7/12/16

Έρωτας: 4 βιβλία κι ένα συλλογικό βίωμα.

«Ο έρωτας εμπεριέχει το φίλημα, τον εναγκαλισμό, το πρόβλημα και την αόριστα προβληματική λύση του προβλήματος». Τέσσερα βιβλία αναλύουν.

Στο εξαίσια βέβηλο και μοναδικά πρωτοποριακό έργο τους «Η Άμμωμος σύλληψις», δύο από τους θεμελιωτές του σουρεαλισμού, ο Αντρέ Μπρετόν και ο Πολ Ελυάρ, επιχειρούν έναν ορισμό του έρωτα που σε αντίθεση με την παραδοσιακή λειτουργία των ορισμών, δεν ξεδιαλύνει, μπερδεύει. Δεν ταξινομεί αλλά αποδιοργανώνει. Κι αυτός είναι ίσως ένας ευφυής τρόπος να πετύχουν μια πιστή γραπτή αποτύπωση του βιώματος, να συμπυκνώνουν δηλαδή σε μια γραμμή όλη την αντιφατικότητα που διαπερνά τον έρωτα από την αναπάντεχη διασταύρωση του βλέμματος στην ηδονική ανατριχίλα του σώματος και την υγρή ερήμωση του αποχωρισμού, να διανύσουν την ανακυκλούμενη απόσταση από την καθηλωτική αναστάτωση της παρουσίας μέχρι την πένθιμη κανονικότητα της απουσίας και κυρίως να αναδείξουν την τρομακτική εγγύτητα της χαράς και του πόνου σε κάθε άγγιγμα. Αυτής που σε μαγνητίζει και ψάχνεις τον έρωτα στο πρώτο εφηβικό σκίρτημα, τη νεανική αλητεία, την ενήλικη λοξοδρόμηση από τη σιγουριά. Είναι η ίδια που σε διαλύει, όταν η απώλεια κατακλύζει το σύμπαν σου και αναγεννιέσαι πάντα διαλυμένος, κουβαλώντας όλα τα σπασμένα κρύσταλλα κάθε χαμένου, ανεκπλήρωτου ή άδοξου έρωτα. Το «πάντα» και το «ποτέ» –εξορισμένα από τις υλικές σφαίρες της ύπαρξης– εδώ αποκτούν το περίγραμμα της στιγμής που ταυτίζεται με την αιωνιότητα.
Τον Οκτώβρη του 2012 μια ανταπόκριση του Paul Mason στο BBC ("Love or nothing: The real Greek parallel with Weimar"), από την βυθισμένη στην κρίση Αθήνα έγινε viral. Σ’ ένα κείμενο που ανάβλυζε ένταση σε κάθε του πρόταση, καταγράφοντας το αριθμοποιημένο σοκ της οικονομικής ύφεσης, την κοινωνική αναταραχή, την πολιτική ρευστότητα, την άνοδο του ακροδεξιού εξτρεμισμού της Χρυσής Αυγής, ο Βρετανός δημοσιογράφος διατύπωνε ένα δίλημμα εμπνευσμένο από το πιο διάσημο γκράφιτι της πόλης: «Έρωτας ή τίποτα».
Την ίδια διάζευξη αναμασάμε όλοι κατά καιρούς, κυνηγάμε το μαγικό φίλτρο του έρωτα, βουλιάζουμε στο γενικευμένο τίποτα μιας αντιερωτικής και ανέμπνευστης ζωής, αναζητούμε μια μάταιη παρηγοριά σε τεχνητές διαβαθμίσεις ανάμεσα στον έρωτα και το τίποτα. «Όταν πρωτοείδα αυτό το σύνθημα στους δρόμους της Αθήνας, κόλλησα. Αναρωτιόμουν αν ο έρωτας, οι σχέσεις, το σεξ μπορούν να είναι το καταφύγιο σε δύσκολες συγκυρίες» μου είχε πει τότε ο Paul Mason. Δεν ξέρω. Φαντάζομαι ότι το ίδιο ερώτημα πλανιέται πάνω από κάθε κοινωνία που βίωσε το ξαφνικό αναποδογύρισμα της καθημερινότητας της. Μάλλον ο έρωτας δεν είναι γιατρικό για όλες τις πληγές, ανοίγει όμως μια χαραμάδα σ’ έναν σφραγισμένο ορίζοντα, μια προοπτική επαναμαγέματος της ζωής και επανεπινόησης του κόσμου.
Το βλέπουμε μέσα μας και γύρω μας, ακόμα και τα πιο άγρυπνα και αγχωμένα βράδια μας, έχουμε την ανάγκη να ζήσουμε έναν έρωτα. Ταυτόχρονα τρέμουμε από το φόβο. Δε θέλουμε να μπλέξουμε. Μπλέξαμε και παλιά. Και χάσαμε. Γιατί τον έρωτα πάντα χάνεις κι αυτή είναι η πιο γοητευτική ήττα της ζωής μας. Επιβεβαιώνει την ύπαρξη μας σαν κάτι παραπάνω από ένα εφήμερο και καλοκουρδισμένο πέρασμα. Το πάθος του μας τραβάει και μας απωθεί μαζί. Δε μπορούμε να το διαχωρίσουμε με τίποτα. Παίρνουμε όλο το πακέτο. Αλλάζουμε. Σωματοποιούμε την ένταση του. Πονάμε. Μας τρώει. Δε μιλάμε όμως για τον έρωτα. Μιλάμε στον εαυτό μας και στους πολύ δικούς μας ανθρώπους. Δε μιλάμε δημόσια. Στη δημόσια σφαίρα, η επιθυμία, το συναίσθημα, τα ανέγγιχτα πεδία του ανθρώπινου ψυχισμού συνήθως απαξιώνονται ως αντιπολιτικές διαδικασίες ή αποσιωπούνται στο savoir vivre μιας επιβεβλημένης σεμνοτυφίας. Ο έρωτας νοείται ως μια αυστηρά προσωπική υπόθεση, αποκομμένη πλήρως από ιδεολογικοπολιτικές διαστάσεις, που δεν αφορά κανέναν. Στην πραγματικότητα αφορά όλους και όλες στο βαθμό που είναι μια συλλογική κλίση και επιδρά καταλυτικά στη ζωή. Αν μας έμαθε, εξάλλου, κάτι η μεταμοντέρνα θεωρία είναι ότι το βίωμα, η αποκάλυψη του και το μοίρασμα του, έχει μια ξεχωριστή αξία στη διαμόρφωση της συλλογικής εμπειρίας, στην ανάδειξη ενός νέου τρόπου θέασης του κόσμου, όπου το ατομικό τέμνεται με το συλλογικό και η υποκειμενικότητα ανακτά ακομπλεξάριστα τη χαμένη της ολότητα.
Αυτές λοιπόν τις κάπως πιο απενεχοποιημένες και ομφαλοσκοπικές μέρες του ελληνικού καλοκαιριού, θα μιλήσουμε για τον έρωτα μέσα από μια δοκιμιακή ανθολογία των ανθρώπων που έγραψαν για τον έρωτα, αναγνωρίζοντας σε αυτόν ένα σημαντικό ερέθισμα στοχασμού. Είναι δεδομένο ότι ο λόγος –«η διαχείριση της απουσίας» σύμφωνα με το λακανικό σύστημα ερμηνείας– δεν μπορεί να απηχήσει τη δυναμική του βιώματος κι ίσως ακόμα να το χειραγωγεί συστηματοποιώντας το, αλλά νομίζω ότι σ’ αυτήν την –προφανώς υποκειμενική– επιλογή θα βρούμε θραύσματα από τις δικές μας ασχημάτιστες και λανθάνουσες αλήθειες.
"Εγκώμιο για τον έρωτα" του Αλαίν Μπαντιού.
Ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή φιλοσόφους, ο Αλαίν Μπαντιού, επιδιώκει με αυτό το βιβλίο μια φιλοσοφική θεώρηση του έρωτα. Ήδη από τον πρόλογο, παραθέτει τον Πλάτωνα σύμφωνα με τον οποίο «όποιος δεν αρχίζει από τον έρωτα, δε θα μάθει ποτέ τι είναι η φιλοσοφία».
Αποστασιοποιείται από δύο διαδεδομένες αντιλήψεις της μετανεωτερικότητας: «Κατά βάθος έχουμε εδώ τους εχθρούς του έρωτα: την ασφάλεια του ασφαλιστικού συμβολαίου και την άνεση των οριοθετημένων απολαύσεων… Την άποψη ότι μπορούμε να έχουμε από τη μία πλευρά μια ελεγχόμενη συζυγικότητα που θα συνεχιστεί μέσα στη γαλήνη της κατανάλωσης και από την άλλη τερπνές σεξουαλικές διευθετήσεις γεμάτες απόλαυση, αποφεύγοντας το πάθος. Πιστεύω στ’ αλήθεια ότι ο έρωτας είναι παγιδευμένος μέσα σ’ αυτόν τον κλοιό, μέσα σ’ αυτήν την κυκλωτική κίνηση και ότι υπό αυτήν την έννοια βρίσκεται σε απειλή».
Σύμφωνα με τον Μπαντιού ο έρωτας είναι «μια κατασκευή αλήθειας». «Ε, λοιπόν, αλήθεια, αναφορικά με ένα πολύ ιδιαίτερο σημείο, δηλαδή: τι είναι ο κόσμος όταν αποκτούμε την εμπειρία του με βάση το δύο και όχι το ένα; Τι είναι ο κόσμος όταν τον εξετάζουμε, τον οργανώνουμε και τον βιώνουμε με βάση τη διαφορά και όχι με βάση την ταυτότητα; Θεωρώ ότι αυτό είναι ο έρωτας».
Εκτός από την κομβικότητα της διαφοράς, εισάγει την έννοια της διάρκειας: «Υπάρχει βέβαια μια έκσταση των απαρχών αλλά ένας έρωτας είναι πριν απ’ όλα μια επίμονη κατασκευή. Ας πούμε ότι ο έρωτας είναι μια επίμονη περιπέτεια. Η περιπετειώδης πλευρά είναι αναγκαία αλλά και η επιμονή δεν είναι λιγότερο αναγκαία. Το να τα παρατήσει κανείς με το πρώτο εμπόδιο, με την πρώτη σοβαρή διχογνωμία, με τα πρώτα σοβαρά προβλήματα, δεν είναι παρά μια παραμόρφωση του έρωτα. Ο αληθινός έρωτας είναι εκείνος που θριαμβεύει διαρκώς, ενίοτε με δυσκολία, στα εμπόδια που ο χώρος, ο κόσμος και ο χρόνος βάζουν μπροστά του… Ας το διευκρινίσουμε: με τη λέξη διάρκεια, δεν πρέπει να εννοήσουμε ότι ο έρωτας διαρκεί, ότι αγαπιόμαστε πάντα ή για πάντα. Πρέπει να εννοήσουμε ότι ο έρωτας επινοεί έναν διαφορετικό τρόπο διάρκειας μέσα στη ζωή, ότι η ύπαρξη του καθενός μέσα από τη δοκιμασία του έρωτα έρχεται αντιμέτωπη με μια νέα χρονικότητα».
"Ο ερωτισμός" του Ζωρζ Μπατάιγ.
Μ’ αυτό το βιβλίο ο Μπατάιγ αναπτύσσει την αιρετική του σκέψη γύρω από τη ζωή, τον έρωτα και το θάνατο, ατονώντας τις διαχωριστικές τους γραμμές. Ορίζει εξαρχής τον ερωτισμό ως «τη μέχρι θανάτου επιδοκιμασία της ζωής».
Αποσυνδέει τον ερωτισμό από τη σεξουαλικότητα: «Ο ερωτισμός είναι μια από τις όψεις της εσωτερικής ζωής του ανθρώπου. Αν μας ξεγελάει, αιτία είναι το γεγονός ότι αναζητεί ακατάπαυστα ένα έξωθεν αντικείμενο της επιθυμίας. Πλην, όμως, το αντικείμενο ανταποκρίνεται στην εσωτερικότητα της επιθυμίας… Ο ερωτισμός του ανθρώπου διαφέρει από τη σεξουαλικότητα των ζώων επειδή θέτει υπό κρίση την εσωτερική ζωή. Μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση ο ερωτισμός θέτει υπό κρίση το είναι».
Σύμφωνα με τον Μπατάιγ, ο έρωτας προϋποθέτει και συνεπάγεται την ανατροπή μιας εσωτερικά εγκατεστημένης ομαλότητας και σημαδεύεται από τις διαρκείς εναλλαγές του πάθος και της οδύνης: «Το πέρασμα από τη φυσιολογική κατάσταση σε εκείνη της ερωτικής επιθυμίας προϋποθέτει μέσα μας τη σχετική διάλυση του όντος που συγκροτείται μέσα στην ασυνεχή τάξη... Το πάθος μπορεί να έχει ένα νόημα πιο βίαιο από την επιθυμία των σωμάτων. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι, παρά τις υποσχέσεις ευτυχίας που το συνοδεύουν, εισάγει αρχικά τη διαταραχή και τη διασάλευση. Ακόμα και το ευτυχές πάθος επιφέρει μια τόσο σφοδρή αταξία ώστε η ευτυχία που χαρίζει, προτού γίνει ευτυχία την οποία μπορούμε να απολαύσουμε, είναι τόσο μεγάλη ώστε συγκρίνεται με το αντίθετο της, δηλαδή την οδύνη».
Το πιο συγκλονιστικό όμως ίσως απόσπασμα του βιβλίου είναι εκείνο που αποκρυπτογραφεί το σκοπό του έρωτα σ’ ένα βαθύ οντολογικό χνάρι: «Είμαστε ασυνεχή όντα, άτομα που πεθαίνουν μοναχικά σε μια ακατανόητη περιπέτεια, αλλά νοσταλγούμε τη χαμένη αλληλουχία. Υποφέρουμε με οδύνη την κατάσταση μας που μας ταυτίζει με μια συμπτωματική ατομικότητα, με τη φθαρτή μας ατομικότητα. Έχουμε την αγωνιώδη λαχτάρα να παραταθεί αυτή φθαρτότητα, ενώ συνάμα έχουμε την έμμονη ιδέα μιας αρχικής αλληλουχίας που μας συνδέει γενικά με το είναι».
"Ιστορίες αγάπης" της Τζούλια Κρίστεβα.
Η θεωρητικός και ψυχαναλύτρια Τζούλια Κρίστεβα μ’ αυτό το βιβλίο επιχειρεί μια ψυχαναλυτική καθίζηση στη δομή του έρωτα μέσα από μια διαρκή συνομιλία με τον Φρόιντ και τον Λακάν. Ταυτόχρονα τολμά τη δική της δημόσια ανάλυση. «Όσο πίσω κι αν γυρίσω αναπολώντας τους έρωτες μου, δυσκολεύομαι να μιλήσω γι’ αυτούς. Τούτη η έξαψη βρίσκεται πέραν του ερωτισμού, ως υπέρμετρη ευτυχία και καθαρή οδύνη: αμφότερες μετατρέπουν τις λέξεις σε πάθος. Η ερωτική γλώσσα είναι αδύνατη, ανεπαρκής, έντονα υπαινικτική την στιγμή που θα τη θέλαμε άμεση, στο μέτρο του δυνατού. Είναι σμήνος μεταφορών, είναι λογοτεχνία. Λόγω του ενικού χαρακτήρα της, την αποδέχομαι μόνο σε πρώτο πρόσωπο».
Σύμφωνα με την Κρίστεβα, ο λόγος έχει μια δομική αδυναμία απέναντι στον έρωτα, ιδιαίτερα τη στιγμή που αυτός συντελείται: «Σύγχυση ταυτότητας, σύγχυση λέξεων: ο έρωτας είναι στην κλίμακα του ατόμου, αυτή η αναπάντεχη επανάσταση, αυτός ο αθεράπευτος κατακλυσμός για τον οποίο μπορείς να μιλήσεις μόνο εκ των υστέρων. Υπό το κράτος του αδυνατείς να μιλήσεις γι’ αυτόν. Έχεις απλώς την εντύπωση ότι επιτέλους μιλάς για πρώτη φορά στ’ αλήθεια. Λες όμως πραγματικά κάτι; Όχι οπωσδήποτε... Μπορούμε να μιλήσουμε για έναν έρωτα, για τον Ερώτα, λογικό είναι να παραδεχτούμε ότι όσο ζωογόνος κι αν είναι αυτός, δεν γίνεται να μας κυριεύσει χωρίς να μας κάψει. Δε μπορούμε να μιλήσουμε γι’ αυτόν, εκ των υστέρων έστω, παρά επειδή ακριβώς μας έκαψε. Αυτή η οξεία ανεπάρκεια, επακόλουθο της υπέρμετρης μεγένθυσης του ερωτευμένου Εγώ, το οποίο είναι εξίσου υπερβολικό στην αλαζονεία όσο και στην ταπεινότητα του, βρίσκεται στην καρδιά της εμπειρίας».
«Κοντολογίς», λέει η Κρίστεβα, «ο έρωτας είναι ένα βάσανο, όπως ακριβώς είναι μια λέξη ή ένα γράμμα. Τον επινοούμε κάθε φορά, με κάθε αγαπώμενο πρόσωπο, εξ ορισμού μοναδικό, σε κάθε στιγμή, τόπο, ηλικία. Ή άπαξ δια παντός».
"Ο τρελός έρωτας" του Αντρέ Μπρετόν.
Ο Μπρετόν δεν έγραψε ένα βιβλίο για τον έρωτα. Κάθε του βιβλίο ήταν ποτισμένο με έρωτα, όπως και η ζωή του. Πίστευε ότι ο έρωτας είναι μια υπόθεση ανασημασιοδότησης της ζωής, μια ανεξάντλητη πηγή δημιουργίας που μπορεί, απαλλαγμένη από τον ηθικοπλαστικό κατάλογο της αμαρτίας, να ανοίξει έναν κοσμικό δρόμο για το ιερό. Αντιλαμβανόταν τον έρωτα σε μια αδιαπραγμάτευτη ενότητα με την ελευθερία και την ποίηση. Ο Τρελός Έρωτας είναι μια απόλυτη ελεγεία στον έρωτα. Στο τελευταίο κεφάλαιο απευθύνεται στην οχτάχρονη τότε κόρη του, με σκοπό να ανοίξει εκείνη την επιστολή σε ηλικία 16 ετών. Η ευχή του στην τελευταία σελίδα είναι η τέλεια αποφώνηση:
«Μίλησα για κάποιο υψηλό σημείο στο βουνό. Ποτέ δεν υπήρξε θέμα να εγκατασταθώ μόνιμα σ’ αυτό το σημείο. Άλλωστε απ’ αυτήν την στιγμή θα έπαυε να είναι υψηλό ή θα έπαυα εγώ να είμαι άνθρωπος. Μια και δε μπορούσα λογικά να εγκατασταθώ εκεί, τουλάχιστον ποτέ δεν απομακρύνθηκα από αυτό το σημείο μέχρι που να το χάσω από τα μάτια μου, μέχρι που να μη μπορώ πια να το δείξω. Διάλεξα να είμαι αυτός ο οδηγός, ήμουν υποχρεωμένος συνεπώς να αξιωθώ τη δύναμη που στην κατεύθυνση του αιώνιου έρωτος, με είχε κάνει να βλέπω και μου παραχώρησε το πιο σπάνιο προνόμιο, να κάνω να με βλέπουν. Πάντοτε την αξιώθηκα, δεν έπαψα ποτέ να ταυτίζω τη σάρκα του όντος που αγαπώ με το χιόνι των βουνοκορφών στην ανατολή του ήλιου. Απ’ τον έρωτα δε θέλησα να γνωρίσω παρά μονάχα τις στιγμές θριάμβου του, που τώρα με σας ο μαργαριταρένιος κύκλος τους τελειώνει. Ακόμα και το μαύρο μαργαριτάρι, το τελευταίο, είμαι βέβαιος πως θα καταλάβετε πόση αδυναμία του έχω, ποια ύψιστη ελπίδα εξορκισμού στήριξα σ’ αυτό. Δεν αρνιέμαι ότι ο έρωτας συγκρούεται με τη ζωή. Λέω πως οφείλει να νικήσει.
Σας εύχομαι να σας αγαπήσουν τρελά».




Δεν υπάρχουν σχόλια: