9/5/26

Πετροπέρδικα.




Την έλεγαν Πετροπέρδικα γιατί ποτέ δεν έμενε πολύ στον ίδιο τόπο.

Κατέβαινε από τις πλαγιές νωρίς το χάραμα, με τα γόνατα σκονισμένα από τα βράχια και τα μαλλιά μυρωμένα θυμάρι. Οι γέροι του χωριού έλεγαν πως είχε μάτια που κοιτούσαν πάντα λίγο πιο πέρα από τους ανθρώπους — σαν να άκουγε κάτι που οι άλλοι δεν μπορούσαν. Κάτι ανάμεσα σε άνεμο και μυστικό.

Έμενε μόνη της σ’ ένα πέτρινο σπίτι πάνω από τη θάλασσα. Τα βράδια άναβε ένα μικρό φως στο παράθυρο κι όσοι περνούσαν από το μονοπάτι έβλεπαν τη σκιά της να κινείται αργά, σαν χορός παλιού τραγουδιού.

Κανείς δεν ήξερε από πού είχε έρθει.

Μόνο ο ψαράς, ο Γιάννης, θυμόταν την πρώτη μέρα που την είδε. Ήταν Μάης και η θάλασσα είχε εκείνο το βαθύ γαλάζιο που μοιάζει σχεδόν μαύρο. Εκείνη στεκόταν πάνω στον βράχο, ακίνητη, ενώ γύρω της πετούσαν πέρδικες τρομαγμένες από τον αέρα.

«Χάθηκες;» τη ρώτησε.

Κι εκείνη χαμογέλασε σαν να τον γνώριζε χρόνια.

«Όχι», είπε. «Οι άνθρωποι χάνονται. Εγώ απλώς περπατώ.»

Από τότε άρχισε να την αγαπά σιωπηλά.

Την έβλεπε να μαζεύει άγρια χόρτα, να μιλά στα δέντρα σαν να της αποκρίνονταν, να στέκεται ώρες απέναντι στο πέλαγος χωρίς να κουράζεται. Ήταν γυναίκα κι όμως είχε κάτι από πουλί άγριο- εκείνο που δεν αντέχει το κλουβί ούτε από χρυσάφι.

Ένα βράδυ του καλοκαιριού, καθώς το φεγγάρι ανέβαινε πάνω από το ακρωτήρι, τη βρήκε να κάθεται έξω από το σπίτι της.

«Γιατί σε λένε Πετροπέρδικα;» τη ρώτησε.

Εκείνη άγγιξε την πέτρα δίπλα της και είπε:

«Γιατί έμαθα να ζω ανάμεσα στη σκληράδα και στο πέταγμα.»

Μετά σώπασε.

Κι εκείνη η σιωπή έμοιαζε πιο αληθινή από κάθε εξομολόγηση.

Το φθινόπωρο έφυγε χωρίς αντίο. Άφησε μόνο το φως του σπιτιού ανοιχτό για ένα τελευταίο βράδυ. Το πρωί το σπίτι ήταν άδειο, σαν να μην είχε κατοικήσει ποτέ άνθρωπος εκεί μέσα.

Μονάχα μια γκρίζα πέρδικα στεκόταν στο περβάζι.

Ο Γιάννης δεν την κυνήγησε.

Μόνο χαμογέλασε.

Γιατί κατάλαβε πως κάποιοι άνθρωποι δεν έρχονται στη ζωή σου για να μείνουν· έρχονται για να σου μάθουν τον άνεμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου