3/10/26

Σαν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός.

 


«Σαν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, τύφλα να ’χει ο πεθερός».

Έτσι το είπε ο λαός, με τη σοφία εκείνη που συνήθως κρύβεται μέσα σε μια φράση αρκετά μικρή ώστε να χωράει σε ένα τραπέζι γάμου και αρκετά μεγάλη ώστε να χωράει μέσα της ολόκληρη η ελληνική κοινωνία.

Γιατί στον γάμο, υποτίθεται, αποφασίζουν η νύφη κι ο γαμπρός. Υποτίθεται.

Γιατί πριν αποφασίσουν εκείνοι, έχουν ήδη αποφασίσει οι γονείς, οι κουμπάροι, οι θείες, οι φίλοι, ο φωτογράφος, ο ανθοπώλης, ο διοργανωτής, ο αλγόριθμος του Instagram και, αν υπάρχει ακόμη διαθέσιμος χρόνος, και η Εκκλησία.

Η νύφη θέλει κάτι απλό.

Ο γαμπρός συμφωνεί.

Η πεθερά θεωρεί ότι το «απλό» είναι προσβολή προς την οικογένεια.

Η μάνα της νύφης θυμάται ότι στον γάμο της ξαδέλφης της είχαν 27 ανθοσυνθέσεις.

Ο πατέρας του γαμπρού υπολογίζει πόσα τραπέζια θα χρειαστούν.

Και κάπου ανάμεσα στο «να είστε ευτυχισμένοι» και στο «πόσο κόστισε το κτήμα;» χάνεται ο έρωτας.

Ο γάμος έχει γίνει μια περίεργη κοινωνική τελετουργία όπου όλοι μιλούν για το ζευγάρι και ελάχιστοι το αφήνουν να μιλήσει.

Η νύφη πρέπει να είναι όμορφη, αλλά όχι υπερβολικά όμορφη. Συγκινημένη, αλλά να μη χαλάσει το μακιγιάζ. Ευτυχισμένη, αλλά φωτογενής. Ο γαμπρός πρέπει να είναι συγκινημένος, αλλά όχι τόσο ώστε να μοιάζει πως μετάνιωσε.

Και οι δύο πρέπει να χαμογελούν.

Ακόμη κι αν μέσα τους σκέφτονται τον λογαριασμό.

Γιατί ο σύγχρονος γάμος είναι ίσως η μοναδική κοινωνική περίσταση όπου δύο άνθρωποι ξεκινούν να ενώσουν τη ζωή τους και ταυτόχρονα υποχρεώνονται να αποδείξουν σε διακόσιους ανθρώπους ότι διαθέτουν αρκετή ζωή για να πληρώσουν την τελετή.

Το νυφικό πρέπει να είναι μοναδικό.

Η αίθουσα μοναδική.

Η τούρτα μοναδική.

Οι μπομπονιέρες μοναδικές.

Οι φωτογραφίες μοναδικές.

Μόνο που στο τέλος όλοι οι γάμοι μοιάζουν μεταξύ τους.

Ίδια χαμόγελα, ίδια πυροτεχνήματα, ίδιος πρώτος χορός, ίδια συγκίνηση, ίδια ευχή:

«Και στα δικά σας».

Μια ευχή που στην πραγματικότητα δεν είναι ευχή.

Είναι κοινωνική υποχρέωση.

Σαν να λέμε στον ανύπαντρο:

«Μην ανησυχείς. Έρχεται και η δική σου σειρά».

Γιατί η κοινωνία δυσκολεύεται να αφήσει τον άνθρωπο απλώς να ζήσει. Πρέπει να τον βάλει σε στάδια. Γέννηση, βάπτιση, σπουδές, δουλειά, γάμος, παιδιά, στεγαστικό, σύνταξη.

Κι αν κάποιος ξεχάσει ένα στάδιο, υπάρχει πάντα κάποιος συγγενής πρόθυμος να του θυμίσει ότι «κάτι δεν πάει καλά».

Έτσι ο γάμος, από επιλογή δύο ανθρώπων, μετατρέπεται εύκολα σε κοινωνική επιβεβαίωση.

Δεν αρκεί να αγαπιούνται.

Πρέπει να το ανακοινώσουν.

Δεν αρκεί να θέλουν να ζήσουν μαζί.

Πρέπει να το γιορτάσουν όπως προβλέπει το πρωτόκολλο.

Δεν αρκεί η κοινή ζωή.

Χρειάζεται και το κατάλληλο σκηνικό για να πιστοποιηθεί ότι συνέβη.

Κι όμως, μέσα σε όλη αυτή την υπερπαραγωγή, υπάρχει ακόμη κάτι που δεν αγοράζεται.

Η στιγμή που κοιτάζονται.

Όχι για τον φωτογράφο.

Όχι για τους καλεσμένους.

Όχι για τα κοινωνικά δίκτυα.

Για κανέναν.

Μόνο ο ένας για τον άλλον.

Εκεί, ίσως, βρίσκεται ο πραγματικός γάμος.

Όλα τα υπόλοιπα είναι σκηνικά.

Και τότε η παλιά παροιμία αποκτά ξανά το νόημά της:

Σαν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, ας αφήσουν τους υπόλοιπους να θέλουν ό,τι θέλουν.

Γιατί αν τελικά όλοι οι άλλοι περάσουν καλά, φάνε καλά, χορέψουν καλά, συγκινηθούν, φωτογραφηθούν και φύγουν ευχαριστημένοι, ενώ το ζευγάρι επιστρέψει σπίτι και αναρωτιέται τι ακριβώς παντρεύτηκε-

τότε ο πεθερός δεν χρειάζεται καν να έχει κάνει τίποτα.

Η κοινωνία τα έχει ήδη κανονίσει όλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: