Υπάρχει μια στιγμή που το βλέμμα κουράζεται να περιπλανιέται στον κόσμο και στρέφεται προς τα μέσα. Όχι επειδή εξαντλήθηκαν όσα έχει να δει, αλλά επειδή αρχίζει να υποψιάζεται πως εκείνος που κοιτάζει ίσως γνωρίζει λιγότερα απ’ όσα νομίζει για εκείνον που βλέπει.
Είναι παράξενο πλάσμα ο άνθρωπος. Μπορεί να διασχίσει ηπείρους, να αποκρυπτογραφήσει το γονιδίωμά του, να παρατηρήσει γαλαξίες που γεννήθηκαν δισεκατομμύρια χρόνια πριν, αλλά να δυσκολεύεται να εξηγήσει γιατί μια κουβέντα τον πλήγωσε, γιατί ένας αποχωρισμός τον σημάδεψε ή γιατί επιστρέφει ξανά και ξανά σε όσα ορκίστηκε πως άφησε πίσω του.
Γνωρίζει τον κόσμο μετρώντας αποστάσεις, συγκρίνοντας δεδομένα, αναζητώντας αποδείξεις. Για τον εαυτό του, όμως, αρκείται συχνά σε μια βολική περιγραφή: «Έτσι είμαι». Δύο λέξεις που μπορούν να γίνουν το ασφαλέστερο καταφύγιο της αδράνειας. Γιατί, αν δεχτεί πως έτσι έμαθε να είναι και όχι πως έτσι είναι αναγκασμένος να παραμείνει, τότε ανοίγει μπροστά του η δύσκολη πιθανότητα της αλλαγής.
Κοιτάζοντας προς τα μέσα, ανακαλύπτει κανείς πως δεν κατοικεί σε ένα ενιαίο, συμπαγές εγώ. Μέσα του συνυπάρχουν διαφορετικές εκδοχές του εαυτού του. Το παιδί που κάποτε φοβήθηκε, ο έφηβος που θέλησε να αποδείξει την αξία του, ο ενήλικος που έμαθε να κρύβει τις αδυναμίες του, ο άνθρωπος που επιθυμεί να αγαπηθεί και εκείνος που, από φόβο μήπως πληγωθεί, δυσκολεύεται να αγαπήσει. Άλλοτε συνομιλούν και άλλοτε συγκρούονται, ενώ η συνείδηση προσπαθεί να διατηρήσει την ψευδαίσθηση μιας αδιάσπαστης συνέχειας.
Ίσως γι’ αυτό ορισμένες αντιδράσεις μας μοιάζουν δυσανάλογες προς όσα τις προκαλούν. Δεν απαντά πάντοτε ο σημερινός άνθρωπος στο σημερινό γεγονός. Κάποιες φορές απαντά μια παλαιότερη πληγή, ένας φόβος που δεν αναγνωρίστηκε ποτέ, μια ανάγκη που μεταμφιέστηκε σε θυμό. Το παρόν γίνεται η σκηνή και το παρελθόν, χωρίς να εμφανίζεται στο πρόγραμμα, αναλαμβάνει τη σκηνοθεσία.
Και τότε αρχίζει η πραγματική παρατήρηση. Όχι η αδιάκοπη αυτοανάλυση που μετατρέπει κάθε σκέψη σε λαβύρινθο, αλλά η ήρεμη, επίμονη διάθεση να ρωτήσει κανείς: Γιατί αντέδρασα έτσι; Τι προσπαθώ να προστατεύσω; Ποια αλήθεια αποφεύγω; Μήπως αυτό που αποκαλώ χαρακτήρα είναι, σε κάποιο βαθμό, η ιστορία των αμυνών μου;
Οι ερωτήσεις αυτές δεν προσφέρουν πάντοτε ευχάριστες απαντήσεις. Η εσωτερική θέαση δεν είναι τουριστική περιήγηση σε έναν όμορφα τακτοποιημένο ψυχικό κήπο. Μοιάζει περισσότερο με την είσοδο σε ένα παλιό σπίτι, όπου πίσω από κλειστές πόρτες βρίσκονται αντικείμενα που ξεχάστηκαν, δωμάτια που δεν αερίστηκαν ποτέ και έπιπλα σκεπασμένα με λευκά σεντόνια. Δεν χρειάζεται να καταστραφεί το σπίτι. Χρειάζεται να ανοίξουν τα παράθυρα.
Γιατί αυτογνωσία δεν σημαίνει να καταδικάζουμε τον εαυτό μας για όσα ανακαλύπτουμε. Σημαίνει να μπορούμε να αναγνωρίζουμε τις αντιφάσεις μας χωρίς να τις εξωραΐζουμε και τις αδυναμίες μας χωρίς να τις μετατρέπουμε σε ισόβια άλλοθι. Να δεχόμαστε ότι μπορούμε να είμαστε γενναιόδωροι και ιδιοτελείς, γενναίοι και φοβισμένοι, ειλικρινείς και κάποτε επιδέξιοι ψεύτες απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό.
Το ζητούμενο δεν είναι να ανακαλύψουμε έναν τέλειο εσωτερικό άνθρωπο, κρυμμένο κάτω από τα λάθη και τις αντιφάσεις μας. Είναι να καταλάβουμε πώς γίναμε αυτό που είμαστε, ποια στοιχεία μας υπηρετούν ακόμη τη ζωή και ποια συνεχίζουν να λειτουργούν σαν μηχανισμοί ενός παλιού κινδύνου που έχει πια περάσει.
Κάποτε, λοιπόν, το βλέμμα επιστρέφει στον καθρέφτη. Το πρόσωπο παραμένει το ίδιο, αλλά η ερώτηση έχει αλλάξει. Δεν είναι πια «ποιος είμαι;», σαν να υπήρχε κάπου μέσα μας μια οριστική απάντηση που περιμένει να ανακαλυφθεί. Είναι κάτι δυσκολότερο: «Πόσα από όσα θεωρώ εαυτό μου έχω επιλέξει συνειδητά και πόσα απλώς έμαθα να επαναλαμβάνω;»
Ίσως εκεί να αρχίζει η ελευθερία. Όχι όταν γνωρίζουμε τα πάντα για τον εαυτό μας, αλλά όταν παύουμε να θεωρούμε ότι τον γνωρίζουμε ήδη.
Γιατί ο μεγαλύτερος ξένος δεν είναι εκείνος που συναντάμε στον δρόμο. Είναι εκείνος που κατοικεί μέσα μας, χρησιμοποιεί το όνομά μας, παίρνει τις αποφάσεις μας και, κάθε βράδυ, κοιμάται στο ίδιο σώμα- χωρίς ποτέ να μας συστήθηκε πραγματικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου