11/10/26

Ο μύθος του κακού λύκου και της αγαθής Κοκκινοσκουφίτσας.


Από τότε που ο κόσμος έμαθε να αφηγείται ιστορίες, έμαθε και να μοιράζει ρόλους. Από τη μια ο καλός κι από την άλλη ο κακός. Από τη μια το αθώο θύμα κι από την άλλη ο επικίνδυνος θύτης. Κι ανάμεσα στις δύο πλευρές, μια γιαγιά, ένα δάσος και μια κοινωνία που προτιμά να ακούει παραμύθια αντί να αναρωτιέται ποιος τα γράφει.

Ο λύκος είναι ο ένοχος πριν ακόμη ανοίξει το στόμα του. Η Κοκκινοσκουφίτσα είναι αθώα πριν ακόμη μάθουμε τι σκέφτεται. Εκείνος έχει δόντια, εκείνη ένα καλαθάκι. Εκείνος ζει στο δάσος, εκείνη περνάει από μέσα του. Η ηθική έχει ήδη αποφανθεί. Η δίκη τελείωσε προτού αρχίσει.

Μόνο που τα πράγματα δεν είναι πάντοτε τόσο απλά έξω από τις σελίδες των παραμυθιών.

Ο λύκος είναι ένα άγριο ζώο. Δεν είναι ούτε σατανικός ούτε διεστραμμένος. Δεν έχει διαβάσει ηθικούς κώδικες, δεν έχει παρακολουθήσει σεμινάρια καλής συμπεριφοράς, ούτε υποσχέθηκε ποτέ να γίνει καλύτερος άνθρωπος. Είναι λύκος. Ζει σύμφωνα με τη φύση του, μέσα σε ένα οικοσύστημα που ο άνθρωπος συχνά καταστρέφει και κατόπιν τον κατηγορεί επειδή εξακολουθεί να είναι αυτό που είναι.

Ο άνθρωπος, αντίθετα, έχει το προνόμιο της συνείδησης. Μπορεί να διακρίνει το σωστό από το λάθος, να επιλέγει, να μετανοεί, να σχεδιάζει ακόμη και το κακό του. Κι όμως, αυτό το προνόμιο δεν τον εμποδίζει να κατασκευάζει λύκους για να κρύβει τις δικές του αγριότητες. Χρειάζεται πάντα έναν εχθρό για να αισθάνεται ο ίδιος αγαθός.

Έτσι γεννήθηκε και η βολική Κοκκινοσκουφίτσα: το σύμβολο της αθωότητας που δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτε. Το κόκκινο σκουφάκι της έγινε σχεδόν πιστοποιητικό ηθικής καθαρότητας. Κανείς δεν αναρωτιέται γιατί βρίσκεται μόνη στο δάσος, ποιος χάραξε το μονοπάτι της, ποιος της έμαθε να φοβάται και ποιος αποφάσισε ότι η δική της αφήγηση είναι η μοναδική αληθινή.

Δεν σημαίνει πως η Κοκκινοσκουφίτσα είναι ένοχη. Σημαίνει πως η αθωότητα δεν αποδεικνύεται από την εμφάνιση, όπως ακριβώς η ενοχή δεν αποδεικνύεται από τα δόντια.

Και κάπου εδώ το παραμύθι αρχίζει να μοιάζει επικίνδυνα με την κοινωνία μας.

Οι ισχυροί κατασκευάζουν τους κακούς τους, οι εξουσίες χρειάζονται τους εχθρούς τους, οι αγορές χρειάζονται τους ενόχους τους. Κάθε σύστημα που θέλει να διατηρήσει τα προνόμιά του έχει ανάγκη από μια Κοκκινοσκουφίτσα για να την προστατεύει και έναν λύκο για να τον καταδιώκει. Κι όταν οι ρόλοι μοιραστούν σωστά, κανείς δεν ρωτά ποιος κατασπάραξε το δάσος, ποιος έκοψε τα δέντρα, ποιος εξαφάνισε τα θηράματα και ποιος μετέτρεψε το κοινό σπίτι σε ιδιοκτησία του.

Ο λύκος, βέβαια, μπορεί να είναι επικίνδυνος. Όπως επικίνδυνος μπορεί να γίνει κι ένας άνθρωπος. Η διαφορά είναι ότι ο άνθρωπος διαθέτει κάτι που ο λύκος δεν χρειάζεται: την ικανότητα να δικαιολογεί την αγριότητά του με ηθικές αρχές, νόμους, σημαίες και ευπρεπείς λέξεις.

Ο λύκος δαγκώνει για να επιβιώσει. Ο άνθρωπος μπορεί να καταστρέφει ζωές και να το ονομάζει ανάπτυξη, να λεηλατεί τη φύση και να το αποκαλεί επένδυση, να εξοντώνει λαούς και να το βαφτίζει ειρήνη. Κι ύστερα επιστρέφει στο σπίτι του, διαβάζει στα παιδιά του την ιστορία της Κοκκινοσκουφίτσας και τους εξηγεί πόσο κακός είναι ο λύκος.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν βρίσκεται στο ότι υπάρχουν λύκοι. Βρίσκεται στην ανθρώπινη ανάγκη να χωρίζει τον κόσμο σε απόλυτα καλούς και απόλυτα κακούς. Γιατί αυτή η διαίρεση απαλλάσσει τους πρώτους από την αυτοκριτική και τους επιτρέπει να ασκούν τη δική τους βία στο όνομα της αρετής.

Ίσως, τελικά, το πιο ενδιαφέρον πρόσωπο του παραμυθιού να μην είναι ούτε ο λύκος ούτε η Κοκκινοσκουφίτσα. Είναι ο αφηγητής. Εκείνος που αποφασίζει ποιος θα φορέσει το κόκκινο σκουφάκι και ποιος θα αποκτήσει τα δόντια του τέρατος. Εκείνος που ελέγχει την ιστορία και, μαζί της, τη συμπάθεια, τον φόβο και την κρίση μας.

Γιατί όποιος ελέγχει την αφήγηση δεν χρειάζεται πάντοτε να νικήσει τον αντίπαλό του. Αρκεί να πείσει τους υπόλοιπους ότι ο αντίπαλος ήταν εξαρχής το τέρας.

Και το παραμύθι τελειώνει συνήθως με τον λύκο νεκρό, την Κοκκινοσκουφίτσα δικαιωμένη και το δάσος να επιστρέφει στη σιωπή του.

Μόνο που κανείς δεν ρωτά ποιος έφαγε τελικά το δάσος.

Ίσως επειδή, αυτή τη φορά, ο λύκος δεν είχε τέσσερα πόδια. Είχε δύο, φορούσε κοστούμι και κρατούσε την πένα με την οποία γράφτηκε το παραμύθι.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου