12/6/26

Η πυγολαμπίδα.


Η πυγολαμπίδα κάθε βράδυ έβγαινε από τη φωλιά της με την ίδια προσδοκία που βγαίνει μια καρδιά από τη μοναξιά της. Άναβε το μικρό της φως και το άφηνε να ταξιδέψει μέσα στο σκοτάδι, σαν γράμμα χωρίς διεύθυνση.

Πίστευε πως κάπου, ανάμεσα στα χόρτα, στα δέντρα και στους σιωπηλούς αγρούς, υπήρχε μια άλλη πυγολαμπίδα που περίμενε το ίδιο σημάδι.

Έτσι πετούσε.

Άναβε.

Περίμενε.

Και ξανά άναβε.

Μα η νύχτα έμενε βουβή.

Τα αστέρια ήταν πολύ μακριά για να της μιλήσουν και το φεγγάρι πολύ μεγάλο για να προσέξει το μικρό της φως. Οι άνθρωποι κοιμούνταν πίσω από κλειστά παράθυρα και τα λουλούδια είχαν γείρει τα κεφάλια τους στον ύπνο.

Κανείς.

Κι όμως εκείνη συνέχιζε.

Όχι γιατί ήταν βέβαιη πως θα βρει κάποιον, αλλά γιατί φοβόταν περισσότερο να πάψει να ελπίζει.

Τα βράδια περνούσαν σαν φύλλα ημερολογίου που τα παίρνει ο άνεμος. Το φως της γινόταν ολοένα πιο κουρασμένο. Όχι λιγότερο όμορφο· απλώς πιο θλιμμένο.

Μέχρι που ένα βράδυ στάθηκε πάνω σε ένα κλαδί και κοίταξε τον κόσμο γύρω της.

«Κι αν δεν υπάρχει κανείς;» σκέφτηκε.

Το φως της τρεμόπαιξε.

Για πρώτη φορά δεν άναψε για να τη δουν.

Άναψε για να μην χαθεί η ίδια.

Και τότε κατάλαβε κάτι που και οι άνθρωποι συχνά αργούν να μάθουν.

Ότι μερικές φορές το φως μας δεν ανάβει για να βρούμε κάποιον άλλο. Ανάβει για να αντέξουμε την απόσταση που μας χωρίζει από εκείνον.

Κι έτσι η πυγολαμπίδα συνέχισε να φωτίζει τη νύχτα.

Όχι επειδή βρήκε αυτόν που έψαχνε.

Αλλά επειδή, κάπου μέσα στην ατελείωτη αναμονή, το μικρό της φως είχε γίνει η πιο πιστή συντροφιά της. Και κάθε φορά που άναβε, έμοιαζε να ψιθυρίζει:

«Αν υπάρχεις, θα με βρεις.

Κι αν δεν υπάρχεις, εγώ θα συνεχίσω να λάμπω για σένα

Δεν υπάρχουν σχόλια: