Υπάρχουν άνθρωποι που μαθαίνουν να γράφουν και υπάρχουν άνθρωποι που μοιάζει να γεννήθηκαν για να γράψουν. Ανάμεσα στις δύο αυτές κατηγορίες ο Τζακ Κέρουακ έβαλε μια γραμμή που δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται. Στο δοκίμιό του Are Writers Born or Made?, που δημοσιεύτηκε το 1962 στο Writer’s Digest, διατύπωσε μια από τις πιο χαρακτηριστικές αντιλήψεις του για τη λογοτεχνία: οι συγγραφείς μπορούν να γίνουν, αλλά οι ιδιοφυείς συγγραφείς γεννιούνται.
Ο Κέρουακ δεν αρνείται τη σημασία της άσκησης. Αντιθέτως, παραδέχεται ότι σχεδόν οποιοσδήποτε άνθρωπος που γνωρίζει να διαβάζει και να γράφει μπορεί να μάθει την τεχνική της γραφής. Μπορεί να μάθει τη σύνταξη, να καλλιεργήσει το ύφος του, να διαβάσει τους προηγούμενους, να γνωρίσει τις τεχνικές της αφήγησης, να διορθώσει τα λάθη του και, με αρκετή επιμονή, να γίνει ένας ικανός συγγραφέας.
Όμως για τον Κέρουακ η τεχνική δεν αρκεί.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να ξέρεις πώς γράφεται ένα βιβλίο και άλλο να έχεις μέσα σου κάτι που ζητά να γίνει βιβλίο.
Εδώ βρίσκεται η περίφημη διάκριση ανάμεσα στο ταλέντο και την ιδιοφυΐα: «Το ταλέντο εκτελεί, η ιδιοφυΐα γεννά». Το ταλέντο μπορεί να πραγματοποιήσει, να τελειοποιήσει, να υπηρετήσει μια ήδη υπάρχουσα μορφή. Η ιδιοφυΐα, αντίθετα, δημιουργεί τη μορφή που θα υπηρετήσει αυτό που θέλει να πει.
Ο ταλαντούχος συγγραφέας μπορεί να γράψει ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα. Ο ιδιοφυής συγγραφέας μπορεί να αλλάξει τις δυνατότητες του μυθιστορήματος.
Γι’ αυτό ο Κέρουακ στρέφεται προς μορφές όπως ο Χέρμαν Μέλβιλ, ο Γουόλτ Γουίτμαν και ο Χένρι Ντέιβιντ Θορώ. Δεν τους θεωρεί απλώς σπουδαίους τεχνίτες της γλώσσας. Τους θεωρεί ανθρώπους που έφεραν στη λογοτεχνία έναν τρόπο έκφρασης ο οποίος δεν υπήρχε προηγουμένως με την ίδια μορφή.
Ο Γουίτμαν δεν έγραψε απλώς ποιήματα. Έδωσε στην αμερικανική ποίηση μια καινούργια αναπνοή. Τα Φύλλα Χλόης δεν είναι μόνο μια συλλογή ποιημάτων· είναι η απόπειρα ενός ανθρώπου να χωρέσει μέσα στον στίχο το σώμα, τη δημοκρατία, την πόλη, την εργασία, τον έρωτα, τον θάνατο και ολόκληρο το αμερικανικό τοπίο.
Ο Μέλβιλ, από την άλλη, δεν έγραψε απλώς την περιπέτεια ενός πλοίου που κυνηγά μια λευκή φάλαινα. Στο Μόμπι Ντικ η θάλασσα γίνεται φιλοσοφία, η φάλαινα γίνεται εμμονή, ο Αχαάβ γίνεται άνθρωπος που πολεμά κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο, και το μυθιστόρημα μετατρέπεται σε ένα τεράστιο ερώτημα για τον άνθρωπο και το άγνωστο.
Κανείς δεν θα μπορούσε να γράψει ακριβώς αυτά τα βιβλία με τον ίδιο τρόπο. Και αυτό είναι το ουσιώδες για τον Κέρουακ.
Η ιδιοφυΐα δεν βρίσκεται μόνο σε αυτό που γράφεις, αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο το γράφεις.
«It ain't whatcha write, it's the way atcha write it».
Η φράση αυτή, που ο Κέρουακ φέρνει από το πνεύμα της τζαζ, περιέχει ολόκληρη την αισθητική του. Όπως ο μουσικός της τζαζ δεν ενδιαφέρεται μόνο για τη μελωδία αλλά για τον τρόπο που θα την αναπνεύσει, έτσι και ο συγγραφέας δεν αρκεί να έχει μια ιστορία. Πρέπει να βρει τον δικό του ρυθμό.
Ίσως γι’ αυτό ο Κέρουακ υπήρξε τόσο σημαντικός για τη Γενιά των Μπιτ. Οι Μπιτ δεν ήθελαν απλώς να γράψουν διαφορετικά βιβλία. Ήθελαν να ζήσουν διαφορετικά, ώστε να μπορούν να γράψουν διαφορετικά. Ο δρόμος, η τζαζ, η περιπλάνηση, η νύχτα, η μοναξιά, οι φιλίες, η πνευματική αναζήτηση, η αμφισβήτηση των συμβάσεων έγιναν όχι μόνο θέματα αλλά και τρόποι γραφής.
Ο Κέρουακ προσπάθησε να κάνει τη λογοτεχνία να μοιάζει με αυτοσχεδιασμό. Να ακολουθεί την ανάσα, τη σκέψη, τον ρυθμό της στιγμής. Να μη διορθώνει υπερβολικά τη ζωή ώστε να γίνει καλαίσθητη, αλλά να αφήνει τη ζωή να εισβάλλει στη σελίδα με τις ατέλειες και τις αντιφάσεις της.
Κι όμως, υπάρχει μια παράδοξη αλήθεια πίσω από την άποψή του.
Ακόμη και ο «γεννημένος» συγγραφέας χρειάζεται να γίνει συγγραφέας.
Η έμφυτη ιδιοσυγκρασία δεν αρκεί. Η φωνή μπορεί να υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, αλλά πρέπει να βρει λέξεις. Και οι λέξεις θέλουν δουλειά, πειθαρχία, διάβασμα, αποτυχίες, εμμονή και χρόνο. Η ιδιοφυΐα, αν υπάρχει, δεν απαλλάσσει τον άνθρωπο από την εργασία. Ίσως μάλιστα τον καταδικάζει σε περισσότερη εργασία, επειδή εκείνος που αισθάνεται ότι έχει κάτι δικό του να πει δεν μπορεί εύκολα να αρκεστεί σε μια καλή απομίμηση.
Έτσι, το ερώτημα «γεννιέται ή γίνεται ο συγγραφέας;» ίσως δεν έχει τελικά μία απάντηση.
Η τεχνική γίνεται. Η φωνή γεννιέται.
Μπορείς να μάθεις να χειρίζεσαι τις λέξεις. Δεν μπορείς να διδαχθείς εύκολα τον δικό σου τρόπο να κοιτάζεις τον κόσμο. Μπορείς να μάθεις τη δομή ενός μυθιστορήματος, αλλά κανείς δεν μπορεί να σου δώσει εκείνη τη μοναδική εσωτερική ανάγκη που σε αναγκάζει να γράψεις μια συγκεκριμένη ιστορία και όχι κάποια άλλη.
Και ίσως αυτό είναι που ξεχωρίζει τελικά τον μεγάλο συγγραφέα από τον απλώς καλό.
Ο καλός συγγραφέας σε κάνει να θαυμάζεις το βιβλίο. Ο μεγάλος συγγραφέας σε κάνει να ξεχνάς ότι διαβάζεις βιβλίο και να αισθάνεσαι ότι κάποιος, για πρώτη φορά, βρήκε έναν τρόπο να πει αυτό που εσύ δεν μπορούσες να πεις.
Η λογοτεχνική ιδιοφυΐα, λοιπόν, δεν είναι απλώς η ικανότητα να γράφεις όμορφα. Είναι η ανακάλυψη μιας προσωπικής γλώσσας για το ανείπωτο. Και όταν αυτή η γλώσσα γεννηθεί, τότε συμβαίνει κάτι σπάνιο: ο συγγραφέας δεν περιγράφει πλέον τον κόσμο. Τον ξαναγεννά μέσα στις λέξεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου