Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14/10/26

«Geteilter Schmerz»: Η γελοιογραφία του 1929 που αποτύπωσε τον εύθραυστο γάμο Βατικανού και Μουσολίνι.

 


Όταν ο Πάπας συνάντησε τον Μουσολίνι: Μια γελοιογραφία του 1929 αποκαλύπτει τα παρασκήνια των Συνθηκών του Λατερανού.

Τον Φεβρουάριο του 1929, μια ιστορική υπογραφή άλλαξε τον παγκόσμιο γεωπολιτικό και θρησκευτικό χάρτη. Το Βατικανό γεννήθηκε ως ανεξάρτητο κράτος. Λίγους μήνες αργότερα, στις 3 Ιουνίου 1929, το θρυλικό γερμανικό σατιρικό περιοδικό Simplicissimus κυκλοφόρησε με ένα εξώφυλλο που έμελλε να μείνει στην ιστορία.

Ο καλλιτέχνης Erich Schilling αποτύπωσε με την πιο καυστική του πένα μια αλήθεια που οι επίσημοι διπλωμάτες προσπαθούσαν να κρύψουν κάτω από το χαλί: την αναγκαστική, σχεδόν «σιαμαία» ένωση της θρησκευτικής και της φασιστικής εξουσίας.

✏️ Η Γελοιογραφία: Δύο Κυρίαρχοι, Μισή Κυριαρχία.

Στο κέντρο του εξωφύλλου δεσπόζει ένα σώμα με δύο πρόσωπα: από τη μία πλευρά, ο Πάπας Πίος ΙΑ΄ με το λευκό του ράσο και τον σταυρό, και από την άλλη, ο Μπενίτο Μουσολίνι με το σκυθρωπό, αυταρχικό του βλέμμα.

Στις παλάμες τους, δύο μικροσκοπικές φιγούρες αποκαλύπτουν τους «κόσμους» τους: ένας καθολικός πιστός που υποκλίνεται με ευλάβεια στον Πάπα και ένας φασίστας που χαιρετά ρωμαϊκά τον Ντούτσε.

Η λεζάντα στο πάνω μέρος παραφράζει μια γερμανική παροιμία: «Ο μοιρασμένος πόνος είναι διπλός πόνος». Στο κάτω μέρος, το χτύπημα είναι ακόμα πιο βαθύ: «Είμαι κυρίαρχος, είναι κυρίαρχος – άρα είμαστε και οι δύο μισοί-μισοί κυρίαρχοι».

Τι ήταν όμως αυτό που οδήγησε έναν από τους πιο ισχυρούς θρησκευτικούς ηγέτες του κόσμου και έναν στυγνό φασίστα δικτάτορα να μοιραστούν το ίδιο «σώμα»; Για να το καταλάβουμε, πρέπει να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω.

⛪️ Το «Ρωμαϊκό Ζήτημα» και ο ...Αιχμάλωτος του Βατικανού.

Μέχρι το 1870, ο Πάπας δεν είχε μόνο πνευματική εξουσία, αλλά κυβερνούσε τα Παπικά Κράτη, μια τεράστια εδαφική ζώνη στην κεντρική Ιταλία. Μέχρι τότε, η Ρώμη και η γύρω περιοχή προστατεύονταν από γαλλικά στρατεύματα που είχε στείλει ο αυτοκράτορας Ναπολέων Γ΄ για να υπερασπιστεί τον Πάπα. Ωστόσο, το 1870 ξέσπασε ο Γαλλοπρωσικός Πόλεμος. Η Γαλλία αναγκάστηκε να αποσύρει εσπευσμένα τη φρουρά της από τη Ρώμη για να πολεμήσει τους Πρώσους. Βρίσκοντας την ευκαιρία, ο βασιλιάς της Ιταλίας, Βίκτωρ Εμμανουήλ Β΄, έστειλε τον ιταλικό στρατό να περικυκλώσει τη Ρώμη. Στις 20 Σεπτεμβρίου, το ιταλικό πυροβολικό άνοιξε ρήγμα στα αρχαία τείχη της πόλης, κοντά στην πύλη Πόρτα Πία (Porta Pia). Μετά από μια σύντομη και συμβολική μάχη, ο Πάπας Πίος Θ΄ διέταξε τις παπικές δυνάμεις να παραδοθούν για να αποφευχθεί η άσκοπη ααιματοχυσία.  Η Ρώμη ενσωματώθηκε επίσημα στο Βασίλειο της Ιταλίας και ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα της χώρας το 1871. Αυτή η κατάληψη σήμανε το τέλος των Παπικών Κρατών μετά από 1.000 χρόνια χρονικής και εδαφικής εξουσίας των Παπών.

Η αντίδραση της Εκκλησίας ήταν ακραία. Ο Πάπας Πίος Θ΄ αρνήθηκε να αναγνωρίσει το νέο ιταλικό κράτος, απέρριψε κάθε αποζημίωση και αυτοανακηρύχθηκε «αιχμάλωτος του Βατικανού». Για σχεδόν 60 χρόνια, κανένας Πάπας δεν βγήκε από τα τείχη του Βατικανού, ενώ απαγορεύτηκε στους Καθολικούς να ψηφίζουν ή να συμμετέχουν στην ιταλική πολιτική. Αυτή η ανοιχτή πληγή ονομάστηκε «Ρωμαϊκό Ζήτημα» (Questione Romana).

💀 Ο Συμβιβασμός της Σκοπιμότητας (11 Φεβρουαρίου 1929).

Όταν ο Μουσολίνι ανέβηκε στην εξουσία το 1922, ήξερε ότι δεν μπορούσε να εδραιώσει ένα ολοκληρωτικό καθεστώς με την Εκκλησία απέναντί του, σε μια χώρα όπου η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών ήταν βαθιά καθολικοί. Χρειαζόταν μια συμφωνία.

Έτσι, στις 11 Φεβρουαρίου 1929, υπογράφηκαν στο Παλάτι του Λατερανού οι ομώνυμες Συνθήκες, οι οποίες βασίζονταν σε ένα αμοιβαίο «δώσε και πάρε»:

1.Γέννηση ενός Κράτους: Η Ιταλία αναγνώρισε την επίσημη κυριαρχία και ανεξαρτησία της Πόλης του Βατικανού (μόλις 0,44 τ.χλμ.), καθιστώντας τον Πάπα απόλυτο μονάρχη του.

2.Οικονομικό «Μπαζούκα»: Το Βατικανό έλαβε μια τεράστια χρηματική αποζημίωση σε μετρητά και κρατικά ομόλογα για τα εδάφη που έχασε το 1870.

3.Θρησκευτικό Μονοπώλιο: Ο Ρωμαιοκαθολικισμός ανακηρύχθηκε επίσημη θρησκεία του ιταλικού κράτους. Το μάθημα των θρησκευτικών έγινε υποχρεωτικό στα σχολεία και οι θρησκευτικοί γάμοι απέκτησαν αυτόματα νομική ισχύ.

🇮🇹 Μια Εύθραυστη Συγκατοίκηση.

Για τον Μουσολίνι, η συμφωνία ήταν ένας θρίαμβος προπαγάνδας. Παρουσιάστηκε διεθνώς ως ο ηγέτης που έφερε την ειρήνη. Ο ίδιος ο Πάπας Πίος ΙΑ΄ τον χαρακτήρισε μάλιστα ως «έναν άνθρωπο που μας έστειλε η Θεία Πρόνοια».

Όμως, όπως ακριβώς προέβλεπε η γελοιογραφία του Simplicissimus, δύο απόλυτοι κυρίαρχοι δεν μπορούσαν να χωρέσουν εύκολα στο ίδιο σώμα. Πολύ σύντομα, το φασιστικό κράτος και η Εκκλησία συγκρούστηκαν για τον έλεγχο της νεολαίας. Ο Μουσολίνι ήθελε να διαπλάθει τυφλούς στρατιώτες του καθεστώτος, ενώ η Εκκλησία ήθελε να διατηρήσει τις δικές της οργανώσεις νεολαίας (Azione Cattolica).

🇻🇦 Η Κληρονομιά του Λατερανού.

Οι Συνθήκες του Λατερανού αποδείχθηκαν πιο ανθεκτικές από τον ίδιο τον Φασισμό. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την πτώση του Μουσολίνι, οι συμφωνίες ενσωματώθηκαν στο δημοκρατικό Σύνταγμα της Ιταλίας το 1947. Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 1984 για να αναθεωρηθούν, καταργώντας πλέον τον Καθολικισμό ως επίσημη θρησκεία του κράτους.

Το εξώφυλλο του Simplicissimus παραμένει μέχρι σήμερα ένα συγκλονιστικό μάθημα ιστορίας: μας θυμίζει ότι πίσω από τις μεγάλες, ιερές και πανηγυρικές συμφωνίες, κρύβεται σχεδόν πάντα η ψυχρή, ρεαλιστική πολιτική σκοπιμότητα και η εξουσία, θρησκευτική, πολιτική και κυρίως οικονομική.



Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο.


Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο: Το διαχρονικό μανιφέστο του Βασίλη Ραφαηλίδη για τον «ταλαίπωρο Έλληνα».

Υπάρχουν κάποια βιβλία που, αν και γράφτηκαν πριν από δεκαετίες, μοιάζουν σαν να κυκλοφόρησαν μόλις χθες. Ένα από αυτά είναι το «Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο: Η ζωή ενός ταλαίπωρου Έλληνα» του Βασίλη Ραφαηλίδη, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1992. Με το γνωστό καυστικό, ειρωνικό και βαθιά πολιτικό του ύφος, ο κορυφαίος Έλληνας κριτικός και συγγραφέας παραδίδει ένα έργο που δεν είναι ούτε τυπική αυτοβιογραφία, ούτε ξερή ιστορική μελέτη. Είναι μια ακτινογραφία της νεοελληνικής ψυχής.

✒️ Η ιστορία μιας «χαμένης γενιάς».

Χρησιμοποιώντας ως όχημα τα δικά του βιώματα, ο Ραφαηλίδης δεν μιλάει μόνο για τον εαυτό του, αλλά για μια ολόκληρη «χαμένη γενιά». Αναφέρεται σε εκείνους που έζησαν ως παιδιά τον Πόλεμο και την Κατοχή, ως έφηβοι τον οδυνηρό Εμφύλιο, ως νέοι την ασφυκτική πρώτη Καραμανλική περίοδο και ως ώριμοι άνδρες τη βαρβαρότητα της Χούντας.

Μέσα από μια σειρά κειμένων (που αρχικά δημοσιεύτηκαν ως επιφυλλίδες στην εφημερίδα "Έθνος"), ο συγγραφέας επιλέγει με καθαρά συναισθηματικά κριτήρια διάφορα περιστατικά της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας. Το αποτέλεσμα; Μια σουρεαλιστική και ιλαροτραγική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, όπου το γέλιο μπερδεύεται γλυκά με την απόγνωση.

✒️ Γιατί ο Έλληνας παραμένει «ταλαίπωρος»;

Ο Ραφαηλίδης δεν χαρίζεται σε κανέναν, και λιγότερο απ' όλους στον ίδιο τον εαυτό του ή τον συνέλληνά του. Στο στόχαστρό του μπαίνουν:

1.Ο μικροαστισμός και ο επαρχιωτισμός: Σαρκάζει τις προκαταλήψεις, τη στενοκεφαλιά και την υποκρισία της ελληνικής κοινωνίας, τις οποίες θεωρεί ρίζες της εγχώριας κακοδαιμονίας.

2.Η πολιτική αλλοτρίωση: Αναλύει πώς ο μέσος πολίτης εγκλωβίστηκε ανάμεσα στις συμπληγάδες των ιδεολογιών και στην ωμή ανάγκη για επιβίωση, καταλήγοντας πνευματικά και κοινωνικά ακρωτηριασμένος.

3.Η έννοια του «ημιτελούς θανάτου»: Ο τίτλος λειτουργεί ως μια ισχυρή μεταφορά. Ο «ημιτελής θάνατος» είναι η κατάσταση του ανθρώπου (και της ίδιας της χώρας) που κουβαλάει τόσα τραύματα από το παρελθόν, ώστε δεν μπορεί ούτε να ζήσει ολοκληρωμένα, αλλά ούτε και να πεθάνει οριστικά, παραμένοντας σε μια μόνιμη, εξαντλητική στασιμότητα.

✒️ Γιατί αξίζει να το διαβάσει κανείς σήμερα...

Το «Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο» είναι μια κραυγή αγωνίας ντυμένη με κορυφαίο χιούμορ. Αν θέλει κανείς να καταλάβει γιατί η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης έφτασε στα σημερινά της αδιέξοδα, αν θέλει να γελάσει με τις παθογένειές μας αλλά και να προβληματιστεί βαθιά για το συλλογικό μας μέλλον, αυτό το βιβλίο των Εκδόσεων του Εικοστού Πρώτου είναι το ιδανικό ανάγνωσμα.

Ο Ραφαηλίδης μας αφήνει μια πικρή αλλά αναγκαία παρακαταθήκη: για να γιατρευτεί ο «ταλαίπωρος Έλληνας», πρέπει πρώτα να κοιταχτεί στον καθρέφτη χωρίς αυταπάτες.

Η ζύμη της εξουσίας.



Η πολιτική μοιάζει με τη ζύμη. Θέλει αλεύρι, νερό, μα πολιτική μοιάζει με τη ζύμη. Θέλει αλεύρι, νερό, μαγιά και χρόνο. Μόνο που στην πολιτική το αλεύρι είναι ο λαός, το νερό οι υποσχέσεις και η μαγιά η φιλοδοξία εκείνων που θέλουν να φουσκώσουν πάνω από το μπόι τους.

Ο πολιτικός παίρνει τα υλικά, τα ανακατεύει με προσεκτικές δόσεις πατρίδας, θρησκείας, ασφάλειας και ανάπτυξης, κι ύστερα αφήνει το μείγμα να φουσκώσει. Όσο περισσότερο φουσκώνει, τόσο μεγαλύτερη εντύπωση προκαλεί. Κανείς δεν σκέφτεται να ρωτήσει πόσο ψωμί θα βγει τελικά. Η βιτρίνα έχει ήδη γεμίσει καρβέλια.

Κι εδώ αρχίζει η μαγειρική της εξουσίας. Γιατί άλλο η ζύμη κι άλλο το ψωμί. Η πρώτη υπόσχεται όγκο, το δεύτερο οφείλει να θρέψει. Η πολιτική, όμως, έχει ανακαλύψει πως μπορείς να πουλάς το πρώτο για το δεύτερο. Αρκεί να διαθέτεις καλό φούρνο, επικοινωνιακούς αρτοποιούς και μερικά κανάλια που θα μεταδίδουν αδιάκοπα τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου μέλλοντος.



Ο λαός ζυμώνεται καθημερινά. Με την ακρίβεια, την ανασφάλεια, τους φόρους, την εργασία που δεν φτάνει για να καλύψει τις ανάγκες της ζωής. Του λένε πως πρέπει να κάνει υπομονή, να σφίξει το ζωνάρι, να περιμένει να ωριμάσουν οι συνθήκες. Κανείς δεν του εξηγεί γιατί εκείνοι που κρατούν τον φούρνο έχουν πάντα γεμάτο τραπέζι, ενώ εκείνοι που κουβαλούν τα σακιά με το αλεύρι συχνά δεν έχουν ούτε ψίχουλα.

Και η μαγιά δουλεύει. Φουσκώνει τους αριθμούς, τις δημοσκοπήσεις, τις προσδοκίες, τις προεκλογικές εξαγγελίες. Φουσκώνει τα βιογραφικά των σωτήρων και τις τσέπες των επιτήδειων. Κάθε τόσο αλλάζει η συνταγή, όχι όμως και οι μερίδες. Οι ίδιοι κάθονται στο τραπέζι της εξουσίας, οι ίδιοι μοιράζουν τα κομμάτια και οι υπόλοιποι καλούνται να χειροκροτήσουν την αρμονία του γεύματος.

Το πιο ενδιαφέρον είναι πως η εξουσία δεν φοβάται τόσο τον πεινασμένο όσο εκείνον που θα μάθει να ξεχωρίζει τα υλικά. Γιατί ο πεινασμένος μπορεί να αρκεστεί σε μια υπόσχεση ψωμιού. Εκείνος, όμως, που γνωρίζει ποιος καλλιεργεί το σιτάρι, ποιος αλέθει το αλεύρι, ποιος ελέγχει την παραγωγή και ποιος καθορίζει την τιμή, αρχίζει να καταλαβαίνει πως η πείνα δεν είναι πάντοτε αποτέλεσμα έλλειψης. Μπορεί να είναι και αποτέλεσμα διανομής.

Και τότε η συζήτηση παύει να αφορά τη συνταγή. Αφορά την ιδιοκτησία του φούρνου.

Αυτή είναι η λεπτομέρεια που αποφεύγει επιμελώς η πολιτική ρητορεία. Μας καλεί να διαλέξουμε τον αρτοποιό, αλλά σπάνια μας καλεί να συζητήσουμε ποιος κατέχει τον φούρνο, ποιος πληρώνει τα καύσιμα και ποιος αποφασίζει ποιος θα φάει. Μας προσφέρει εναλλαγές προσώπων ως υποκατάστατο της αλλαγής των σχέσεων. Και κάθε φορά που η ζύμη ξεφουσκώνει, ανακαλύπτει έναν καινούργιο εχθρό για να δικαιολογήσει το αποτυχημένο ψήσιμο.



Ίσως, λοιπόν, το πρόβλημα να μην είναι ότι η ζύμη δεν φουσκώνει αρκετά. Ίσως είναι ότι κάποιοι έχουν αποκτήσει το αποκλειστικό δικαίωμα να αποφασίζουν τι θα γίνει με αυτήν.

Γιατί μια κοινωνία δεν κρίνεται από το πόσο ψηλά φουσκώνει το ψωμί της εξουσίας, αλλά από το αν φτάνει στο τραπέζι όλων.

Και η μεγαλύτερη πολιτική απάτη δεν είναι να σου πουλήσουν μπαγιάτικο ψωμί. Είναι να σε πείσουν πως, επειδή εσύ ζύμωσες το αλεύρι, ο φούρνος τούς ανήκει δικαιωματικά. Ο λαός δίνει το αλεύρι, η εξουσία κρατάει τον φούρνο, οι ολιγάρχες μοιράζουν τα καρβέλια και οι πολιτικοί εξηγούν στους πεινασμένους πως φταίει η συνταγή. Κι όταν η οργή αρχίζει να φουσκώνει, ρίχνουν λίγη μαγιά πατριωτισμού, έναν εχθρό απ’ έξω και δυο κουταλιές φόβου. Γιατί η εξουσία ξέρει καλά: τον πεινασμένο τον φοβάται λιγότερο απ’ όσο φοβάται εκείνον που κατάλαβε ποιος του έφαγε το ψωμί.


Το χαρτί υγείας.

 


Υπάρχουν αντικείμενα που αποκαλύπτουν τον πολιτισμό μιας κοινωνίας καλύτερα από τα μνημεία της. Το χαρτί υγείας, για παράδειγμα. Έχει μια αξιοθαύμαστη ιδιότητα: καταργεί προσωρινά τις κοινωνικές διαφορές. Ο πλούσιος και ο φτωχός, ο υπουργός και ο άνεργος, ο εφοπλιστής και ο συνταξιούχος, όλοι διαθέτουν την ίδια ανατομική έξοδο για τα προϊόντα του πολιτισμού τους. Η ισότητα, βέβαια, διαρκεί ελάχιστα. Αμέσως μετά, ορισμένοι επιστρέφουν στα πολυτελή τους μπάνια, ενώ άλλοι ψάχνουν ακόμη και για χαρτί.

Η δημοκρατία είναι μια ωραία ιδέα. Αλλά η τουαλέτα είναι πιο ειλικρινής.

Εκεί δεν υπάρχουν τηλεοπτικά πάνελ, προεκλογικές υποσχέσεις, δημοσκοπήσεις και εθνικοί στόχοι. Υπάρχει μόνο η υλική αλήθεια του σώματος. Ο άνθρωπος θυμάται ξαφνικά ότι, κάτω από το κοστούμι, τη γραβάτα, το πτυχίο και την κομματική ταυτότητα, παραμένει ένα ζώο με έντερο. Κι αυτή είναι ίσως η τελευταία κοινωνική αλήθεια που δεν κατάφερε να ιδιωτικοποιήσει ο καπιταλισμός.

Ή μήπως κατάφερε και αυτήν;

Το χαρτί υγείας παράγεται, συσκευάζεται, διαφημίζεται, μεταφέρεται και πωλείται. Ακόμη και η ανθρώπινη ανάγκη έχει μετατραπεί σε αγορά. Μας πουλάνε μαλακότητα τριών στρώσεων, αίσθηση πολυτέλειας, άρωμα χαμομηλιού και υπόσχεση καθαριότητας. Η βιομηχανία γνωρίζει ότι ο άνθρωπος δεν αρκείται να καθαριστεί· θέλει να αισθανθεί ανώτερος ακόμη κι όταν καθαρίζεται.

Έτσι αγοράζει επώνυμο χαρτί για να σκουπίσει την ίδια ανατομική μοίρα που μοιράζεται με τον τελευταίο άστεγο. Η ταξική συνείδηση εξαφανίζεται μπροστά στο ράφι του σουπερμάρκετ και επανεμφανίζεται στο ταμείο.

Και κάπου εδώ αρχίζει η πολιτική.

Γιατί η εξουσία δεν είναι μόνο εκείνη που αποφασίζει ποιος θα κυβερνήσει, ποιος θα φορολογηθεί και ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό της κρίσης. Είναι και εκείνη που καταφέρνει να πείσει τους ανθρώπους ότι τα σκατά τους μυρίζουν λιγότερο από των άλλων.

Ο πολιτικός που υπόσχεται κάθαρση εμφανίζεται συνήθως ως ειδικός στην αποχέτευση. Καταγγέλλει τη διαφθορά των προηγουμένων, υπόσχεται να καθαρίσει τον τόπο και ζητά την εμπιστοσύνη μας για να πιάσει τη σφουγγαρίστρα. Μόνο που, όταν φτάνει η ώρα της δουλειάς, ανακαλύπτει ότι το σύστημα δεν χρειάζεται καθαρισμό αλλά συντήρηση. Τα λύματα έχουν ήδη αποκτήσει διεύθυνση, ΑΦΜ και πολιτική προστασία.

Η κάθαρση αναβάλλεται. Η καρέκλα καθαρίζεται καθημερινά.

Κι εμείς, οι θεατές της δημόσιας τουαλέτας, παρακολουθούμε την εναλλαγή των διαχειριστών. Ο ένας κατηγορεί τον άλλον ότι λέρωσε τον χώρο, ο δεύτερος απαντά πως παρέλαβε χειρότερη κατάσταση, ο τρίτος υπόσχεται ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Στο μεταξύ, η δυσοσμία παραμένει και ο λογαριασμός έρχεται στον πολίτη.

Η γλώσσα, άλλωστε, είναι το καλύτερο αποσμητικό της πολιτικής. Η φτώχεια γίνεται «δημοσιονομική προσαρμογή», η εκμετάλλευση «ευελιξία της αγοράς», η εγκατάλειψη «περιορισμός δαπανών» και η κοινωνική αδικία «αναγκαίο τίμημα». Με μερικές λέξεις μπορείς να μετατρέψεις ένα βουνό από περιττώματα σε αναπτυξιακή πρόκληση.

Αρκεί να έχεις καλό επικοινωνιολόγο.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι η κοινωνία παράγει σκουπίδια. Όλες οι κοινωνίες παράγουν. Το πρόβλημα είναι ποιος τα παράγει, ποιος κερδίζει από αυτά, ποιος υποχρεώνεται να τα καθαρίσει και ποιος πληρώνεται για να διαβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει δυσοσμία.

Ο εργάτης καθαρίζει τα δημόσια αποχωρητήρια. Ο επιχειρηματίας πουλάει το χαρτί. Ο πολιτικός εγκαινιάζει την ανακαίνιση. Ο διαφημιστής υπόσχεται υγιεινή. Και ο πολίτης πληρώνει εισιτήριο για να παρακολουθήσει την παράσταση της καθαριότητας.

Η κοινωνική αδικία δεν βρίσκεται στο γεγονός ότι όλοι έχουμε ανάγκη από χαρτί. Βρίσκεται στο ότι ορισμένοι έχουν τη δυνατότητα να μεταφέρουν τα απόβλητά τους στην αυλή των άλλων και να τους χρεώνουν επιπλέον για τον καθαρισμό.

Αυτό ονομάζεται οικονομία.

Και η πιο πετυχημένη της διαφήμιση είναι να μας κάνει να πιστεύουμε ότι η βρομιά είναι ατομική ευθύνη, ενώ τα κέρδη της καθαριότητας αποτελούν ιδιωτικό δικαίωμα.

Στο τέλος, το χαρτί υγείας αποδεικνύεται ένα μικρό πολιτικό εγχειρίδιο. Μας διδάσκει ότι η αξιοπρέπεια δεν εξαρτάται από το πόσο ακριβό είναι το χαρτί που χρησιμοποιούμε, αλλά από το αν χρειάζεται να γονατίσουμε για να το αποκτήσουμε. Ότι η καθαριότητα δεν είναι διαφημιστικό σλόγκαν και ότι η κάθαρση δεν επιτυγχάνεται αλλάζοντας απλώς εκείνον που κρατάει το ρολό.

Γιατί η εξουσία έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα απέναντι στους υπηκόους της: μπορεί να λερώσει τον κόσμο και ύστερα να τους πείσει ότι εκείνοι φταίνε που μυρίζει.

Και το χειρότερο δεν είναι πως μας αφήνει χωρίς χαρτί.

Είναι πως μας έχει πείσει ότι το χαρτί είναι αρκετό.


Γκίλφοϊλ – Μίλφοϊλ: Όταν η εξουσία περνάει από το κρεβάτι στο κοινωνικό σαλόνι.

 


Η εξουσία θέλει χρήμα. Το χρήμα αγοράζει επιρροή, η επιρροή εξασφαλίζει πρόσβαση και η πρόσβαση ανοίγει πόρτες που παραμένουν ερμητικά κλειστές για τους πολλούς. Κάπως έτσι λειτουργούσαν ανέκαθεν οι βασιλικές αυλές: άλλοι κυβερνούσαν, άλλοι χρηματοδοτούσαν, άλλοι ψιθύριζαν στο αυτί του μονάρχη και κάποιοι φρόντιζαν να βρίσκονται πάντοτε στο σωστό δωμάτιο, τη σωστή στιγμή. Οι εποχές άλλαξαν, τα ανάκτορα έγιναν προεδρικές κατοικίες και τα παλάτια πολυτελή ξενοδοχεία, αλλά η αρχιτεκτονική της επιρροής παρέμεινε αξιοσημείωτα σταθερή.

Σήμερα, μάλιστα, η αυλή έχει αποκτήσει τηλεοπτικά στούντιο, κοινωνικά δίκτυα, δεξιώσεις και φωτογράφους. Η δημόσια αναγνωρισιμότητα μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό κεφάλαιο, η προσωπική γνωριμία σε επαγγελματικό πλεονέκτημα και η κοινωνική παρουσία σε διαβατήριο προς τους μηχανισμούς της εξουσίας. Δεν χρειάζεται να ανοίξει κανείς μια μυστική πόρτα. Αρκεί να είναι προσκεκλημένος στην επίσημη δεξίωση.

Η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ είναι ένα χαρακτηριστικό πρόσωπο αυτής της σύγχρονης πολιτικής σκηνογραφίας. Πρώην εισαγγελέας, τηλεοπτική προσωπικότητα και πρώην αρραβωνιαστικιά του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, γιου του Αμερικανού προέδρου, ανέλαβε την πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα. Η διαδρομή της συνδέει την τηλεοπτική προβολή, την προσωπική εγγύτητα στην οικογένεια Τραμπ και τη θεσμική εκπροσώπηση μιας υπερδύναμης.

Η προσωπική της σχέση με τον γιο του προέδρου δεν αποδεικνύει από μόνη της ούτε τα κριτήρια του διορισμού της ούτε κάποια παρατυπία. Φωτίζει, ωστόσο, ένα πολιτικό περιβάλλον στο οποίο η αναγνωρισιμότητα, η προσωπική εμπιστοσύνη και η εγγύτητα στον ηγέτη μπορούν να αποκτήσουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Και εδώ η ιστορία παύει να αφορά μόνο μια γυναίκα και αρχίζει να αφορά το σύστημα που την ανέδειξε.

Το σύστημα αυτό έχει και όνομα: MAGA.

Το "Make America Great Again" παρουσιάστηκε ως "εξέγερση" εναντίον του κατεστημένου. Ο Ντόναλντ Τραμπ υποσχέθηκε να ταράξει τα νερά της Ουάσιγκτον, να αποκαταστήσει την εθνική αυτοπεποίθηση και να επιστρέψει την Αμερική στους πολίτες που αισθάνονταν παραμελημένοι από τις παραδοσιακές πολιτικές ελίτ. Η ρητορική του μίλησε για προδομένες κοινωνικές ομάδες, χαμένες θέσεις εργασίας, εθνική παρακμή και την ανάγκη να ανακτηθεί ο έλεγχος της αμερικανικής μοίρας.

Κάθε εξέγερση, όμως, έχει ένα κρίσιμο ερώτημα: θέλει να γκρεμίσει την πυραμίδα ή απλώς να αλλάξει εκείνους που βρίσκονται στην κορυφή της;

Το MAGA δεν εξαφανίζει τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ. Αναδιατάσσει συμμαχίες, ενισχύει νέους ή διαφορετικούς κύκλους επιρροής και διεκδικεί άλλη κατανομή ισχύος. Η πυραμίδα παραμένει· αλλάζουν οι ένοικοί της, οι συμμαχίες τους και οι διαδρομές που οδηγούν στα ανώτερα διαμερίσματα. Η δήθεν εξέγερση εναντίον του κατεστημένου μπορεί, έτσι, να καταλήξει σε μια διαφορετική εκδοχή του: με νέα πρόσωπα, νέους χρηματοδότες και νέους ευνοουμένους, αλλά με την ίδια παλιά ανάγκη να βρίσκεσαι κοντά σε εκείνον που αποφασίζει.

Αυτή είναι η αντίφαση που αξίζει να εξεταστεί. Ένα κίνημα που καταγγέλλει τα προνόμια μπορεί να διατηρεί την ίδια τη λογική τους, αρκεί να αλλάξει τους δικαιούχους. Και όταν η προσωπική πίστη στον ηγέτη αποκτά πολιτική αξία, η οικογένεια, οι φίλοι και οι στενοί συνεργάτες του παύουν να είναι απλώς ένας ιδιωτικός κύκλος. Γίνονται μέρος του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο κατανέμονται η εμπιστοσύνη, οι ευκαιρίες και η πρόσβαση.

Από αυτό το περιβάλλον η διαδρομή της Γκίλφοϊλ έφτασε στην Αθήνα.

Η πρεσβεία δεν είναι κοινωνικό σαλόνι. Είναι θεσμός εκπροσώπησης ενός κράτους, με ευθύνη για σχέσεις που αφορούν την άμυνα, την ενέργεια, τις υποδομές, τις επενδύσεις και τη γεωπολιτική ισορροπία. Η Ελλάδα, λόγω της θέσης της και του ρόλου της στην ευρύτερη περιοχή, αποτελεί σημαντικό πεδίο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Επομένως, κάθε πρέσβης αναλαμβάνει μια αποστολή που υπερβαίνει κατά πολύ την προσωπική του προβολή.

Η διπλωματία, βέβαια, δεν ασκείται μόνο στα υπουργεία και στις επίσημες συναντήσεις. Ασκείται και στα δείπνα, στις δεξιώσεις, στις ανεπίσημες συνομιλίες, στις γνωριμίες που οδηγούν σε άλλες γνωριμίες. Εκεί συναντώνται οι κρατικές επιδιώξεις με τα ιδιωτικά συμφέροντα και η πολιτική με την επιχειρηματική ισχύ. Μια συζήτηση μπορεί να είναι απολύτως θεμιτή, μια γνωριμία χρήσιμη και μια συνεργασία επωφελής. Το κρίσιμο ζήτημα αρχίζει όταν η πρόσβαση παύει να είναι απλώς μέσο επικοινωνίας και μετατρέπεται σε προνόμιο.

Γι’ αυτό οι δημόσιες εμφανίσεις της Γκίλφοϊλ με πρόσωπα της ελληνικής πολιτικής και επιχειρηματικής ζωής δεν χρειάζεται ούτε να δαιμονοποιούνται ούτε να αντιμετωπίζονται ως αυτονόητες αποδείξεις επιτυχίας. Μια φωτογραφία δεν αποδεικνύει συναλλαγή. Μια χειραψία δεν αποτελεί τεκμήριο διαπλοκής. Αλλά ούτε και η φωτογραφία είναι πάντα τόσο αθώα όσο φαίνεται: μπορεί να λειτουργήσει ως δημόσιο πιστοποιητικό εγγύτητας, ως μήνυμα προς την αγορά, ως υπόσχεση πρόσβασης ή ως διαφήμιση πολιτικού κύρους.

Η πρόσβαση είναι ένα ιδιότυπο κεφάλαιο. Δεν καταγράφεται πάντοτε σε ισολογισμούς, αλλά μπορεί να έχει πραγματική αξία. Ένα τηλεφώνημα που απαντιέται, μια συνάντηση που κανονίζεται, μια πόρτα που ανοίγει πιο εύκολα για κάποιον απ’ ό,τι για κάποιον άλλον. Δεν σημαίνει ότι κάθε τέτοια επαφή οδηγεί σε ανταλλάγματα. Σημαίνει, όμως, ότι η εγγύτητα στην εξουσία δημιουργεί μια ασυμμετρία: κάποιοι αποκτούν ευκαιρίες να ακουστούν, ενώ άλλοι δεν φτάνουν ποτέ μέχρι την αίθουσα όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις.

Εδώ η ελληνική διάσταση του MAGA γίνεται πιο καθαρή. Η Ουάσιγκτον αναδιατάσσει τους δικούς της κύκλους επιρροής· η Αθήνα προσπαθεί να διαβάσει τη νέα πραγματικότητα και να διατηρήσει τις σχέσεις της με το αμερικανικό κέντρο ισχύος. Πολιτικοί αναζητούν διπλωματικά ερείσματα, επιχειρηματίες επιδιώκουν να ενισχύσουν τις θέσεις τους και θεσμικοί παράγοντες αναζητούν διαύλους επικοινωνίας. Όλα αυτά μπορούν να αποτελούν μέρος της κανονικής λειτουργίας της διπλωματίας. Η διαφορά ανάμεσα στη θεμιτή επαφή και στο προνόμιο, όμως, δεν κρίνεται από το χαμόγελο της φωτογραφίας. Κρίνεται από τους κανόνες, τη διαφάνεια και τις αποφάσεις που ακολουθούν.

Οι Έλληνες πολιτικοί δεν μπορούν να μετρούν την επιτυχία της εξωτερικής πολιτικής με τον αριθμό των χειραψιών τους. Οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να θεωρούν την εγγύτητα προς την εξουσία υποκατάστατο του θεμιτού ανταγωνισμού. Και οι πολίτες δεν είναι υποχρεωμένοι να εκλαμβάνουν κάθε δεξίωση ως εθνική επιτυχία επειδή σε αυτήν παρευρίσκονται πρόσωπα με ισχυρές διασυνδέσεις.

Το εθνικό συμφέρον δεν αποδεικνύεται με φωτογραφίες. Αποδεικνύεται με αποτελέσματα, με διαφανείς διαδικασίες και με δυνατότητα δημόσιου ελέγχου. Διαφορετικά, η διπλωματία κινδυνεύει να μετατραπεί σε σκηνοθεσία κύρους, όπου όλοι εμφανίζονται να εκπροσωπούν τη χώρα, αλλά ο καθένας μπορεί να προσδοκά κάτι διαφορετικό από τη συνάντηση.

Και τότε εμφανίζεται το λογοπαίγνιο: "Γκίλφοϊλ – Μίλφοϊλ."

Ηχητικό παιχνίδι, εύκολο στην αναπαραγωγή και κατάλληλο για την πολιτική του θεάματος. Η συζήτηση μπορεί έτσι να διολισθήσει από τους θεσμούς στην εμφάνιση, από τις σχέσεις εξουσίας στην προσωπική ζωή και από τα πραγματικά ερωτήματα σε ένα πονηρό χαμόγελο. Η γυναίκα γίνεται θέαμα και το σύστημα που την περιβάλλει περνάει στο φόντο.

Αυτό είναι το βολικότερο τέχνασμα της δημόσιας σκηνής: να μετατρέπει ένα πολιτικό ζήτημα σε κουτσομπολιό, ώστε να μη χρειάζεται να συζητήσει κανείς την πολιτική του ουσία. Η κριτική δεν χρειάζεται σεξιστικά υπονοούμενα ούτε ατεκμηρίωτες κατηγορίες. Χρειάζεται να εξετάζει πώς η προσωπική προβολή μετατρέπεται σε κύρος, πώς το κύρος γίνεται πρόσβαση και πώς η πρόσβαση μπορεί να αποκτήσει πολιτική ή οικονομική αξία.

Από το κρεβάτι στο κοινωνικό σαλόνι και από εκεί στα κέντρα λήψης αποφάσεων: ο τίτλος δεν υποστηρίζει ότι κάθε προσωπική σχέση είναι συναλλαγή. Περιγράφει, ειρωνικά, μια διαδρομή μέσα από την οποία η ιδιωτική εγγύτητα, η δημόσια αναγνωρισιμότητα και η θεσμική εξουσία μπορούν να συναντηθούν. Το ερώτημα δεν είναι ποιος γνώριζε ποιον, αλλά τι σημασία αποκτά αυτή η γνωριμία όταν ο ένας διαθέτει εξουσία και ο άλλος αναζητά πρόσβαση σε αυτήν.

Και ύστερα ήρθε η αποχώρηση.

Στις 13 Οκτωβρίου 2026, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Λευκός Οίκος ζήτησε από την Γκίλφοϊλ να παραιτηθεί από τη θέση της πρέσβειρας στην Ελλάδα, έπειτα από καταγγελίες για ανάρμοστη συμπεριφορά και ισχυρισμούς σχετικά με πιθανή προσφορά πρόσβασης σε αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ με αντάλλαγμα χρήματα ή άλλες παροχές. Η ίδια αμφισβήτησε τις καταγγελίες. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν αποδεδειγμένα γεγονότα και η αποχώρησή της δεν ισοδυναμεί με απόδειξη ενοχής. Αποτελούν, ωστόσο, μια σοβαρή εξέλιξη για ένα πρόσωπο που είχε αναδειχθεί μέσα από τον στενό κύκλο του Τραμπ και εκπροσωπούσε την κυβέρνησή του στην Αθήνα.

Η πολιτική ειρωνεία είναι προφανής. Ένα κίνημα που υποσχέθηκε να καθαρίσει την Ουάσιγκτον από το κατεστημένο βρίσκεται αντιμέτωπο με καταγγελίες που αγγίζουν ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία κάθε εξουσίας: τη σχέση ανάμεσα στην προσωπική επιρροή και το ιδιωτικό όφελος. Αυτό δεν επιτρέπει την καταδίκη ενός προσώπου χωρίς αποδείξεις. Επιτρέπει, όμως, να τεθεί το ερώτημα αν η υπόσχεση της πολιτικής ανανέωσης συνοδεύεται από κανόνες που ισχύουν για όλους ή αν η ηθική αυστηρότητα εξαντλείται στους αντιπάλους.

Και στην Αθήνα τι μένει; Οι φωτογραφίες, οι δεξιώσεις, οι χειραψίες και οι δημόσιες φιλοφρονήσεις. Κυρίως, όμως, μένουν τα ερωτήματα για τη λειτουργία της ίδιας της πολιτικής εγγύτητας. Ποιοι είχαν πρόσβαση; Πώς χρησιμοποιήθηκαν οι δίαυλοι επικοινωνίας; Ποιες θεσμικές διαδικασίες διασφάλιζαν τη διαφάνεια; Και πόσο εύκολα μια κοινωνική γνωριμία μπορεί να παρουσιαστεί ως διπλωματικό επίτευγμα, χωρίς να εξετάζεται τι πραγματικά προσέφερε στη χώρα;

Η συνάντηση με μια πρέσβειρα δεν καθιστά κανέναν ύποπτο. Η φωτογραφία δίπλα σε έναν ισχυρό αξιωματούχο δεν αποτελεί κατηγορία. Όσοι συναντήθηκαν με την Γκίλφοϊλ δεν οφείλουν να απολογηθούν για την ύπαρξη μιας γνωριμίας. Οφείλουν, όπως κάθε δημόσιος παράγοντας, να μπορούν να εξηγήσουν τις πράξεις τους όταν προκύπτουν συγκεκριμένα και τεκμηριωμένα ερωτήματα. Η δημοκρατία δεν απαιτεί ενοχοποίηση των πάντων· απαιτεί να μην εξαιρείται κανείς από τον έλεγχο.

Η Γκίλφοϊλ έφυγε. Οι αυλές, όμως, δεν κλείνουν όταν αποχωρεί ένας αυλικός. Αλλάζουν πρόσωπα, διακόσμηση και φωτογράφο. Οι πολιτικοί εξακολουθούν να αναζητούν την εύνοια των ισχυρών, οι επιχειρηματίες εξακολουθούν να επιδιώκουν πρόσβαση και οι δημόσιες σχέσεις εξακολουθούν να φορούν το κοστούμι του εθνικού συμφέροντος. Όταν αλλάζει ο πρωταγωνιστής, το έργο μπορεί να συνεχιστεί σχεδόν χωρίς πρόβα.

Αυτό είναι το πραγματικό λίφτινγκ της εξουσίας: να παρουσιάζεται η ανακατανομή των προνομίων ως επανάσταση εναντίον τους, η προσωπική πρόσβαση ως διπλωματία και η κοινωνική συναναστροφή ως εθνική επιτυχία. Μέχρι να χαλάσει η φωτογραφία. Τότε οι χθεσινές χειραψίες γίνονται αμήχανες αναμνήσεις και όσοι διαφήμιζαν την εγγύτητά τους με την ισχύ ανακαλύπτουν ότι η εγγύτητα δεν ήταν ποτέ εγγύηση.

Το MAGA υποσχέθηκε να κάνει την Αμερική ξανά μεγάλη. Το ερώτημα είναι ποιος ακριβώς θα γινόταν μεγαλύτερος: η κοινωνία, οι θεσμοί και οι πολίτες ή εκείνοι που ξέρουν να βρίσκονται κοντά στους ανθρώπους που αποφασίζουν; Γιατί μια πολιτική δύναμη μπορεί να αλλάξει τα συνθήματα, να ανανεώσει τις συμμαχίες της και να καταγγείλει τους προηγούμενους διαχειριστές της εξουσίας. Αν, όμως, διατηρεί την ίδια αντίληψη για τα προνόμια, δεν γκρεμίζει το κατεστημένο. Απλώς αλλάζει τη βάρδια.

Και όταν σβήσουν τα φλας, αδειάσουν τα ποτήρια και κλείσουν οι πόρτες των σαλονιών, μένει το ερώτημα που κανένα λογοπαίγνιο δεν μπορεί να κρύψει: ποιος ωφελήθηκε από την εγγύτητα στην εξουσία -και ποιος θα πληρώσει, για άλλη μια φορά, τον λογαριασμό;

10/10/26

Η χοληστερίνη των χορτάτων και η πείνα των φτωχών.



Ο καπιταλισμός έχει ένα αξιοθαύμαστο ταλέντο: καταφέρνει να μετατρέπει ακόμη και τις αντιφάσεις του σε επαγγελματικές ειδικότητες. Για τους χορτάτους ανακάλυψε τη διαιτολογία, για τους πεινασμένους τη φιλανθρωπία. Στους πρώτους εξηγεί πώς να αφαιρούν από το πιάτο τους όσα περισσεύουν. Στους δεύτερους δεν εξηγεί τίποτα. Τους αφήνει απλώς να κοιτάζουν το πιάτο των άλλων.

Ο ένας φοβάται τη χοληστερίνη, ο άλλος την ασιτία. Ο ένας πληρώνει για να χάσει βάρος, ο άλλος χάνει βάρος επειδή δεν έχει να πληρώσει. Και οι δύο ζουν στον ίδιο πλανήτη, αλλά η ανθρωπότητα έχει φροντίσει να τους χωρίσει σε δύο διαφορετικές κατηγορίες ασθενών: εκείνους που κινδυνεύουν από τις απολαύσεις τους και εκείνους που κινδυνεύουν από τη στέρησή τους.

Η ιατρική, φυσικά, δεν φταίει. Η χοληστερίνη είναι πραγματικός κίνδυνος και η πείνα πραγματική καταστροφή. Το σκάνδαλο βρίσκεται αλλού: σε μια κοινωνία που διαθέτει την επιστημονική γνώση να παρατείνει τη ζωή, την τεχνολογία να παράγει τρόφιμα και τα μέσα να μεταφέρει ανθρώπους στο διάστημα, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την πείνα σαν να πρόκειται για φυσική καταστροφή και όχι για πρόβλημα που συνδέεται και με τη φτώχεια, την ανισότητα, τον πόλεμο και την πολιτική διαχείριση των πόρων.

Δεν είναι ότι δεν υπάρχει ψωμί. Είναι ότι το ψωμί έχει ιδιοκτήτη, τιμή και αγοραστή. Κι όταν δεν έχεις χρήματα, ακόμη και η αφθονία των άλλων αποτελεί μια μορφή στέρησης.

Στο μεταξύ, η βιομηχανία της υγείας μάς μαθαίνει να φοβόμαστε κάθε γραμμάριο λίπους, κάθε μονάδα χοληστερίνης, κάθε απόκλιση από τις εργαστηριακές τιμές. Καλά κάνει. Μόνο που θα ήταν ενδιαφέρον να υπήρχε κι ένα εργαστήριο που να μετράει τη χοληστερίνη της κοινωνικής συνείδησης. Να βλέπαμε πόσο έχει φράξει η αρτηρία που συνδέει τον άνθρωπο με τον συνάνθρωπό του.

Γιατί η κοινωνία δεν πάσχει μόνο από καρδιαγγειακά νοσήματα. Πάσχει και από μια ιδιότυπη αθηροσκλήρωση της ευαισθησίας. Το αίμα κυκλοφορεί, το χρήμα κυκλοφορεί, τα εμπορεύματα κυκλοφορούν. Μόνο η αλληλεγγύη παρουσιάζει συχνά σοβαρή απόφραξη.

Και κάπως έτσι, ο πεινασμένος γίνεται στατιστική, ο άστεγος θέαμα και ο φτωχός πρόβλημα προς διαχείριση. Οι χορτάτοι συνεχίζουν να συζητούν για την ποιότητα της ζωής, χωρίς να αναρωτιούνται ποιος πληρώνει το κόστος της δικής τους ευημερίας.

Δεν χρειάζεται να δαιμονοποιήσουμε το φαγητό ούτε να εξιδανικεύσουμε τη φτώχεια. Η φτώχεια δεν εξευγενίζει τον άνθρωπο· τον εξαντλεί. Και η πείνα δεν είναι ποιητική μεταφορά. Είναι το στομάχι που αδειάζει, το σώμα που καταρρέει, το παιδί που δεν μπορεί να περιμένει την επόμενη οικονομική ανάπτυξη.

Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιοι τρώνε πολύ και άλλοι λίγο. Είναι ότι εκείνοι που έχουν τη δύναμη να αλλάξουν αυτή την κατάσταση έχουν καταφέρει να μας πείσουν πως πρόκειται για δύο άσχετα προβλήματα.

Ο ένας χρειάζεται καρδιολόγο. Ο άλλος ψωμί.

Και το σύστημα προσφέρει στον πρώτο μια εξέταση αίματος, στον δεύτερο ένα συσσίτιο και στον εαυτό του ένα ακόμη εύσημο για την κοινωνική του ευαισθησία.

Η αδικία, βλέπετε, έχει κι αυτή τον δικό της μεταβολισμό. Καταναλώνει ανθρώπους και παράγει άλλοθι.


Η παθολογία της προσαρμογής.



Δεν είναι δείγμα καλής υγείας να είσαι προσαρμοσμένος σε μια βαθιά άρρωστη κοινωνία. Είναι, ενδεχομένως, η πιο επικίνδυνη μορφή ασθένειας: εκείνη που έχει καταφέρει να πείσει τον ασθενή ότι είναι απολύτως φυσιολογικός.

Ο άνθρωπος που δεν αγανακτεί με την αδικία, που προσπερνά τον πεινασμένο, που θεωρεί την εκμετάλλευση επιχειρηματική ευφυΐα και την αναξιοπρέπεια προσωπική αποτυχία, μπορεί να είναι άψογα ενταγμένος στο κοινωνικό περιβάλλον. Να εργάζεται, να πληρώνει τους φόρους του, να καταναλώνει, να χαμογελά στις σωστές περιστάσεις και να κοιμάται ήσυχος τα βράδια. Η κοινωνία θα τον αποκαλέσει ισορροπημένο. Δεν θα αναρωτηθεί ποτέ αν η ισορροπία του οφείλεται στην απουσία συνείδησης.

Γιατί η κοινωνική προσαρμογή δεν είναι πάντοτε ωριμότητα. Μερικές φορές είναι η τέχνη να ακρωτηριάζεις ό,τι περισσεύει από τη συνείδησή σου, μέχρι να χωρέσεις άνετα μέσα στην εποχή σου.

Μαθαίνουμε από μικροί να προσαρμοζόμαστε. Στο σχολείο, στην οικογένεια, στην εργασία, στις ιεραρχίες, στις μικρές και μεγάλες εξουσίες. Μας εκπαιδεύουν να μη δημιουργούμε προβλήματα, να μην ενοχλούμε, να μη θέτουμε ερωτήματα που χαλούν την ησυχία των βολεμένων. Κι όταν τελικά πάψουμε να ενοχλούμαστε από όσα θα έπρεπε να μας εξεγείρουν, μας απονέμουν το μεγαλύτερο παράσημο της κοινωνικής ενσωμάτωσης: γίναμε άνθρωποι της κοινής λογικής.

Μόνο που η κοινή λογική μιας άδικης κοινωνίας είναι συχνά η λογική της αδικίας που έχει γίνει κανονικότητα.

Αν θεωρείς φυσιολογικό να πεθαίνουν άνθρωποι από την πείνα σε έναν κόσμο που πετάει τόνους τροφίμων, δεν είσαι απαραίτητα ρεαλιστής. Μπορεί απλώς να έχεις συμφιλιωθεί με το απαράδεκτο. Αν θεωρείς αναπόφευκτη την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, ίσως δεν ανακάλυψες κάποια βαθιά αλήθεια της ανθρώπινης φύσης. Ίσως απλώς έμαθες να υπακούς σε μια ιστορική συνθήκη και να την περνάς για φυσικό νόμο.

Η κοινωνία, άλλωστε, δεν χρειάζεται πάντοτε να καταστείλει τους αντιφρονούντες. Συχνά της αρκεί να τους χαρακτηρίσει γραφικούς, υπερβολικούς, αφελείς ή ανεδαφικούς. Είναι ένας οικονομικότατος τρόπος εξουδετέρωσης: δεν φυλακίζεις την ιδέα, γελοιοποιείς εκείνον που την εκφράζει.

Κι έτσι, ο άνθρωπος που δυσφορεί με την αδικία αρχίζει να αμφιβάλλει για τον εαυτό του, ενώ εκείνος που έχει συμφιλιωθεί μαζί της αισθάνεται ψυχικά υγιής. Ο πρώτος υποφέρει επειδή βλέπει την αντίφαση. Ο δεύτερος ησυχάζει επειδή έμαθε να μη βλέπει.

Δεν σημαίνει, βέβαια, πως κάθε προσαρμογή είναι υποταγή ούτε πως κάθε σύγκρουση αποτελεί απόδειξη αρετής. Η ζωή απαιτεί συμβιβασμούς, όχι όμως την εκχώρηση της κρίσης μας. Άλλο να μαθαίνεις να ζεις μέσα σε μια κοινωνία και άλλο να αποδέχεσαι ως σωστό καθετί που σου επιτρέπει να επιβιώνεις μέσα της.

Το μέτρο της υγείας δεν είναι πόσο καλά προσαρμόζεσαι στον κόσμο που υπάρχει, αλλά πόση από την ανθρωπιά σου διατηρείς όταν ο κόσμος απαιτεί να την εγκαταλείψεις.

Και ίσως ο πιο επικίνδυνος ασθενής μιας άρρωστης κοινωνίας να μην είναι εκείνος που υποφέρει από τις αντιφάσεις της, αλλά εκείνος που τις έχει ξεπεράσει όλες.

Έχει πάψει να πονάει.

Και το ονομάζει ωριμότητα.


Γιατί ο άνθρωπος φοβάται την αλλαγή;



Ο άνθρωπος δεν φοβάται πάντοτε την αλλαγή. Φοβάται κυρίως εκείνο που η αλλαγή απειλεί να του αφαιρέσει: τη βεβαιότητα ότι γνωρίζει τον κόσμο, την ψευδαίσθηση ότι ελέγχει τη ζωή του, την ταυτότητα που έχτισε μέσα στα χρόνια, ακόμη κι αν αυτή η ταυτότητα έχει γίνει η φυλακή του.

Το παράδοξο είναι πως μπορεί να υποφέρει μέσα σε μια κατάσταση και, παρ’ όλα αυτά, να την υπερασπίζεται με πείσμα. Να μένει σε μια δουλειά που τον εξαντλεί, σε μια σχέση που τον ακυρώνει, σε μια κοινωνία που τον αδικεί. Όχι επειδή δεν βλέπει το αδιέξοδο, αλλά επειδή το αδιέξοδο τού είναι οικείο. Ξέρει πού πονάει. Το άγνωστο, αντίθετα, δεν του υπόσχεται ούτε καν έναν γνώριμο πόνο.

Η συνήθεια είναι ένας παράξενος μηχανισμός υποταγής. Μετατρέπει το επαναλαμβανόμενο σε φυσιολογικό, το άδικο σε αναπόφευκτο και το απαράδεκτο σε καθημερινότητα. Κάποτε, μάλιστα, ο άνθρωπος υπερασπίζεται με μεγαλύτερο πάθος τις αλυσίδες του απ’ όσο θα υπερασπιζόταν την ελευθερία του. Οι αλυσίδες έχουν ένα πλεονέκτημα: δεν απαιτούν αποφάσεις.

Υπάρχει, όμως, και κάτι βαθύτερο. Η αλλαγή δεν απειλεί μόνο όσα έχουμε. Απειλεί και όσα πιστεύουμε ότι είμαστε. Για να αλλάξει κανείς, πρέπει συχνά να παραδεχτεί ότι έκανε λάθος, ότι πίστεψε σε ψέματα, ότι υπηρέτησε ιδέες που δεν άντεξαν στον χρόνο. Κι αυτό είναι οδυνηρότερο από την απώλεια ενός αντικειμένου ή μιας συνήθειας. Είναι η απώλεια μιας ολόκληρης εκδοχής του εαυτού μας.

Γι’ αυτό οι άνθρωποι συχνά προτιμούν να διαψεύδουν την πραγματικότητα παρά να αναθεωρούν τις πεποιθήσεις τους. Είναι ευκολότερο να κατηγορήσεις τον κόσμο που αλλάζει παρά να παραδεχτείς ότι εσύ έμεινες ακίνητος.

Το ίδιο συμβαίνει και στις κοινωνίες. Οι κατεστημένες εξουσίες παρουσιάζουν την αλλαγή ως κίνδυνο, την αμφισβήτηση ως ανευθυνότητα και την υπακοή ως ωριμότητα. Η διατήρηση της τάξης εμφανίζεται ως υπέρτατη αρετή, ακόμη κι όταν η τάξη αυτή διατηρεί την αδικία. Έτσι, ο φόβος του ανθρώπου γίνεται το ασφαλέστερο καταφύγιο εκείνων που δεν θέλουν να αλλάξει τίποτε.

Κι όμως, η ζωή είναι αλλαγή. Το σώμα μεταβάλλεται, οι ιδέες αναθεωρούνται, οι σχέσεις μεταμορφώνονται, οι βεβαιότητες καταρρέουν. Ακόμη κι όταν αρνούμαστε να αλλάξουμε, αλλάζουμε -μόνο που τότε η αλλαγή συμβαίνει χωρίς τη συμμετοχή μας. Και το τίμημα μπορεί να είναι η σταδιακή αποξένωση από τον ίδιο μας τον εαυτό.

Δεν χρειάζεται, βέβαια, να λατρεύουμε κάθε καινούργιο πράγμα. Το καινούργιο δεν είναι αυτομάτως καλύτερο, όπως και το παλιό δεν είναι αυτομάτως άχρηστο. Η ωριμότητα βρίσκεται στην ικανότητα να ξεχωρίζουμε τι αξίζει να διατηρηθεί και τι πρέπει να εγκαταλειφθεί. Να μη συγχέουμε τη σταθερότητα με την ακινησία ούτε την ελευθερία με την αδιάκοπη φυγή.

Ίσως, τελικά, ο βαθύτερος φόβος μας να μην είναι η αλλαγή, αλλά η ευθύνη που τη συνοδεύει. Γιατί, όταν παραδεχτούμε ότι τα πράγματα μπορούν να είναι διαφορετικά, χάνουμε το άλλοθι ότι δεν υπάρχει εναλλακτική.

Και τότε αρχίζει το δύσκολο μέρος: δεν μπορούμε πια να κατηγορούμε τη μοίρα για όσα επιλέγουμε να ανεχόμαστε.


9/10/26

Η Ειρήνη- το άλλο όνομα της ήττας.



Η ειρήνη είναι η πιο κακοποιημένη λέξη της πολιτικής. Την επικαλούνται οι στρατηγοί όταν τελειώνουν τα πυρομαχικά, οι κυβερνήσεις όταν χρειάζονται χρόνο για να ξαναοπλιστούν και οι έμποροι των όπλων όταν θέλουν να παρουσιάσουν τον επόμενο πόλεμο ως αναγκαίο για να διατηρηθεί η προηγούμενη ειρήνη.

Κάθε εποχή έχει τους πολέμους της και κάθε πόλεμος τους ειρηνοποιούς του. Άνθρωποι με αυστηρά πρόσωπα, ακριβές γραβάτες και περισπούδαστο ύφος μοιράζουν σύνορα πάνω σε χάρτες, σαν να πρόκειται για οικόπεδα που κληρονόμησαν από τον πατέρα τους. Ύστερα φωτογραφίζονται χαμογελαστοί, ενώ κάπου μακριά ένας πατέρας θάβει το παιδί του. Η διπλωματία έχει το σπάνιο προνόμιο να αποκαλεί επιτυχία αυτό που η ανθρώπινη ζωή καταγράφει ως καταστροφή.

Μας έμαθαν να θεωρούμε την ειρήνη απουσία πολέμου. Πρόκειται για μια βολική παρεξήγηση. Γιατί μπορεί να μην πέφτουν βόμβες, αλλά να πέφτει καθημερινά η αξιοπρέπεια. Μπορεί να μη λειτουργούν τα πολυβόλα, αλλά να λειτουργεί άψογα η πείνα. Μπορεί οι στρατοί να έχουν επιστρέψει στα στρατόπεδα, αλλά οι άνθρωποι να εξακολουθούν να ζουν υπό κατοχή: του φόβου, της φτώχειας, της εκμετάλλευσης, της ανάγκης να πουλήσουν τη ζωή τους για να εξασφαλίσουν τα στοιχειώδη.

Τι είδους ειρήνη είναι αυτή που απαιτεί από τον φτωχό να συμφιλιωθεί με την πείνα του, από τον εργαζόμενο με την εξάντλησή του και από τον αδικημένο να δείξει κατανόηση στον δικαστή του; Η κοινωνική αδικία δεν γίνεται λιγότερο βίαιη επειδή φοράει κοστούμι. Και η εκμετάλλευση δεν γίνεται λιγότερο απάνθρωπη επειδή έχει αποκτήσει νόμιμη διεύθυνση, εταιρικό ΑΦΜ και πιστοποιητικό κοινωνικής ευθύνης.

Η ειρήνη δεν είναι, λοιπόν, η σιωπή των όπλων. Είναι η κατάργηση της ανάγκης να τα κρατάς.

Δεν είναι η ισορροπία του τρόμου, όπου δύο αντίπαλοι αποφεύγουν να αλληλοεξοντωθούν επειδή φοβούνται το μέγεθος της αμοιβαίας καταστροφής. Αυτό δεν είναι ειρήνη· είναι ένας πόλεμος που αναβάλλεται από τον φόβο. Ούτε είναι η υποταγή του αδύναμου στον ισχυρό, επειδή ο δεύτερος έχει την ευγένεια να μην τον σκοτώνει όσο εκείνος υπακούει.

Η αληθινή ειρήνη προϋποθέτει δικαιοσύνη. Κι η δικαιοσύνη προϋποθέτει ανθρώπους που δεν αντιμετωπίζουν τους άλλους ως εργαλεία, αναλώσιμα ή εμπόδια στην προσωπική τους ευημερία. Προϋποθέτει την αποδοχή μιας απλής, σχεδόν επαναστατικής ιδέας: ότι κανένας άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να αποτελεί το μέσο της ευτυχίας κάποιου άλλου.

Γι’ αυτό και η ειρήνη είναι βαθιά πολιτικό ζήτημα. Δεν θα την εξασφαλίσουν οι τελετές, τα περιστέρια που αφήνονται να πετάξουν μπροστά στις κάμερες ούτε οι επετειακοί λόγοι ανθρώπων που ψηφίζουν εξοπλισμούς και εκφωνούν αντιπολεμικές διακηρύξεις. Δεν θα τη φέρουν όσοι εμπορεύονται τον φόβο και κατόπιν προσφέρονται να μας προστατεύσουν από αυτόν.

Θα τη φέρει, αν και όποτε τη φέρει, η συνειδητοποίηση ότι ο άνθρωπος απέναντι δεν είναι ο φυσικός μας εχθρός. Είναι κάποιος που γεννήθηκε σε άλλη γλώσσα, σε διαφορετικά σύνορα, κάτω από άλλη σημαία, αλλά με την ίδια εύθραυστη καρδιά και την ίδια αμετάκλητη θνητότητα.

Τα σύνορα χωρίζουν τις επικράτειες. Οι εξουσίες φροντίζουν να χωρίζουν και τους ανθρώπους. Γιατί ένας άνθρωπος που φοβάται τον γείτονά του δυσκολεύεται να αναγνωρίσει εκείνον που τον εκμεταλλεύεται. Κι έτσι, αντί να κοιτάζει προς τα πάνω, προς τα κέντρα όπου αποφασίζονται οι τύχες του, κοιτάζει απέναντι, εκεί όπου του υπέδειξαν τον εχθρό.

Η μεγαλύτερη επιτυχία της εξουσίας δεν είναι να σε πείσει ότι ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος. Είναι να σε πείσει ότι ο άνθρωπος που υποφέρει μαζί σου αποτελεί απειλή για σένα.

Η ειρήνη αρχίζει όταν αυτή η απάτη παύει να λειτουργεί. Όταν η ζωή αποκτά μεγαλύτερη αξία από την επικράτεια, η αξιοπρέπεια μεγαλύτερη από το κέρδος και η ελευθερία μεγαλύτερη από την υπακοή. Όταν η ανθρωπότητα πάψει να μετρά την πρόοδό της με το βεληνεκές των πυραύλων και αρχίσει να τη μετρά με τον αριθμό των ανθρώπων που δεν έχουν πια λόγο να φοβούνται.

Μέχρι τότε, θα συνεχίσουμε να γιορτάζουμε την ειρήνη με παρελάσεις όπλων.

Και να απορούμε γιατί δεν έρχεται.


Η Γεωγραφία της Ψίχας και το Ανάστημα της Ψυχής.


Ποτέ μην αρκεστείς στα ψίχουλα. Η αξιοπρέπεια δεν γεννήθηκε για να ευγνωμονεί εκείνους που της πετούν αποφάγια από το τραπέζι της αφθονίας τους.

Κι αν κάποτε η μοίρα σε στριμώξει τόσο, ώστε να πρέπει να επιβιώσεις με αυτά, μη ντραπείς για τη φτώχεια σου. Να ντραπείς μόνο αν, έχοντας μάθει πια να ζεις με τα ψίχουλα, αρχίσεις να τα φυλάς σαν θησαυρό και να τα αρνείσαι στον διπλανό σου.

Γιατί η μεγαλύτερη ήττα δεν είναι να σου στερήσουν το ψωμί. Είναι να σε πείσουν πως, για να χορτάσεις εσύ, πρέπει κάποιος άλλος να πεινάσει.



8/10/26

Ο τελευταίος αυτοκράτορας και οι πρώτοι της παρακμής.




Οι αυτοκρατορίες δεν πεθαίνουν όταν πέφτουν τα τείχη τους. Έχουν πεθάνει πολύ νωρίτερα, όταν οι άνθρωποί τους συνηθίζουν την παρακμή. Ο Κωνσταντίνος Δραγάτσης Παλαιολόγος βρέθηκε στην κορυφή μιας αυτοκρατορίας που είχε απομείνει σχεδόν χωρίς αυτοκρατορία. Η Κωνσταντινούπολη του 1453 ήταν περισσότερο μνήμη ισχύος παρά ισχυρό κράτος. Κι όμως, οι αυλές, οι τίτλοι, οι τελετές και τα αξιώματα εξακολουθούσαν να λειτουργούν σαν να μπορούσε η ιστορία να εξαπατηθεί από τα πρωτόκολλα.

Αυτό είναι ίσως το πιο διαχρονικό μάθημα του Βυζαντίου.

Όταν η πραγματικότητα καταρρέει, η εξουσία συνήθως δεν καταργεί τις τελετές. Τις αυξάνει.

Κάθε παρακμάζουσα εξουσία χρειάζεται περισσότερες σημαίες, περισσότερες παρελάσεις, περισσότερα μετάλλια, περισσότερους τίτλους και περισσότερους ανθρώπους που θα εξηγούν ότι όλα πάνε θαυμάσια. Η αυτοκρατορία μπορεί να χάνει επαρχίες, η κοινωνία να φτωχαίνει, οι θεσμοί να αδειάζουν από περιεχόμενο, αλλά κάπου θα βρεθεί ένας επίσημος να ανακοινώσει ότι «η κατάσταση βρίσκεται υπό έλεγχο».

Η ιστορία έχει χιούμορ.

Στις 29 Μαΐου 1453, πάντως, ο έλεγχος χάθηκε οριστικά.

Ο Μωάμεθ Β΄ είχε στρατό, πυροβόλα, σχέδιο και την αδυσώπητη λογική της επέκτασης. Η Πόλη είχε τείχη, λίγους υπερασπιστές και έναν αυτοκράτορα που γνώριζε ότι το τέλος πλησίαζε.

Και τότε συμβαίνει κάτι που ενοχλεί ιδιαίτερα την πολιτική λογική.

Ο Παλαιολόγος δεν προσπάθησε να διασώσει τον τίτλο του.

Δεν έψαξε μια ασφαλή έξοδο για τον αυτοκράτορα και μια καλύτερη αφήγηση για τους υπηκόους.

Έμεινε.

Δεν είναι μικρή διαφορά.

Οι περισσότεροι άνθρωποι της εξουσίας αγαπούν την εξουσία όσο αυτή τους προστατεύει. Όταν όμως το καράβι αρχίζει να βουλιάζει, ανακαλύπτουν ξαφνικά τις αρετές της σωσίβιας λέμβου.

Ο Παλαιολόγος έκανε το αντίθετο.

Πέταξε τον αυτοκράτορα και κράτησε τον άνθρωπο.

Και ίσως γι' αυτό εξακολουθεί να μας ενδιαφέρει.

Όχι επειδή ήταν αυτοκράτορας.

Αλλά επειδή υπήρξε η σπάνια περίπτωση όπου ένας άνθρωπος της εξουσίας δεν χρησιμοποίησε την εξουσία για να σωθεί από την ιστορία.

Η πολιτική ιστορία είναι γεμάτη ανθρώπους που κυβέρνησαν χώρες για να διασώσουν τον εαυτό τους. Είναι γεμάτη αυλές που έπεσαν μαζί με τους θρόνους τους και αυλικούς που πρόλαβαν να αλλάξουν στρατόπεδο πριν αλλάξει η σημαία.

Ο τελευταίος Παλαιολόγος δεν είχε αυτή την πολυτέλεια.

Ή ίσως είχε.

Απλώς δεν τη χρησιμοποίησε.

Και εδώ αρχίζει η ειρωνεία.

Οι αυτοκρατορίες κατασκευάζουν τεράστιους μηχανισμούς για να κάνουν έναν άνθρωπο ισχυρό. Του δίνουν στέμμα, στρατό, τίτλο, αυλή, σύμβολα και ιστορική αποστολή.

Και στο τέλος, όταν όλα αυτά εξαφανιστούν, απομένει ένας άνθρωπος με ένα σπαθί.

Τόσο απλό.

Τόσο φτωχό.

Τόσο ανθρώπινο.

Ο Παλαιολόγος δεν μπόρεσε να σταματήσει την Ιστορία. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί.

Μπορούσε όμως να αποφασίσει πώς θα σταθεί απέναντί της.

Και αυτό είναι που ενοχλεί περισσότερο τους σημερινούς διαχειριστές της εξουσίας.

Γιατί η εξουσία θέλει να μας πείσει ότι ο άνθρωπος είναι πάντοτε διαπραγματεύσιμος. Ότι όλα έχουν μια τιμή. Ότι κάθε ήττα μπορεί να βαφτιστεί «στρατηγική προσαρμογή», κάθε υποχώρηση «ρεαλισμός» και κάθε συμβιβασμός «υπευθυνότητα».

Μέχρι που κάποιος αρνείται.

Και τότε αποκαλύπτεται η μεγάλη απάτη:

Δεν φοβάται η εξουσία τον επαναστάτη όσο φοβάται τον άνθρωπο που δεν μπορεί να εξαγοράσει.

Η Κωνσταντινούπολη έπεσε.

Αλλά το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στην πτώση της.

Βρίσκεται στο τι ακολούθησε.

Οι αυτοκρατορίες αλλάζουν. Οι σημαίες αλλάζουν. Οι διοικήσεις αλλάζουν. Οι άρχοντες αλλάζουν.

Και οι άνθρωποι συνεχίζουν να περιμένουν τον επόμενο αυτοκράτορα να τους σώσει.

Εκεί βρίσκεται η πραγματική ήττα.

Όχι στην πτώση των τειχών.

Στην παράδοση της σκέψης.

Ο Παλαιολόγος χάθηκε μαζί με την Πόλη.

Οι αυτοκρατορίες όμως εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα μας -κάθε φορά που δεχόμαστε την εξουσία χωρίς να τη ρωτάμε ποιον υπηρετεί, κάθε φορά που συγχέουμε το μεγαλείο με το μέγεθος, κάθε φορά που θεωρούμε φυσικό να υπάρχουν λίγοι στην κορυφή και πολλοί από κάτω.

Και τότε η Ιστορία επαναλαμβάνει το αστείο της.

Χτίζουμε καινούργια τείχη, υψώνουμε καινούργιες σημαίες, εκλέγουμε καινούργιους άρχοντες και περιμένουμε από τους ίδιους ανθρώπους που δημιούργησαν την παρακμή να μας σώσουν από αυτήν.

Μόνο που οι σύγχρονες Κωνσταντινούπολεις δεν πολιορκούνται πάντοτε από κανόνια.

Πολιορκούνται από την αδιαφορία.

Και οι σημερινοί αυτοκράτορες δεν χρειάζεται καν να πεθάνουν στα τείχη.

Έχουν ήδη φροντίσει να υπάρχουν αρκετές σωσίβιες λέμβοι.

Για τους ίδιους.






Το μέτρο της εξουσίας.

 


Στον Τινάνειο Κήπο στέκει ο Θεμιστοκλής, με τη γνώριμη ακινησία των ανθρώπων που έχουν πλέον απαλλαγεί από την ανάγκη να αποδεικνύουν ποιοι είναι. Πίσω του η Αγία Τριάδα. Μπροστά του ο Πειραιάς. Και χαμηλότερα, σε μια λεπτομέρεια που η επίσημη Ιστορία θα προτιμούσε ίσως να προσπεράσει, ένα ανδρικό μέγεθος μάλλον δυσανάλογα μικρό για έναν άνθρωπο τόσο δυσανάλογα μεγάλο στην ιστορία της Αθήνας.

Και ξαφνικά το άγαλμα γίνεται πιο ενδιαφέρον.

Γιατί η εξουσία έχει ανέκαθεν μια παράξενη σχέση με το μέγεθος. Θέλει να φαίνεται. Να υψώνεται, να επιβάλλεται, να καταλαμβάνει χώρο. Ο άρχοντας ψηλώνει πάνω από το πλήθος, το άγαλμα μεγαλώνει πάνω από την πλατεία, το παλάτι γίνεται μεγαλύτερο από το σπίτι, το μνημείο μεγαλύτερο από τον άνθρωπο.

Σαν να υπάρχει μέσα στην εξουσία η ανομολόγητη πεποίθηση ότι ό,τι είναι μεγάλο πρέπει και να είναι ισχυρό.

Και ίσως γι’ αυτό το μικρό μόριο του Θεμιστοκλή να είναι η πιο λεπτή ειρωνεία του αγάλματος.

Ο άνθρωπος που έθεσε τις βάσεις της αθηναϊκής ναυτικής ισχύος δεν χρειάζεται να φέρει πάνω του το σύμβολο της ισχύος. Η εξουσία του βρίσκεται αλλού: στην απόφαση, στην πρόβλεψη, στην ικανότητα να πείσει μια πόλη να επενδύσει σε κάτι που ακόμη δεν μπορούσε να δει.

Δεν εξουσίασε επειδή καταλάμβανε περισσότερο χώρο.

Κατάφερε να κάνει την Αθήνα να καταλάβει περισσότερο ορίζοντα.

Κι εδώ βρίσκεται η πραγματική ανατροπή.

Το μεγάλο και το μικρό δεν είναι, τελικά, αντίθετα μεγέθη. Είναι δύο διαφορετικοί τρόποι να φαντάζεται κανείς την εξουσία.

Ο ένας χρειάζεται επίδειξη.

Ο άλλος αποτέλεσμα.

Ο ένας μετράει σε εκατοστά.

Ο άλλος σε αιώνες.



Και η ανδρική ματαιοδοξία, που από καταβολής κόσμου επιμένει να συγχέει το μέγεθος με την ισχύ, θα μπορούσε να πάρει ένα μάθημα από τον Θεμιστοκλή: η εξουσία δεν είναι αυτό που προεξέχει από πάνω σου. Είναι αυτό που εξακολουθεί να υπάρχει όταν εσύ έχεις φύγει.

Ο Θεμιστοκλής έφυγε.

Η ιδέα του έμεινε.

Ο στόλος χάθηκε.

Ο Πειραιάς έμεινε.

Και το μικρό εκείνο μπρούτζινο επιχείρημα εξακολουθεί να κρέμεται σιωπηλό κάτω από έναν άνθρωπο που, με όρους Ιστορίας, υπήρξε τεράστιος.

Ίσως λοιπόν το άγαλμα να μας ψιθυρίζει κάτι που η εξουσία σπάνια θέλει να ακούσει: το μεγαλείο δεν χρειάζεται να είναι μεγάλο.

Μερικές φορές μάλιστα, όσο περισσότερο προσπαθεί να το αποδείξει, τόσο πιο μικρό αποδεικνύεται.

Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο αστείο πράγμα πάνω στον Θεμιστοκλή.

Όχι ότι είναι μικρός εκεί κάτω.

Αλλά ότι, τόσους αιώνες μετά, εξακολουθούμε να κοιτάμε εκεί για να μετρήσουμε το μεγαλείο ενός ανθρώπου.

Ο ίδιος, πάντως, είχε λύσει το πρόβλημα νωρίς. Δεν χρειάστηκε να γίνει μεγαλύτερος απ’ όσο ήταν. Έκανε μεγαλύτερη την Αθήνα.

Και κάπως έτσι, ο μπρούτζος κρατάει σήμερα μια μικρή, σχεδόν ντροπαλή υπενθύμιση για όλους τους μεγαλόστομους άνδρες που πέρασαν από την Ιστορία: πως η εξουσία μπορεί να υψώνει αγάλματα, να χτίζει τείχη, να φοράει στολές και να ποζάρει με περισπούδαστο ύφος·

αλλά στο τέλος, όταν φύγουν τα λόγια και μείνει μόνο το άγαλμα,

κάποιος θα κοιτάξει χαμηλά.

Και θα γελάσει.

Όχι επειδή ο Θεμιστοκλής ήταν μικρός.

Αλλά επειδή εμείς εξακολουθούμε να πιστεύουμε πως το μέγεθος είναι απόδειξη.



28/9/26

Εδώ καράβια πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν.

 


Εδώ καράβια πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν.

Κι ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής εικόνα της εποχής μας.

Το καράβι είναι η κοινωνία.

Οι βαρκούλες είναι το θέαμα.

Και το ναυάγιο είναι ταξικό.

Γιατί όταν ένα καράβι βουλιάζει, δεν βρίσκονται όλοι στην ίδια θέση.

Άλλοι έχουν καμπίνα με θέα.

Άλλοι στριμώχνονται στο κατάστρωμα.

Κι άλλοι ταξιδεύουν στο αμπάρι, εκεί όπου το νερό μπαίνει πρώτο.

Κι όμως, όταν έρθει η ώρα του κινδύνου, θα μας πουν ότι «είμαστε όλοι μαζί».

Όχι.

Δεν ήμασταν ποτέ όλοι μαζί.

Δεν δουλεύουμε όλοι για τον ίδιο μισθό.

Δεν έχουμε όλοι το ίδιο σπίτι.

Δεν έχουμε όλοι την ίδια πρόσβαση στην υγεία και στην παιδεία.

Δεν έχουμε όλοι την ίδια ασφάλεια απέναντι στην ανεργία.

Δεν έχουμε όλοι την ίδια δυνατότητα να περιμένουμε.

Δεν έχουμε όλοι την ίδια δυνατότητα να φύγουμε.

Και κυρίως:

δεν έχουμε όλοι την ίδια δύναμη να αποφασίζουμε για την πορεία του καραβιού.

Υπάρχουν εκείνοι που κρατούν το τιμόνι.

Εκείνοι που έχουν το κεφάλαιο, τις επιχειρήσεις, τα ακίνητα, τις επενδύσεις, την πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων.

Και υπάρχουν εκείνοι που πουλούν την εργασία τους για να ζήσουν.

Οι πρώτοι έχουν περιουσία που μπορεί να αποδώσει.

Οι δεύτεροι έχουν έναν μισθό που πρέπει να φτάσει μέχρι το τέλος του μήνα.

Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια.

Είναι η ταξική διαφορά.

Γιατί όταν αυξάνεται το κόστος ζωής, ο πλούσιος μπορεί να μειώσει την κατανάλωση πολυτέλειας.

Ο εργαζόμενος μπορεί να κόψει το φαγητό.

Όταν ανεβαίνει το ενοίκιο, ο ιδιοκτήτης βλέπει εισόδημα.

Ο ενοικιαστής βλέπει ένα ακόμη κομμάτι του μισθού του να εξαφανίζεται.

Όταν η εργασία γίνεται φθηνότερη, κάποιος βλέπει μικρότερο μισθολογικό κόστος.

Κάποιος άλλος βλέπει μικρότερο μισθό.

Κάθε οικονομική επιλογή έχει δύο πλευρές.

Κάποιος πληρώνει.

Κάποιος εισπράττει.

Και η πολιτική αρχίζει ακριβώς εκεί όπου αποφασίζεται ποιος θα είναι ποιος.

Γι' αυτό είναι τόσο βολικό να μιλάμε για «κοινωνία» σαν να είναι ένα ενιαίο σώμα.

Γιατί αν όλοι είμαστε «κοινωνία», τότε κανείς δεν χρειάζεται να ρωτήσει ποιος έχει περισσότερη δύναμη.

Αν όλοι «κάνουμε θυσίες», δεν χρειάζεται να ρωτήσουμε ποιος θυσιάζει τον μισθό του και ποιος ένα μικρό μέρος των κερδών του.

Αν όλοι «σφίγγουμε το ζωνάρι», δεν χρειάζεται να δούμε ποιος δεν έχει καν ζώνη.

Η ταξική σύγκρουση δεν είναι ένας παλιός πολιτικός όρος που ξεχάστηκε σε κάποιο βιβλίο.

Είναι η καθημερινότητα.

Είναι η σύγκρουση ανάμεσα στην εργασία και στο κεφάλαιο.

Ανάμεσα σε εκείνον που εξαρτάται από τον μισθό του και σε εκείνον που μπορεί να ζει από την περιουσία του.

Ανάμεσα σε εκείνον που πρέπει να πουλήσει τον χρόνο του και σε εκείνον που αγοράζει τον χρόνο των άλλων.

Και αυτή η σύγκρουση δεν χρειάζεται να φωνάζει για να υπάρχει.

Υπάρχει στο εκκαθαριστικό.

Στο ενοίκιο.

Στον λογαριασμό του ρεύματος.

Στη σύνταξη.

Στην τιμή του σούπερ μάρκετ.

Στην ουρά του νοσοκομείου.

Στην πρώτη δουλειά ενός νέου που πληρώνεται όσο μια αξιοπρεπής ζωή κοστίζει.

Και τότε εμφανίζονται οι βαρκούλες.

Να μας απασχολήσουν.

Να μας διχάσουν.

Να μας κάνουν να μαλώνουμε μεταξύ μας.

Να ψάχνουμε ποιος φταίει λίγο περισσότερο από τον διπλανό μας, ενώ κάποιοι άλλοι αποφασίζουν ποιος θα πάρει το μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα.

Ο εργαζόμενος απέναντι στον άνεργο.

Ο νέος απέναντι στον συνταξιούχο.

Ο δημόσιος υπάλληλος απέναντι στον ιδιωτικό.

Ο ενοικιαστής απέναντι στον ιδιοκτήτη της διπλανής πολυκατοικίας.

Ο ένας φτωχός απέναντι στον άλλον.

Κι έτσι, αντί να κοιτάμε προς τα πάνω, κοιτάμε ο ένας τον άλλον.

Αυτό είναι το θαύμα των βαρκούλων.

Κάνουν τους επιβάτες του ίδιου καραβιού να θεωρούν ο ένας τον άλλον εχθρό.

Κι ενώ στο κατάστρωμα γίνεται ο καβγάς, κάποιος στο σαλόνι μετράει τα κέρδη.

Γι' αυτό το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα δεν είναι μόνο «τι συμβαίνει;»

Είναι:

«Σε ποιον συμβαίνει;»

Και αμέσως μετά:

«Ποιος ωφελείται;»

Γιατί η ίδια κρίση μπορεί να είναι καταστροφή για τον έναν και ευκαιρία για τον άλλον.

Η ακρίβεια μπορεί να σημαίνει στέρηση για τον μισθωτό και αύξηση εσόδων για κάποιον που έχει τη δύναμη να μετακυλίσει το κόστος.

Η στεγαστική κρίση μπορεί να σημαίνει αδιέξοδο για τον ενοικιαστή και περιουσιακή υπεραξία για τον ιδιοκτήτη.

Η κρίση στην εργασία μπορεί να σημαίνει ανασφάλεια για τον εργαζόμενο και φθηνότερη εργασία για την επιχείρηση.

Το ίδιο κύμα δεν χτυπά όλους το ίδιο.

Άλλος βρέχεται. Άλλος ναυαγεί. Κι άλλος πουλάει σωσίβια.

Κι εδώ βρίσκεται η πραγματική ειρωνεία.

Μας λένε ότι το καράβι κινδυνεύει και ζητούν από όλους να κωπηλατήσουμε.

Αλλά δεν μας λένε ποιος έχει το τιμόνι.

Δεν μας λένε ποιος έχει την ιδιοκτησία του καραβιού.

Δεν μας λένε ποιος φόρτωσε το καράβι.

Και κυρίως δεν μας λένε γιατί, όταν έρχεται η ώρα της διάσωσης, οι ίδιοι άνθρωποι που έχουν τα περισσότερα σωσίβια είναι συνήθως εκείνοι που βρίσκονται στις καλύτερες θέσεις.

Γι' αυτό η ταξική σύγκρουση δεν είναι το πρόβλημα που πρέπει να κρύψουμε κάτω από το χαλί.

Είναι το χαλί.

Είναι ο τρόπος με τον οποίο είναι στρωμένο το πάτωμα.

Και όσο αρνούμαστε να το κοιτάξουμε, θα συνεχίζουμε να μπερδεύουμε τη βαρκούλα με το καράβι.

Θα μαλώνουμε για τις λεπτομέρειες.

Θα παρακολουθούμε το θέαμα.

Θα θυμώνουμε με τον διπλανό μας.

Και θα ακούμε ξανά και ξανά ότι «όλοι βρισκόμαστε στο ίδιο καράβι».

Όχι.

Στο ίδιο καράβι μπορεί να βρισκόμαστε.

Αλλά δεν ταξιδεύουμε όλοι στην ίδια θέση.

Και όταν το καράβι πνίγεται, εκείνος που βρίσκεται στο αμπάρι δεν έχει την ίδια αγωνία με εκείνον που βρίσκεται στη σωσίβια λέμβο.

Έχει άλλη αγωνία.

Έχει άλλη ζωή.

Έχει άλλο ταξικό συμφέρον.

Γι' αυτό, πριν ξανακοιτάξουμε τις βαρκούλες, ας κοιτάξουμε το καράβι.

Και πριν ρωτήσουμε ποιος φωνάζει περισσότερο, ας ρωτήσουμε ποιος αποφασίζει.

Ποιος έχει το τιμόνι;

Ποιος έχει το κεφάλαιο;

Ποιος έχει την εργασία;

Ποιος πληρώνει;

Ποιος κερδίζει;

Γιατί εδώ καράβια πνίγονται.

Και οι βαρκούλες αρμενίζουν.

Μόνο που το μεγάλο πολιτικό ψέμα δεν είναι ότι δεν υπάρχει ναυάγιο.

Είναι ότι δήθεν πνιγόμαστε όλοι το ίδιο.

Η Ελλάδα που εξήγαγε ανθρώπους.

 


Η ελληνική μετανάστευση δεν ήταν ποτέ απλώς μια ιστορία ανθρώπων που «αναζήτησαν την τύχη τους». Αυτή είναι η ωραία εκδοχή της ιστορίας. Η εκδοχή που χωράει εύκολα σε παλιές φωτογραφίες, σε βαλίτσες από ξύλο, σε σταθμούς και λιμάνια, σε ένα μαντίλι που κουνιέται καθώς το πλοίο απομακρύνεται.

Υπάρχει όμως και η άλλη ιστορία. Η ιστορία μιας χώρας που δεν είχε αρκετή δουλειά για όλους, αρκετό εισόδημα για πολλούς και αρκετό μέλλον για τους περισσότερους.

Ο μετανάστης δεν έφευγε απλώς από την πατρίδα. Έφευγε από μια κοινωνική θέση.

Ο αγρότης από το χωριό, ο εργάτης, ο μικροεπαγγελματίας, ο φτωχός νέος, η γυναίκα που δεν έβλεπε μπροστά της παρά έναν γάμο ή μια ζωή περιορισμένη στις ανάγκες της οικογένειας. Άνθρωποι που δεν είχαν κεφάλαιο για να επενδύσουν, γη αρκετή για να ζήσουν, πολιτική δύναμη για να διεκδικήσουν. Είχαν μόνο τα χέρια τους.

Και τα χέρια τους έγιναν εξαγώγιμο προϊόν. Η Ελλάδα έστελνε εργατικά χέρια στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στην Αυστραλία, στην Αμερική. Εκεί όπου υπήρχαν εργοστάσια, ορυχεία, οικοδομές και μια οικονομία που χρειαζόταν ανθρώπους πρόθυμους να δουλέψουν σκληρά.

Έτσι λειτουργεί ο καπιταλισμός όταν συναντά τη φτώχεια: δεν χρειάζεται να μετακινήσει το εργοστάσιο προς τον φτωχό. Μπορεί απλώς να μετακινήσει τον φτωχό προς το εργοστάσιο.

Και ο άνθρωπος έφευγε.

Όχι επειδή σταμάτησε να αγαπά το χωριό του.

Επειδή το χωριό του δεν μπορούσε να τον θρέψει.

Δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Η πατρίδα, όταν δεν μπορεί να προσφέρει εργασία, αξιοπρέπεια και προοπτική, γίνεται εύκολα ποιητική έννοια για εκείνον που έχει την οικονομική δυνατότητα να μείνει. Για τον άλλον, γίνεται εισιτήριο επιστροφής που δεν αγοράζεται.

Και τότε γεννιέται ένας από τους μεγαλύτερους μύθους της ελληνικής κοινωνίας: ότι ο φτωχός «τα κατάφερε μόνος του».

Όχι.

Δούλεψε μόνος του, ίσως. Αλλά δεν πλούτισε μόνος του.

Πίσω από κάθε Έλληνα μετανάστη που έστειλε χρήματα στην οικογένειά του υπήρχαν ώρες εργασίας, χαμηλοί μισθοί, σκληρές συνθήκες, εργοστάσια που χρειάζονταν φθηνή εργασία και μια ολόκληρη οικονομική τάξη πραγμάτων που γνώριζε πολύ καλά να χρησιμοποιεί την ανάγκη.

Και πίσω από τα χρήματα που επέστρεφαν στην Ελλάδα υπήρχε κάτι ακόμη: η αόρατη επιδότηση μιας χώρας από τους ανθρώπους που είχε χάσει.

Ο μετανάστης πλήρωνε με την απουσία του.

Η οικογένεια πλήρωνε με τη μοναξιά της.

Η κοινωνία πλήρωνε με την απώλεια ανθρώπων σε παραγωγική ηλικία.

Και κάποιος άλλος κέρδιζε την εργασία τους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο μετανάστης ήταν μόνο θύμα. Κάθε άλλο. Οι άνθρωποι αυτοί δημιούργησαν ζωές, οικογένειες, επιχειρήσεις, κοινότητες. Κατέκτησαν δικαιώματα. Έγιναν πολίτες δύο κόσμων. Και πολλές φορές πέτυχαν πράγματα που η κοινωνία από την οποία έφυγαν δεν τους επέτρεπε ούτε να ονειρευτούν.

Αλλά ακριβώς εκεί βρίσκεται η ταξική ειρωνεία.

Η επιτυχία του μετανάστη χρησιμοποιήθηκε συχνά ως απόδειξη ότι «όποιος θέλει, μπορεί».

Λες και όλοι ξεκινούν από την ίδια αφετηρία.

Λες και η φτώχεια είναι απλώς έλλειψη θέλησης.

Λες και ο άνθρωπος που έφυγε με μια βαλίτσα και ο άνθρωπος που έμεινε με μια περιουσία έπαιζαν το ίδιο παιχνίδι.

Δεν έπαιζαν.

Και σήμερα η ιστορία επιστρέφει με καινούργια ρούχα.

Ο εργάτης της παλιάς μετανάστευσης μπορεί να έχει αντικατασταθεί από τον πτυχιούχο, τον γιατρό, τον μηχανικό, τον ερευνητή, τον νέο επιστήμονα. Η βαλίτσα μπορεί να έγινε laptop. Το εισιτήριο τρίτης θέσης μπορεί να έγινε φθηνή πτήση. Το εργοστάσιο μπορεί να έγινε πανεπιστήμιο ή πολυεθνική εταιρεία.

Αλλά η βασική ερώτηση παραμένει:

Γιατί πρέπει ένας τόπος να χάνει τους ανθρώπους του για να τους δει να προοδεύουν;

Και ίσως αυτή είναι η πιο πολιτική ερώτηση της μετανάστευσης.

Όχι γιατί φεύγουν οι άνθρωποι.

Αλλά γιατί ένας άνθρωπος πρέπει πρώτα να φύγει για να ανακαλύψει την αξία που είχε ήδη.

Η ελληνική μετανάστευση δεν είναι λοιπόν μόνο η ιστορία μιας Ελλάδας που έφυγε.

Είναι και η ιστορία μιας Ελλάδας που δεν μπόρεσε να κρατήσει αυτούς που παρήγαγαν τον πλούτο της.

Και κάθε φορά που κάποιος αποχαιρετά έναν νέο άνθρωπο στο αεροδρόμιο, ίσως δεν πρέπει να τον ρωτάμε μόνο πού πηγαίνει.

Πρέπει κάποτε να ρωτήσουμε και ποιος τον έκανε να φύγει.

27/9/26

Τι θεωρείται επαναστατικό σήμερα.




Κάθε εποχή έχει τη δική της ιδέα για την επανάσταση. Κάποτε ήταν η ανατροπή ενός βασιλιά, μιας κυβέρνησης, μιας κοινωνικής τάξης. Σήμερα ίσως η βαθύτερη επανάσταση να είναι δυσκολότερη: να αμφισβητήσουμε ένα σύστημα που δεν κυβερνά μόνο τις κοινωνίες, αλλά διαμορφώνει τις επιθυμίες, τις ανάγκες και τελικά τον ίδιο τον άνθρωπο. Σήμερα, ίσως η πραγματική επανάσταση να μην είναι μόνο η ανατροπή της εξουσίας, αλλά η ανατροπή ενός τρόπου ζωής που έχει κάνει τον άνθρωπο ξένο προς τον εαυτό του.

Ο σύγχρονος άνθρωπος εργάζεται περισσότερο για να καταναλώνει περισσότερο, καταναλώνει περισσότερο για να αισθάνεται ότι ζει και τελικά ζει όλο και λιγότερο. Ο χρόνος του γίνεται παραγωγικότητα, οι σχέσεις του συναλλαγή, η επιτυχία αριθμός και η προσωπική αξία μέγεθος αγοράς. Μαθαίνει να βλέπει ακόμη και τον εαυτό του σαν προϊόν: να βελτιώνεται, να προβάλλεται, να αξιολογείται, να πουλά μια εικόνα του.

Η αλλοτρίωση δεν βρίσκεται πλέον μόνο στο εργοστάσιο. Βρίσκεται στην καθημερινότητα. Στην εργασία που δεν αφήνει χώρο για ζωή, στην κατανάλωση που υποκαθιστά την επιθυμία, στην οθόνη που υποκαθιστά την παρουσία, στην αδιάκοπη πληροφορία που δεν αφήνει χώρο για σκέψη. Ο άνθρωπος περιβάλλεται από περισσότερα μέσα επικοινωνίας από ποτέ και, την ίδια στιγμή, δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να συναντήσει πραγματικά τον άλλον και να επικοινωνήσει μαζί του.

Ταυτόχρονα, συμβαίνει κάτι ακόμη βαθύτερο. Ο σημερινός άνθρωπος, παρότι διαθέτει πρωτόγνωρες δυνατότητες επικοινωνίας, αδυνατεί ολοένα και περισσότερο να επικοινωνήσει με τον ίδιο του τον εαυτό, με την ίδια του τη φυσική υπόσταση. Απομακρύνεται από το σώμα του, από τις ανάγκες του, από τους ρυθμούς του, από τη φύση που τον δημιούργησε.

Η αλλοτρίωση δεν είναι πλέον μόνο κοινωνική. Είναι υπαρξιακή.

Ο άνθρωπος γίνεται ξένος προς τον εαυτό του. Ξένος προς το σώμα του, ξένος προς τον άλλον, ξένος προς τη γη που πατά. Και όσο περισσότερο απομακρύνεται από τη φύση, τόσο περισσότερο την αντιμετωπίζει σαν κάτι έξω από αυτόν - σαν αντικείμενο προς χρήση, κατανάλωση και εκμετάλλευση.

Ίσως εκεί βρίσκεται η βαθύτερη αντίφαση του πολιτισμού μας: αποκτήσαμε τη δυνατότητα να επικοινωνούμε σχεδόν με ολόκληρο τον κόσμο, ενώ χάσαμε την ικανότητα να ακούμε τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντί μας -και, ακόμη περισσότερο, τον άνθρωπο που κατοικεί μέσα μας.

Ο άνθρωπος έγινε ένας ξένος.

Ξένος προς τη ζωή.

Ξένος προς τη φύση.

Και τελικά, ξένος προς τον ίδιο του τον εαυτό.

Και την ίδια στιγμή, η φύση υφίσταται την ίδια λογική και πληρώνει το τίμημα. Το δάσος γίνεται πρώτη ύλη, η θάλασσα οικονομικός πόρος, η γη επενδυτική ευκαιρία. Ο άνθρωπος αποξενώνεται από τη φύση την ίδια στιγμή που την εξαντλεί.

Γι’ αυτό η οικολογική κρίση και η ανθρώπινη αλλοτρίωση δεν είναι δύο διαφορετικές κρίσεις. Είναι δύο όψεις μιας αντίληψης που μετατρέπει τα πάντα σε αντικείμενα χρήσης.

Η πραγματική ανατροπή θα αρχίσει όταν αμφισβητήσουμε αυτή την αντίληψη. Όταν ο άνθρωπος πάψει να μετρά τη ζωή με όρους παραγωγής, κατανάλωσης και κέρδους. Όταν η εργασία ξαναγίνει μέρος της ζωής και όχι η ζωή μέρος της εργασίας. Όταν η σχέση αντικαταστήσει τη συναλλαγή και η ελευθερία την αδιάκοπη προσαρμογή.

Ίσως, λοιπόν, επαναστατικό σήμερα να είναι κάτι πολύ απλό και πολύ δύσκολο:

να ξαναγίνει ο άνθρωπος άνθρωπος -και η φύση κόσμος, όχι εμπόρευμα.

23/9/26

Κρυφές συγκρούσεις.

 


Οι πιο σημαντικές συγκρούσεις δεν γίνονται πάντοτε εκεί όπου ακούγονται οι φωνές. Δεν έχουν πάντα διαδηλώσεις, συνθήματα ή στρατούς. Συχνά διεξάγονται αθόρυβα, μέσα σε γραφεία, συμβούλια, επιτροπές, συμβάσεις και αποφάσεις που παρουσιάζονται ως τεχνικές, ουδέτερες και αναπόφευκτες.

Είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που συμφέρει τους λίγους και σε αυτό που χρειάζεται η κοινωνία.

Πολιτική και οικονομική εξουσία δεν είναι κατ’ ανάγκη αντίπαλες. Το αντίθετο. Συχνά συναντώνται στο ίδιο τραπέζι, με διαφορετικά ονόματα και κοινά συμφέροντα. Η μία διαθέτει την εξουσία της απόφασης· η άλλη την ισχύ του χρήματος. Ανάμεσά τους βρίσκεται ένας χώρος που ονομάζεται «δημόσιο συμφέρον» και, πολλές φορές, μένει χωρίς πραγματικό εκπρόσωπο.

Το κοινό καλό έχει ένα παράξενο μειονέκτημα: δεν έχει ταμείο, λόμπι, μετόχους ή δικηγόρους. Δεν μπορεί να αγοράσει διαφήμιση ούτε να απαιτήσει απόδοση επένδυσης. Είναι απλώς το δικαίωμα μιας κοινωνίας να αποφασίζει για τον χώρο όπου ζει, για το περιβάλλον που κληρονομεί, για την υγεία, την παιδεία, την εργασία και τον χρόνο της.

Ίσως πουθενά αυτή η σύγκρουση να μην είναι πιο ευαίσθητη από την υγεία.

Γιατί εδώ πίσω από κάθε οικονομική απόφαση υπάρχει ένας άνθρωπος που περιμένει να θεραπευτεί.

Ένα φάρμακο δεν είναι ένα οποιοδήποτε προϊόν. Έχει τιμή, παραγωγό, πατέντα, αγορά και μετόχους, αλλά έχει επίσης έναν ασθενή που το χρειάζεται. Η έρευνα χρειάζεται επενδύσεις, οι νέες θεραπείες χρειάζονται πόρους και η φαρμακευτική καινοτομία χρειάζεται οικονομικά κίνητρα. Ταυτόχρονα, όμως, ένα σύστημα υγείας οφείλει να εξασφαλίζει ότι η θεραπεία δεν θα καθορίζεται αποκλειστικά από την αγοραστική δύναμη.



Εκεί αρχίζει η δύσκολη ισορροπία.

Ποια έρευνα χρηματοδοτείται; Ποια θεραπεία αποκτά προτεραιότητα; Ποιο φάρμακο αποζημιώνεται; Ποιο εισέρχεται στα νοσοκομεία; Πόσο κοστίζει; Ποιος διαπραγματεύεται την τιμή και με ποιους όρους;

Και, τελικά, ποιος αποφασίζει;

Η σύγκρουση δεν βρίσκεται μόνο στην τιμή ενός φαρμάκου. Βρίσκεται ολόκληρη στην αλυσίδα που συνδέει την επιστήμη με την αγορά και την αγορά με την πολιτική απόφαση.

Η λέξη «καινοτομία» είναι χαρακτηριστική. Σημαίνει νέα θεραπεία, νέα τεχνολογία, νέα δυνατότητα ζωής. Αλλά η κοινωνία δικαιούται να θέσει μια δεύτερη ερώτηση: Πόσο κοστίζει η καινοτομία και ποιος μπορεί να την αγοράσει;

Το ίδιο συμβαίνει και μέσα στο νοσοκομείο. Οι πόροι είναι περιορισμένοι. Προσωπικό, εξοπλισμός, φάρμακα, πρόληψη, χειρουργεία, νέες τεχνολογίες και θεραπείες διεκδικούν μέρος του ίδιου δημόσιου προϋπολογισμού.

Κάθε επιλογή έχει κόστος.

Και κάθε κόστος έχει κάποιον που το πληρώνει.

Γι’ αυτό η πολιτική της υγείας δεν είναι ποτέ μόνο επιστημονική. Είναι και οικονομική. Και επειδή είναι οικονομική, είναι αναπόφευκτα πολιτική.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτή η πολιτική σύγκρουση παρουσιάζεται ως καθαρά τεχνική υπόθεση.

Όταν η τιμή ενός φαρμάκου εμφανίζεται σαν φυσικό δεδομένο.

Όταν η αγορά παρουσιάζεται σαν ουδέτερος μηχανισμός.

Όταν η δημόσια δαπάνη αντιμετωπίζεται μόνο ως κόστος και όχι ως κοινωνική επένδυση.

Όταν ο ασθενής μετατρέπεται από άνθρωπο σε «καταναλωτή υπηρεσιών υγείας».

Τότε η γλώσσα αρχίζει να κάνει τη δουλειά της εξουσίας.

Η «περικοπή» γίνεται εξορθολογισμός.

Η «αγορά» γίνεται ελευθερία.

Η «επένδυση» γίνεται ανάπτυξη.

Η «καινοτομία» γίνεται προϊόν.

Και ο άνθρωπος, σχεδόν ανεπαίσθητα, γίνεται αριθμός σε έναν ισολογισμό.



Δεν σημαίνει ότι κάθε επένδυση υπηρετεί ιδιωτικά συμφέροντα εις βάρος της κοινωνίας ούτε ότι κάθε δημόσια απόφαση είναι προϊόν διαπλοκής. Ακριβώς όμως γι’ αυτό χρειάζεται διαφάνεια.

Γιατί δεν χρειάζεται να υπάρχει κάποια μυστική συνωμοσία για να υπάρξει σύγκρουση συμφερόντων.

Αρκεί να υπάρχουν διαφορετικοί άνθρωποι γύρω από το ίδιο τραπέζι με διαφορετικούς στόχους.

Ο ένας εκπροσωπεί τον ασθενή.

Ο άλλος το δημόσιο ταμείο.

Ο τρίτος τη φαρμακευτική εταιρεία.

Ο τέταρτος την πολιτική εξουσία.

Και όλοι μπορούν να μιλούν για το ίδιο πράγμα:

το καλό της υγείας.

Το ερώτημα είναι ποιανού καλό εννοούν.

Γιατί οι πιο αποτελεσματικές συγκρούσεις είναι εκείνες που δεν αναγνωρίζονται ως συγκρούσεις. Δεν χρειάζεται το ιδιωτικό συμφέρον να νικήσει φανερά το δημόσιο.

Αρκεί να καταφέρει να εμφανιστεί ως δημόσιο.

Τότε η σύγκρουση έχει ήδη κρυφτεί.

Και όταν η σύγκρουση κρύβεται πίσω από λέξεις όπως ανάπτυξη, μεταρρύθμιση, αξιοποίηση, ανταγωνιστικότητα, επένδυση και εκσυγχρονισμός, δεν χρειάζεται πλέον κανείς να υπερασπιστεί ανοιχτά το ιδιωτικό συμφέρον.

Το έχει ήδη βαφτίσει κοινό καλό.

Και τότε η πιο δύσκολη ερώτηση δεν είναι ποιος κερδίζει.

Είναι ποιος πληρώνει όταν όλοι μιλούν στο όνομα της κοινωνίας.