Το ποτάμι δεν είχε μνήμη, κι όμως ήξερε τα πάντα για το δάσος. Κυλούσε κάτω από ρίζες, πέτρες και σκιές, χωρίς να κρατά τίποτα δικό του.
Ο σκίουρος πίστευε πως η γνώση βρίσκεται στην αποθήκευση. Έκρυβε σπόρους, βελανίδια, μικρές υποσχέσεις του χειμώνα μέσα στο χώμα, σαν να μπορούσε να διασώσει τον χρόνο.
Κάποτε κατέβηκε στην όχθη για να πιει νερό και είδε το πρόσωπό του να τρέμει μέσα στο ρεύμα.
«Γιατί δεν μένεις ακίνητο;» ρώτησε.
«Γιατί τότε δεν θα ήμουν ποτάμι», αποκρίθηκε το νερό.
«Δεν φυλάς τίποτα», είπε ο σκίουρος.
«Γι’ αυτό χωράω τα πάντα», απάντησε το ποτάμι, περνώντας κάτω από τις ίδιες ρίζες όπου εκείνος έκρυβε τους θησαυρούς του.
Τον χειμώνα ο σκίουρος γύρισε στις κρυψώνες του. Βρήκε μερικούς καρπούς, αλλά έχασε τους περισσότερους. Την άνοιξη, από τους καρπούς και τους σπόρους που είχε ξεχάσει, φύτρωσαν νέα δέντρα.
Τότε κατάλαβε πως το ποτάμι δεν θυμάται, αλλά διαρκεί· και πως εκείνος δεν διαρκεί, αλλά θυμάται.
Κι όμως, το δάσος συνέχιζε.
Από τότε, όταν περνά από την όχθη, δεν μετρά πια ούτε σπόρους, ούτε απώλειες. Απλώς ακούει. Σαν να μαθαίνει κάθε φορά από την αρχή την ίδια ήρεμη αλήθεια: ότι το δάσος δεν ανήκει σε εκείνον που κρατά, αλλά σε εκείνον που αφήνεται μέσα του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου