από αλλεπάλληλες εκδόσεις αδειών σε ιδιώτες, για την εξόρυξη ποικίλων μεταλλευμάτων και την κακή διαχείριση από την πλευρά των εργολάβων, που οδήγησε την εταιρία στα πρόθυρα της πτώχευσης, το 1880, τα μεταλλεία περιήλθαν στη γαλλική μεταλλευτική εταιρία του Λαυρίου. Η νέα εταιρία ονομάστηκε «Σέριφος - Σπηλιαζέζα», δραστηριοποιήθηκε για τρία χρόνια και το 1883 διέκοψε, με σοβαρές ζημιές, τη λειτουργία της.

Νέα, σημαντική περίοδος για την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου της Σερίφου (κυρίως του σιδηρομεταλλεύματος) ξεκινά το 1885, με την εμφάνιση στο νησί ενός ικανότατου τυχοδιώκτη, του γερμανού μεταλλειολόγου Αιμίλιου Γκρόμαν, ο οποίος συνεβλήθη με την εταιρία «Σέριφος - Σπηλιαζέζα» και ανέλαβε εργολαβικά την εξόρυξη.

Ο αδίστακτος Γερμανός αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πραγματοποίησης συσσώρευσης, χωρίς ο ίδιος να καταβάλει το παραμικρό αρχικό κεφάλαιο. Ο Γκρόμαν πειθανάγκαζε τους ιδιοκτήτες των - μικρών έως νανωδών - κλήρων, να του εκχωρούν τα χωράφια τους, χωρίς να τους αποδίδει το νόμιμο μέρισμα και εξαναγκάζοντάς τους να δουλεύουν στην εξόρυξη με γλίσχρο μεροκάματο. Σε μια επίδειξη «φιλάνθρωπου» πνεύματος απέναντι στους άθλια πληρωμένους εργάτες του, ίδρυσε δημοτικό σχολείο στο Μέγα Λειβάδι (όπου και η έδρα της επιχείρησης) και ένα υποτυπώδες νοσοκομείο στο κοντινό Μέγα Χωριό. Το προσωπικό, βέβαια, των ιδρυμάτων αυτών, πληρωνόταν από τους ίδιους τους εργάτες.

Επί των ημερών του πρεσβύτερου Γκρόμαν, ο οποίος πέθανε το 1906, εξορύχθηκαν 2.800.000 τόνοι σιδηρομεταλλεύματος. Στη Σέριφο, προσέφευγαν, για να δουλέψουν στα μεταλλεία, νησιώτες από τα γύρω νησιά, αλλά και από την απέναντι πελοποννησιακή ακτή. Τα επώνυμα «Πελοποννήσιος» και «Μονεμβάσιος», που επιχωριάζουν στη Σέριφο, μαρτυρούν τη μακρινή καταγωγή αυτών που τα φέρουν. Παρατηρείται μία σημαντική, για τα πληθυσμιακά δεδομένα του νησιού, συγκέντρωση της εργατικής τάξης. Ο πληθυσμός, από 2.134 κατοίκους το 1880, ανεβαίνει στους 4.000 το 1912. Η συγκέντρωση αυτή αποτυπώνεται και στην οικιστική φυσιογνωμία του νησιού. Τα κυβόσχημα, λευκά σπίτια της Χώρας, τυπικά κυκλαδίτικα με την πρώτη ματιά, κρύβουν μια ιδιαιτερότητα: για να περάσεις στο δεύτερο δωμάτιο του ίδιου σπιτιού (συνήθως αυτά αποτελούνται από ένα υπνοδωμάτιο και μια κουζίνα, όπου συγκεντρώνεται η οικογένεια), πρέπει να βγεις στο δρόμο και να μπεις από άλλη πόρτα. Οι εργάτες, που έρχονταν από άλλες περιοχές, έχτιζαν πρώτα ένα δωμάτιο για να μείνουν, και, αργότερα, όταν έφερναν όλη τους την οικογένεια, έχτιζαν και το δεύτερο, όπως και όπου μπορούσαν.

Οι Γκρόμαν μετέτρεψαν τη Σέριφο σε ένα ακμάζον βιομηχανικό κέντρο, αλλά με βαρύ τίμημα για τους εργάτες. Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι συνθήκες εργασίας στις στοές ήταν μεσαιωνικές: 12 έως 14 ώρες εξαντλητικής εργασίας καθημερινά. Μηδενικά μέτρα ασφάλειας, με αποτέλεσμα δεκάδες εργάτες να καταπλακώνονται από καταρρεύσεις στοών ή να πεθαίνουν από πνευμονοκονίαση. Μεροκάματα πείνας, τα οποία συχνά καταβάλλονταν σε κουπόνια ανταλλάξιμα μόνο στα καταστήματα της ίδιας της εταιρείας.

Σε μια στοά μήκους 3 χλμ. που ενώνει τους δύο βασικούς τόπους εξόρυξης, το Μέγα Λειβάδι και τον Κουταλά, φημολογείται (αλλά δυστυχώς, τα στοιχεία είναι ατεκμηρίωτα, λόγω της ελλιπούς έρευνας) ότι είχαν βρει το θάνατο πάνω από 3.000 εργάτες!

Δυστυχώς, πάρα πολλές είναι οι αδιερεύνητες πλευρές των δραστηριοτήτων της εταιρίας. Μία από αυτές αφορά και το για πού προοριζόταν το μετάλλευμα. Θρυλείται ότι, μεγάλο τουλάχιστον μέρος του, εξαγόταν προς τη Γερμανία και ότι προοριζόταν για τη γερμανική πολεμική βιομηχανία. Η αλήθεια είναι ότι στα υπόγεια της ερειπωμένης πια έδρας της διοίκησης των μεταλλείων, υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός από γερμανικά εγχειρίδια πολέμου. «Από τα σπλάχνα του νησιού μας, βγήκε το γερμανικό μέταλλο δύο παγκοσμίων πολέμων», λένε οι γέροι Σερφιώτες: πολλοί από αυτούς, έχουν προλάβει να δουλέψουν στα μεταλλεία και πάσχουν από ασθένειες των πνευμόνων - κληρονομιά της δουλιάς τους στα έγκατα της γης.

Οι ήδη άθλιες συνθήκες ζωής των μεταλλωρύχων της Σερίφου, επιδεινώθηκαν ακόμη περισσότερο με την ανάληψη της εργολαβίας των μεταλλείων από το νεότερο Γκρόμαν, τον Γεώργιο, που διαδέχτηκε τον πατέρα του το 1906. Οι Γκρόμαν είχαν, επίσης, κατορθώσει να ελέγχουν πολιτικά το νησί, έχοντας δημιουργήσει στο πλάι τους μια ομάδα πιστών τους υπαλλήλων, που λειτουργούσαν ως επιστάτες και μαγκουροφόροι πραιτοριανοί. Αλλά και λόγιοι, «εγγράμματοι», τουλάχιστον υπάλληλοί τους, φαίνεται ότι έκαναν κάθε προσπάθεια να διαμορφώσουν την εικόνα ενός «εργοδότη - πατερούλη», που νοιάζεται και φροντίζει τους «εργάτες - παιδιά του». Από αυτή την άποψη, είναι χαρακτηριστικά όσα γράφει ο Εμμανουήλ Γ. Ανδρόνικος, διευθυντής της «Γρωμαννείου Σχολής» (του σχολείου που λειτουργούσε στο Μέγα Λειβάδι), για να εξυμνήσει τους «μεγάλους ευεργέτες»: «Ολοι» - σ.σ. εννοεί τους εργάτες - «ζουν με ζηλευτή αρμονία και άνεση, διότι βρίσκονται κάτω από την προστασία και βρίσκουν θαλπωρή και καταφύγιο, στο παρελθόν μεν από τον αείμνηστο πατέρα (Αιμίλιο Γρώμμαν), σήμερα δε από τον πολυαγαπημένο του γιο (το Γεώργιο), όπως ακριβώς ένα μεγάλο και ψηλό δέντρο που φυτρώνει στη μέση της ερήμου».

Το παραπάνω κείμενο είναι γραμμένο στα 1906. Δέκα χρόνια μετά, να πώς περιγράφει, σε μάλλον ήπιο και υπηρεσιακό ύφος, πλευρές των συνθηκών ζωής των μεταλλωρύχων, το υπόμνημα του νεοσυσταθέντος σωματείου τους, προς το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας:

«(...) εις το βασίλειον Σερίφου, αι ώραι εργασίας είναι κανονισμέναι από της Ανατολής μέχρι της δύσεως ηλίου, με διακοπή μιας ώρας κατά τους χειμερινούς μήνας, και 2 έως 2 1/2 κατά τους θερινούς, ήτοι 9 - 12». Και παρακάτω: «Ασφάλεια καμία δεν υπάρχει μεταξύ των εργατών μεταλλωρύχων διότι η εταιρεία με τον σκοπόν να καρπωθεί κέρδη εύκολα από δύο μηνών διέταξε κι κρημνίζονται οι στύλοι μεταλλεύματος οίτινες μένουν προς στήριξη των στοών κατά τους κανόνες της μηχανικής. (...) Υποχρεούμεθα να καταβάλλωμεν 2% επί των ημερομισθίων μας διά το ταμείον αλληλοβοήθειάς μας, αλλά κανείς εργάτης δεν ηξεύρει τι ποσόν συνάζεται πού κατατίθεται και ποίος το διαχειρίζεται. Μόνον ιατρική περίθαλψις και τα στοιχειώδη φάρμακα τους παρέχονται και όχι πάντοτε».

Κωνσταντίνος Σπέρας: Ο Ιδεολόγος Ηγέτης.

Το καλοκαίρι του 1916, η οργή που σιγόβραζε βρήκε τον εκφραστή της στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου Σπέρα. Γεννημένος στη Σέριφο το 1893, αλλά μορφωμένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, ο Σπέρας ήταν ένας φλογερός αναρχοσυνδικαλιστής. Πίστευε στον «καθαρό» συνδικαλισμό: τα συνδικάτα έπρεπε να διοικούνται αυτόνομα από τους ίδιους τους εργάτες, μακριά από κομματικές σκοπιμότητες.

Τον Ιούλιο του 1916, ο Σπέρας ιδρύει το Σωματείον Μεταλλωρύχων Σερίφου.

Το 1916, είναι μία χρονιά «στο μάτι του κυκλώνα», τόσο για τα εν γένει πολιτικά πράγματα της Ελλάδας, όσο και για την ανέλιξη του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος. Είναι η χρονιά της κορύφωσης της σύγκρουσης ανάμεσα στις μερίδες της ελληνικής αστικής τάξης για το αν θα βγει η Ελλάδα ή όχι στον πόλεμο. Το Κόμμα των Φιλελευθέρων επιδιώκει την έξοδο της χώρας στον πόλεμο, στο πλευρό των δυνάμεων της Αντάντ, ενώ οι βασιλικοί προκρίνουν την ευμενή, προς τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες, ουδετερότητα. Πιέσεις ασκούνται και από τις δύο εμπόλεμες πλευρές, ενώ στην ουσία υπάρχουν δύο κυβερνήσεις: Η βασιλική της Αθήνας και η φιλοβενιζελική της «Εθνικής Αμυνας» στη Θεσσαλονίκη.

Η στάση απέναντι στον πόλεμο αποτελεί κομβικό ζήτημα και για το αδύναμο και κατακερματισμένο ακόμη σοσιαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα, που, ωστόσο, μπαίνει σιγά - σιγά, στο δρόμο της ενοποίησής του και της αποσαφήνισης της φυσιογνωμίας του. Βέβαια, η ιδεολογική διαπάλη που αναπτύσσεται ανάμεσα στους διάφορους σοσιαλιστικούς ομίλους και τις οργανώσεις δεν μπορεί, αντικειμενικά, να έχει την αντανάκλασή της στο μικρό νησί των Κυκλάδων. Εκείνο όμως που αποτυπώνεται, τη χρονιά αυτή, στη συνείδηση και στις δραστηριότητες των κατοίκων του είναι η ένταση της ταξικής αγανάκτησης. Αυθόρμητη στην αρχή, ωριμάζει και αποκρυσταλλώνεται στη δημιουργία σωματείου «εργατών μεταλλευτών», στις 24 Ιουλίου. Η τρίτη παράγραφος του 2ου άρθρου, ορίζει, μεταξύ άλλων, ως σκοπό του σωματείου, τα ακόλουθα: «Η αλληλεγγύη με τους οργανωμένους εργάτας όλης της Ελλάδος και όλου του κόσμου, διά την άμυνα υπέρ των εργατικών δικαίων και την καταπολέμηση της εκμεταλλεύσεως από το κεφάλαιον, με τελικόν σκοπόν να δημοσιοποιηθούν τα μέσα παραγωγής να γίνουν τα εκ της εργασίας αγαθά αποκλειστική απόλαυσις των παραγωγών των και να παύσει η εκμετάλλευσις του ανθρώπου από τον όμοιόν του».

Στις 7 Αυγούστου του 1916, και μετά από σειρά υπομνημάτων προς τα αρμόδια υπουργεία, ξεσπά η απεργία. Οι μεταλλωρύχοι αρνούνται να φορτώσουν το ανδριώτικο πλοίο «Μανούσι», που ήρθε να παραλάβει σιδηρομετάλλευμα, για τη Γερμανία, κηρύσσοντας γενική απεργία με βασικά αιτήματα: οκτάωρο, αυξήσεις και μέτρα προστασίας της ζωής τους.

Η Ματωμένη 21η Αυγούστου.

Ο Γεώργιος Γκρόμαν αρνήθηκε κάθε διάλογο και διαπραγμάτευση με τους απεργούς. Χρησιμοποιώντας τις διασυνδέσεις του με το παλάτι και την κυβέρνηση, κάλεσε τη χωροφυλακή. Στις 21 Αυγούστου 1916, ένα ένοπλο απόσπασμα υπό τον υπομοίραρχο Χρυσάνθου κατέφθασε στην Σέριφο από την Κέα (Τζιά) στην οποία έδρευε η Μοιραρχία Χωροφυλακής Κυκλάδων και στην οποία υπαγόταν διοικητικά η Σέριφος. Ο Χρυσάνθου βιαιοπραγεί εναντίον των πάντων, σε όλη την πορεία του αποσπάσματος από το λιμάνι του νησιού προς το Μέγα Λειβάδι, ενώ φυλακίζει την ηγεσία του σωματείου - ανάμεσά τους και τον Σπέρα.

Στη συνέχεια, ο Χρυσάνθου διέταξε τους εκατοντάδες απεργούς εργάτες που ήταν συγκεντρωμένοι στη σκάλα φόρτωσης να πιάσουν δουλειά και να φορτώσουν το «Μανούσι», δίνοντάς τους πεντάλεπτη διορία. Οι εργάτες, έχοντας στο πλευρό τους τις γυναίκες και τα παιδιά τους, κάθισαν στο έδαφος αρνούμενοι να υποχωρήσουν.

Όταν η διορία έληξε, ο Χρυσάνθου έδωσε τη διαταγή: «Πυρ!»

Τέσσερις εργάτες (οι Μιχάλης Ζωιλής, Θεμιστοκλής Κουζουπής, Ιωάννης Πρωτόπαπας και Δημήτρης Καραγιάννης) έπεσαν νεκροί. Δεκάδες άλλοι τραυματίστηκαν.

Η Έκρηξη της Οργής και οι Δύο Εβδομάδες Εργατικής Αυτοδιαχείρισης.

Το αίμα των νεκρών μεταλλωρύχων πυροδότησε μια τυφλή, καθολική εξέγερση. Οι εργάτες και οι γυναίκες τους, οπλισμένοι με πέτρες, ξύλα και μεταλλευτικά εργαλεία, επιτέθηκαν στο απόσπασμα. Ο υπομοίραρχος Χρυσάνθου και ο αστυνομικός σταθμάρχης Σερίφου Τριανταφύλλου λιντσαρίστηκαν, ενώ οι απεργοί έσπασαν τα κρατητήρια και απελευθέρωσαν τον Κωνσταντίνο Σπέρα.



Ο ίδιος ο Σπέρας στην Μπροσούρα που έγραψε λίγο αργότερα στην φυλακή Τζιβάρα της Σύρου περιγράφει:

«...Φθάσας εις τον τόπον της συγκεντρώσεως των εργατών, οίτινες ευρίσκοντο εις τον προ της γέφυρας της φορτώσεως χώρον, ολίγα βήματα απέχοντος της θαλάσσης, [ο υπομοίραρχος] παρέταξε τους άνδρας του εις το άκρον σχεδόν της αποβάθρας, έναντι των εργατών, διατάξας συνάμα αυτούς να θέσωσιν εφ' όπλου λόγχην και να γεμίσουν.

Η απόστασις η χωρίζουσα τους χωροφύλακας από τους εργάτας μόλις θα ήτο τρία ή τέσσερα βήματα. Αφού ετακτοποίησε τους άνδρας του, εστάθη εις το μέσον, έχων εις τα δεξιά τον ειρηνοδίκην εις τα αριστερά δε τον υπογραμματέα και εφώναξε δυνατά δια να τον ακούσουν όλοι οι εργάται: "Σας δίδω 5 λεπτά προθεσμίαν δια να διαλυθήτε -άλλως θα σας διαλύσω δια της βίας".

Οι δε εργάται του απήντησαν: "Ημείς δεν ενοχλούμε κανέναν, μένομεν εδώ δια να προστατέψωμε το ψωμί μας, δεν φεύγομε. Αν θέλετε να μας κτυπήσετε, ορίστε". Και εις απόδειξιν της αποφάσεώς των αυτής εκάθησαν χάμω. Ο υπομοίραρχος, βλέπων το αμετάτρεπτον των απεργών, εξάγει το ωρολόγιόν του και παρατηρήσας τούτο το επανέθεσε εις το θηλάκιον και αυτοστιγμεί εξάγει περίστροφον και πυροβολεί κραυγάζων: "Εν ονόματι του νόμου και του Βασιλέως", πυροβολήσας πρώτος αυτός, όστις επεκαλείτο τον νόμον, κατά αόπλων πολιτών, φονεύσας τον εργάτην Θεμιστοκλήν Κουζούπην, διατάξας ταυτοχρόνως και τους χωροφύλακας να πυροβολήσουν...

Το τι επηκολούθησε δεν περιγράφεται. Εξ άλλου οι απεργοί, προ της κακούργου στάσεως των αστυνομικών οργάνων, εφόρμησαν κατ' αυτών και δια των εν αφθονία ευρισκομένων εκεί σιδηρολίθων ελιθοβόλουν αυτούς λυσσωδώς, εν ριπή οφθαλμού δέκα εκ των χωροφυλάκων εκρημνίσθησαν κάτωθεν της αποβάθρας, οι λοιποί υποχωρούντες υφίσταντο την επίθεσιν των απεργών αμυνόμενοι.

Ο αστυνόμος Σερίφου Ιωάν. Τριανταφύλλου δεχθείς ογκώδη σιδηρόλιθον επί της κεφαλής, καθ' ην στιγμήν επυροβόλει κατά τίνος απεργού, παρεφρόνησε ριφθείς εις την θάλασσαν.

Αλλ' εκείνο που είνε αδύνατον να περιγραφή είνε η λύσσα μεθ' ης οι απεργοί ελιθοβόλουν τον υπομοίραρχο, ο οποίος ήτο και ο μόνος αίτιος του κακού.

Υπάρχουν στιγμαί κατά τας οποίας ο άνθρωπος εις βρασμόν ψυχικής ορμής ευρισκόμενος, κατ' επιστημονικήν παρατήρησιν, υπερβαίνει και τας τίγρεις εις την θηριωδίαν, ο άνθρωπος ούτος είνε ανεύθυνος δια τας πράξεις του...

Εις αυτήν την ψυχολογικήν κατάστασιν ευρίσκοντο οι απεργοί την στιγμήν εκείνην.

Χιλιάδες σιδηρόλιθοι ερρίπτοντο κατά των αστυνομικών, οίτινες επυροβόλουν μετά μανίας κατά του πλήθους.

Πρέπει να σημειωθεί ότι αι γυναίκες έπαιξαν σπουδαίον ρόλον, βλέπουσι τους άνδρας των τραυματιζομένους και φονευμένους έτρεχον εις βοήθειάν των, εις αυτάς κυρίως οφείλεται η κατατρόπωσις ούτως ειπείν των αστυνομικών.

Ο υπομοίραρχος εξηκολούθει πυροβολών, κενώσας δε το περίστροφόν του και μη έχων σφαίρας εξιφούλκισε και μετά μανίας εκτύπα δεξιά και αριστερά. Εκτύπα απεγνωσμένως, ραγδαίοι λιθοβολισμοί ριπτόμενοι από ομάδα εργατών που είχαν ανέλθη εις τι ύψωμα τον απέκαμον.

Εις λίθος πλήξας αυτόν εις τα στήθη τον εκρήμνισεν εις την θάλασσαν από του άκρου της γέφυρας.

Οι χωροφύλακες, βλέποντες τον αρχηγόν των πίπτοντα και καταληφθέντες υπό πανικού, επέτων τα όπλα και ετρέποντο εις φυγήν, καταδιωκόμενοι υπό των απεργών.

Εις χωροφύλαξ σοβαρώς τραυματισμένος, χωρίς να γίνη αντιληπτός από τους απεργούς, κρυπτόμενος όπισθεν των οικίσκων και των δένδρων, κατώρθωσε να πλησιάση εις τον αστυνομικόν σταθμόν, όπου είμεθα ημείς υπό κράτησιν και υπό την επίβλεψιν της εκ δέκα ανδρών δυνάμεως των χωροφυλάκων των μη λαβόντων μέρος εις την συμπλοκήν.

Πάραυτα ο χωροφύλαξ προσήχθη ενώπιον του Ανθυπασπιστού, υποβληθείς δε εις ανάκρισιν είπεν ότι εφονεύθη ο υπομοίραρχος και ο αστυνόμος και τινες πολίται.

Οι εν τω σταθμώ μετ' εμού κρατούμενοι εις το άκουσμα των φόνων εξηγριώθησαν, ορμήσαντες δε εις την έξοδον προσεπάθουν να θραύσουν την θήραν του σταθμού.

Οι χωροφύλακες ημπόδιζον την έξοδον. Βλέπων ότι αφεύκτως θα ήρχοντο εις χείρας, ετέθην μεταξύ των εργατών και των χωροφυλάκων και συνεκράτησα αμφοτέρους, προλαβών ούτω αιματοχυσίαν και εις άλλο σημείον της κωμοπόλεως, εζήτησα δε από τον υπενωματάρχη να με αφίση να εξέλθω διότι μόνον εγώ θα ήμιν εις θέσιν να επιβληθώ, εξασκών κάποιαν επιρροήν επί των απεργών λόγω της ιδιότητός μου, εις την κρίσημον εκείνην στιγμήν.

Οι απεργοί αφοπλίσαντες εν τω μεταξύ τους παραδοθέντας εις αυτούς χωροφύλακας οπλίσθησαν αυτοί και διαιρεθέντες εις δύο ομάδας επήρχοντο δρομαίως κατά των γραφείων και του αστυνομικού σταθμού, αφ' ενός μεν δια να απελευθερώσουν τους εν τω σταθμώ κρατουμένους, αφ' ετέρου δε δια να επιτεθούν κατά των γραφείων, διότι οι υπάλληλοι της εταιρείας επυροβόλουν κατά των απεργών εκ των παραθύρων των γραφείων(...)

Οι απεργοί, αφοπλίσαντες ως είπομεν τους χωροφύλακας και οπλισθέντες αυτοί προχείρως, διηρέθησαν εις δύο ομάδας και επήρχοντο δρομαίως. Την στιγμήν ακριβώς εκείνην απελύθην εκ του σταθμού και έτρεχον προς το μέρος της άμμου όπου ήσαν οι περισσότεροι. Μόλις απείχον του γραφείου περί τα εκατό βήματα. Οι υπάλληλοι επυροβόλουν διαρκώς εκ των παραθύρων, εις τους πυροβολισμούς των δε απήντων οι εργάται, οι μεν φέροντες όπλα δια πυροβολισμών οι δε μη φέροντες με λίθους.

Είνε αδύνατον να περιγράψω επακριβώς το τραγικόν εκείνον θέαμα...

Αι άγριαι φυσιογνωμίαι των εργατών εγένοντο ακόμη αγριώτεραι με τα αίματα και την ώχραν του μεταλλείου.

Εστάθη εις την άκραν της πλατείας έμπροσθεν του μεγάρου και ήρχισα να φωνάζω:

"Παιδιά για όνομα του Θεού παύσατε πλέον τους σκοτωμούς". Αλλά ποίος ημπορούσε να με ακούση; Πολλάκις επανέλαβα την κραυγήν αυτήν αλλά ματαίως... Εις εκ των απεργών ύψωσε το όπλον του δια να με κτυπήση... 'Αλλος ψυχραιμότερος τον εκράτησε λέγων: "Βρε, στραβός είσαι, θα σκοτώσεις τον πρόεδρον..." Οι προπορευόμενοι ακούσαντες ότι ευρίσκομαι μεταξύ των με εκύκλωσαν φωνάζοντες "θα τους φάμε τους κακούργους μας εσκότωσαν τα παιδιά μας"...»



Αυτό που ακολούθησε ήταν πρωτοφανές: για περίπου δύο εβδομάδες, το επίσημο ελληνικό κράτος έπαψε να υπάρχει στη Σέριφο. Το νησί μετατράπηκε σε μια ιδιότυπη «εργατική κομμούνα». Την οργάνωση της καθημερινής ζωής στο νησί ανέλαβε ένα άμεσα ανακλητό συμβούλιο εργατών με επικεφαλής τον Σπέρα. Κόκκινες και Μαύρες Σημαίες, τα σύμβολα του αναρχοσυνδικαλισμού υψώθηκαν στα δημόσια κτήρια. Φοβούμενοι την επικείμενη στρατιωτική απάντηση της Αθήνας, οι εργάτες έκαναν μια ευφυή κίνηση τακτικής. Ύψωσαν τη γαλλική σημαία στο λιμάνι και έστειλαν τηλεγράφημα στις γαλλικές πολεμικές δυνάμεις στη Μήλο, ζητώντας την προσάρτηση της Σερίφου στη Γαλλία! Εκμεταλλεύτηκαν έτσι τον Εθνικό Διχασμό (Βενιζελικοί - Βασιλικοί) και το γεγονός ότι η εταιρεία είχε γαλλικά συμφέροντα, αναζητώντας μια διεθνή «ασπίδα» προστασίας.

Ο ίδιος ο Σπέρας γράφει: «Φθάσαντες εις το κέντρον της κωμοπόλεως, συνεκεντρώθημεν εις την πλατείαν, εκεί δε αφού ωμίλησα διά μακρόν εξιστορήσας εις τον λαόν τα της συμπλοκής, απεφασίσθη να ζητήσωμεν ξένη προστασίαν μην έχοντες πλέον ουδεμίαν εμπιστοσύνη εις την Κυβέρνησιν των Αθηνών. Πάραυτα, μετά την απόφασιν του λαού, διέταξα τους οπλισμένους εκ των απεργών να καταλάβουν το τηλεγραφείον, την Αστυνομίαν, το ειρηνοδικείον κτλ. δημόσια ιδρύματα. [...] Τακτοποιήσαντες προχείρως τα πράγματα, συνετάξαμεν έγγραφον προς τον αρχηγόν της εν Μήλω ναυλοχούσης συμμαχικής μοίρας εκθέτοντες τα της συμπλοκής και τακτοποιούντες την απόφασιν των κατοίκων όπως τεθούν υπό την προστασίαν της Γαλλικής Δημοκρατίας...».

Η Αντίδραση της Κυβέρνησης και η Τελική Δικαίωση.

Η ελληνική κυβέρνηση, απορροφημένη από τη δίνη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και του Εθνικού Διχασμού, άργησε να αντιδράσει αλλά όταν τελικά απάντησε, η απάντησή της ήταν αμείλικτη. Ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις και πολεμικά πλοία κατέφθασαν στο νησί, επιβάλλοντας ξανά τον έλεγχο της Αθήνας. Ακολούθησαν μαζικές συλλήψεις, βασανισμοί και διώξεις. Ο Κωνσταντίνος Σπέρας φυλακίστηκε ξανά και μεταφέρθηκε στις σκληρές φυλάκες του Φρουρίου Φιρκά στα Χανιά.

Ωστόσο, η τρομοκρατία δεν αρκούσε για να ξαναμπεί το νερό στο αυλάκι. Η κυβέρνηση και ο Γκρόμαν συνειδητοποίησαν ότι η Σέριφος ήταν μια μπαρουταποθήκη. Φοβούμενοι ότι μια νέα εξέγερση θα σταματούσε οριστικά την παραγωγή του πολύτιμου -λόγω πολέμου- σιδήρου, το κράτος ανάγκασε την εταιρεία να υποχωρήσει. Το Υπουργείο επικύρωσε τη συμφωνία με τους εργάτες: οι εργάτες κέρδισαν αυξήσεις, μέτρα ασφαλείας και, κυρίως, την επίσημη εφαρμογή της 8ωρης εργασίας.


Ο Τραγικός Επίλογος της Ιστορίας.

Η πολιτική δράση του Σπέρα μετά την απεργία δεν περιορίστηκε στη Σέριφο, και μετά την αποφυλάκισή του διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο σε εθνικό επίπεδο. Το 1918 ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας στο ιδρυτικό της συνέδριο. Ήταν υπέρμαχος του «καθαρού» συνδικαλισμού (αναρχοσυνδικαλισμού). Πίστευε ότι τα συνδικάτα έπρεπε να διοικούνται αυτόνομα από τους ίδιους τους εργάτες, χωρίς καμία εξάρτηση από πολιτικά κόμματα ή κοινοβουλευτικές σκοπιμότητες. Η στάση του αυτή τον έφερε σε άμεση και σφοδρή σύγκρουση με το ΣΕΚΕ (το μετέπειτα ΚΚΕ), το οποίο επεδίωκε τον κομματικό έλεγχο των συνδικάτων. Το 1920 διαγράφηκε οριστικά από το κόμμα ως «αντιπειθαρχικός» και «αναρχικός». Η ακλόνητη αυτή στάση του και η άρνησή του να υποταχθεί σε κομματικές γραμμές αποδείχθηκαν μοιραίες κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Τον Σεπτέμβριο του 1943, ο Κωνσταντίνος Σπέρας δολοφονήθηκε στα βουνά της Μάνδρας Αττικής από μέλη της ΟΠΛΑ. Είχε προηγηθεί πρόσκληση των καπετάνιων του ΕΛΑΣ για να αναλάβει την οργάνωση του εργατικού κινήματος στην περιοχή, η οποία αποδείχθηκε τελικά παγίδα θανάτου λόγω των παλιών ιδεολογικών λογαριασμών.

Όσο για τα μεταλλεία της Σερίφου συνέχισαν να λειτουργούν μέχρι το 1965, όταν έκλεισαν οριστικά λόγω εξάντλησης των επιφανειακών τους κοιτασμάτων. Οι Γκρόμαν εκδιώχθηκαν μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ως συνεργάτες των Ναζί. Οι κληρονόμοι του Γκρόμαν διέφυγαν στην Νότιο Αφρική του Απαρτχάιντ, όπου βρήκαν πλουσιότερες φλέβες μεταλλεύματος και φθηνότερα εργατικά χέρια να εκμεταλλευτούν, και τα ορυχεία της Σερίφου τα εγκατέλειψαν. Η γαλλική μητρική εταιρεία «Σέριφος-Σπηλιαζέζα» άρχισε να νοικιάζει τα δικαιώματα εξόρυξης σε διάφορους Έλληνες επιχειρηματίες και κοινοπραξίες. Μεταξύ αυτών, κυρίαρχο ρόλο έπαιξε η οικογένεια Αγγελόπουλου, η οποία απέκτησε ισχυρά δικαιώματα και εκτάσεις γης στην περιοχή των μεταλλείων (τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο δικαστικών διενέξεων πολλές δεκαετίες αργότερα). Η λειτουργία σταμάτησε οριστικά το καλοκαίρι του 1965 λόγω ενός συνδυασμού οικονομικών παραγόντων. Την περίοδο αυτή υπήρξε κατακόρυφη πτώση στις τιμές του σιδηρομεταλλεύματος παγκοσμίως. Ταυτόχρονα τα επιφανειακά κοιτάσματα της Σερίφου είχαν πλέον εξαντληθεί. Η υπόγεια εξόρυξη σε μεγάλο βάθος απαιτούσε σύγχρονη τεχνολογία και ακριβές επενδύσεις, τις οποίες οι ελληνικές εταιρείες δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να κάνουν. Έτσι ο όμιλος που είχε αναλάβει την εκμετάλλευσή τους το 1965 κήρυξε επίσημα πτώχευση και τα μεταλλεία έκλεισαν.

Σήμερα αν κάποιος επισκεφθεί το Μεγάλο Λιβάδι, η ατμόσφαιρα θα τον καθηλώσει. Η επιβλητική, σκουριασμένη σιδερένια γέφυρα (σκάλα φόρτωσης) στέκει ακόμα σαν φάντασμα πάνω από το κύμα. Δίπλα, το ερειπωμένο νεοκλασικό Διοικητήριο των Γκρόμαν, οι σκοτεινές είσοδοι των στοών και τα παλιά βαγονέτα συνθέτουν ένα συγκλονιστικό βιομηχανικό μνημείο. Στην άκρη της παραλίας, το λιτό Ηρώο των Μεταλλωρύχων θυμίζει σε κάθε επισκέπτη ότι οι κατακτήσεις που σήμερα θεωρούμε δεδομένες, κάποτε κερδήθηκαν με θυσία ζωής.



Η εξέγερση της Σερίφου το 1916 δεν ήταν απλώς μια τοπική απεργία που βάφτηκε στο αίμα· ήταν η στιγμή που η εργατική τάξη στην Ελλάδα συνειδητοποίησε τη δύναμή της. Στις στοές του Μεγάλου Λιβαδιού αποδείχθηκε ότι τα δικαιώματα που σήμερα θεωρούνται αυτονόητα -όπως το οκτάωρο, η ασφάλεια στην εργασία και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια- δεν παραχωρήθηκαν ποτέ οικειοθελώς από καμία εξουσία. Κερδήθηκαν με σκληρούς αγώνες, στερήσεις και, δυστυχώς, με το αίμα ανθρώπων που αρνήθηκαν να σκύψουν το κεφάλι.

Σήμερα, καθώς ο επισκέπτης αντικρίζει το ηλιοβασίλεμα πίσω από τη σκουριασμένη σκάλα φόρτωσης, η σιωπή του τοπίου μοιάζει να μεταφέρει τις φωνές των μεταλλωρύχων και τον απόηχο εκείνων των δύο εβδομάδων της ελευθερίας. Η ιστορία της Σερίφου παραμένει ένας διαχρονικός φάρος μνήμης. Μας θυμίζει ότι πίσω από την τουριστική βιτρίνα των Κυκλάδων υπάρχει μια άλλη Ελλάδα: η Ελλάδα του μόχθου, της θυσίας και της ακλόνητης πίστης για έναν καλύτερο και πιο δίκαιο κόσμο.